«Το 1996, αμούστακο παιδί ακόμα, είχα την ευλογία να δουλέψω δίπλα του για πρώτη φορά».

Τα πραγματικά κακά νέα στα λένε δύσκολα. Οι δικοί σου άνθρωποι. Το νέο του φευγιού του «Ζανό» μου το ανακοίνωσε, με σπασμένη φωνή, η μάνα μου. Είχα χρόνια να τον δω και να τον ακούσω. Αλλά δεν άλλαζε τίποτε αυτό. Δεν είχα τολμήσει να του μιλήσω έπειτα από το τελευταίο αντίο στη Ρίκα. Με πόναγε πολύ και μόνο η σκέψη. Και πάλι. Ακούγοντας πως ο «Ζανό» έφυγε για το φως, η φωνή μου έσπασε, τα χέρια μου σφίχτηκαν, το μέσα μου πάγωσε.

Ο Γιάννης Διακογιάννης μεγάλωσε παραπάνω από δυο γενιές. Για μένα, όπως και τους εκατοντάδες τυχερούς που βρεθήκαμε σε κάποια στιγμή να δουλέψουμε δίπλα ή μαζί του, έχοντας ήδη μεγαλώσει με το μύθο του, κάθε στιγμή μαζί του ήταν ένα εντατικό masterclass από τον κορυφαίο «μάστορα» του είδους.

Ακόμα και με ασπρόμαυρους «δέκτες», τα σημαντικά και τα ουσιαστικά, ακόμα και τα χρώματα της φαντασίας μας, τα είχαμε δει και μάθει ήδη από τις περιγραφές του Γιάννη Διακογιαννη.

Ο Τύπος δεν είναι δουλειά εύκολη. Η δημοσιογραφία είναι μια πολύ σκληρή και δύσκολη ζωή. Ειδικά στο μεγαλύτερο της «σχολείο» και το δυσκολότερο της επίπεδο, τις εφημερίδες. Στον «παλιό κόσμο», τον προ Ίντερνετ, αυτά ήταν ξεκάθαρα. Αυτό ήταν κάτι που έμαθα πολύ νωρίς. Γιατί από πολύ μικρός ήθελα να γίνω «Διακογιάννης». Όχι δημοσιογράφος. Ούτε καν «σπορτσκάστερ».

Εγώ ήθελα να γίνω «Διακογιάννης». Να περιγράφω δηλαδή ποδόσφαιρο, στίβο, Ολυμπιακούς Αγώνες και Μουντιάλ, αθλητικές διοργανώσεις στο υψηλότερο επίπεδο, και να «μαθαίνω τον κόσμο ενδιαφέροντα πράγματα». Στα 80’s που μεγάλωσα, η τηλεόραση είχε γίνει πια καθεστώς. Και σιγά σιγά έγινε και η έγχρωμη. Και παρότι ως πιτσιρικάδες, όλοι μας ζούσαμε για να δούμε τις πολύχρωμες φανέλες των εθνικών ομάδων και των αστεριών που παριστάναμε σε πλατείες και αυλές σχολείων, αυτές οι λεπτομέρειες δεν είχαν και τόση σημασία. Γιατί ακόμα και με ασπρόμαυρους «δέκτες», τα σημαντικά και τα ουσιαστικά, ακόμα και τα χρώματα της φαντασίας μας, τα είχαμε δει και μάθει ήδη από τις περιγραφές του Γιάννη Διακογιαννη.

Ως παιδί ζήλευα τον Χρήστο Σωτηρακόπουλο, και τον Φίλιππο Συρίγο, δύο από τους πιο σημαντικούς και επιφανείς συνεργάτες του «Ζανό» στην ΕΡΤ. Όχι γιατί ήξερα τις στενές τους σχέσεις ή την φιλία τους – τις οποίες έμαθα χρόνια αργότερα – αλλά γιατί φανταζόμουν «τι ωραία που θα είναι να δουλεύεις μαζί του».

Όταν άνοιξε η πρώτη σχολή αθλητικής δημοσιογραφίας στην Ελλάδα, είχα μόλις τελειώσει το Λύκειο. Δεν έφυγα για το εξωτερικό για να σπουδάσω, αλλά διάλεξα να πάω εκεί μόνο και μόνο γιατί το πρώτο όνομα που ακουγόταν στην διαφήμιση για τους ανθρώπους που θα δίδασκαν εκεί ήταν το δικό του. Τελείωσα τα δύο χρόνια μιας σχολής που δεν πολυχρειαζόταν – είχα αρχίσει να δουλεύω σε εφημερίδες και ραδιόφωνα από τον πρώτο μήνα της σχολής άλλωστε – μόνο και μόνο για να βρίσκομαι στα κτίρια που ερχόταν συχνά πυκνά και να μπορώ να παρακολουθώ τα σεμινάρια του κάθε 2-3 βδομάδες.

Το 1996, αμούστακο παιδί ακόμα, είχα την ευλογία να δουλέψω δίπλα του για πρώτη φορά. Ήμουν στην πρώτη βάρδια του ΣπορFM, του πρώτου αθλητικού ραδιοφώνου στη χώρα, στις 8 Ιουνίου, την ημέρα που άρχιζε το Euro της Αγγλίας δηλαδή. Και η βάρδια άρχιζε στις 6 το πρωί. Ετοίμαζα τις εκπομπές μέχρι τις 14:00 και μετά έφευγα για ρεπορτάζ αεροδρομίων. Η εκπομπή του «κυρίου Γιάννη» όπως τον αποκαλούσαμε όλοι, εκτός από τους 4-5 ανθρώπους που είχαν δουλέψει μαζί του για πολλά χρόνια και του απευθύνονταν στον ενικό, ξεκινούσε στις 10. Είχα τέτοια συστολή και ντροπή που δεν τολμούσα να τον κοιτάξω στα μάτια ακόμα κι όταν του έδινα τα χαρτιά με τα πράγματα που χρειαζόταν για να διαβάσει.

Γνώρισα και συναναστράφηκα τον «παππού όλων μας» όπως οι αθλητικογράφοι ψιθύριζαν κάποτε.

Το να δουλεύεις δίπλα στον προσωπικό σου ήρωα, πόσω δε μάλλον στον παιδικό σου, είναι 99 φορές στις 100 απογοητευτικό. Η δουλειά, η επαφή, η συναναστροφή με τον Γιάννη Διακογιάννη δεν ήταν σπανιότητα της τάξης του μια στις εκατό. Ήταν μια στο εκατομμύριο.

Ξαναδούλεψα μαζί του δώδεκα χρόνια μετά. Τα έφερε έτσι η μοίρα και ήμουν αρχισυντάκτης σε ένα αθλητικό περιοδικό που λάτρευε. Την ελληνική έκδοση του τέλος πάντων. Το περιοδικό της λατρεμένης σε όλους τους γαλλόφιλους L’Equipe.

Σε όλη μου τη ζωή, πάντα λέω πως είμαι ένας τυχερός άνθρωπος. Το ότι γνώρισα παραπάνω και συναναστράφηκα τον «παππού όλων μας» όπως οι αθλητικογράφοι ψιθύριζαν κάποτε, είναι μια πραγματική απόδειξη αυτής μου της Τύχης.

Θα διαβάσετε πάρα πολλά πράγματα για τον «Ζανό». Πόσο σπουδαίος επαγγελματίας ήταν, ίσως κάποιοι πουν για το εξωφρενικό του αρχείο, τις υπέροχες συνήθειες του, τους τρόπους και την ευγένεια του, τον κοσμοπολίτικο αέρα του, την ευρυμάθεια του, την μοναδική του ικανότητα να παραμένει και να ακούγεται ψύχραιμος ανάμεσα και σε πραγματικά δράματα – δεν θα ξεχάσω ποτέ πόσο προσεκτικά μιλούσε ενόσω μπροστά του εξελισσόταν όλη η τραγωδία του Χέιζελ – την αγάπη του για τα σπορ, τον κλασικό αθλητισμό, και, και, και…

«Θα θυμάμαι και τις συμβουλές του. Για τη δουλειά. Για το γράψιμο. Τον επαγγελματισμό. Τη ζωή. Την αγάπη του για το Παγκράτι…».

Εγώ πάλι θα θυμάμαι και τις συμβουλές του. Για τη δουλειά. Για το γράψιμο. Τον επαγγελματισμό. Τη ζωή. Την αγάπη του για το Παγκράτι. Για το σπίτι του. Για τα λατρεμένα του κορίτσια, την κυρία Βαρβάρα, τη Ρίκα και την Οντέτ. Για το κρασί και την καλή ζωή. Μποέμικα. Γαλλικά. Για όλα εκείνα που μου έλεγε κάθε φορά που πήγαινα να πάρω τα χειρόγραφα από το σπίτι και με κάθιζε για να μου πει καμιά κουβέντα, ή για τα τηλέφωνα που με έπαιρνε για να μου κάνει μια παρατήρηση. «Έτσι δεν είναι», τελείωνε συνήθως τις φράσεις.

Όσα κι αν γράψουμε, όσα κι αν πούμε, όλοι εμείς οι ασπρομάλληδες λίγο ή πολύ, που μεγαλώσαμε μαζί του, και οι ακόμα πιο τυχεροί που δουλέψαμε δίπλα του, τίποτα δεν είναι πιο δυνατό απ’ όσα εκείνος μας έμαθε, εκείνος μας έκανε να νιώθουμε. Αντίο «παππού Ζανό», ή καλύτερα «au revoir».

 

Διαβάστε ακόμα: Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Ο «στρατηγός» του Παναθηναϊκού που αξίζει τα γαλόνια του.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top