Αριστερά: Άποψη της Galleria Umberto. Δεξιά: Ανεβαίνοντας στην πιο αστική γειτονιά του Vomero.

«Una famiglia malavitosa» (μια εγκληματική οικογένεια). Με αυτές τις λέξεις τελείωσε η μακρά μεσημεριανή συζήτηση με τον Antonio (ή Antonino) και τον Giovanni. Η μόνιμη επωδός του πρώτου ήταν αυτές οι τρεις λέξεις που συνοδεύονταν επίσης, ή μάλλον περικλείονταν καλύτερα νοηματικά σε μια άλλη λέξη που επαναλάμβανε διαρκώς. L’ingiustizia (η αδικία). Προσπαθώντας να κατανοήσω τις δυσδιάκριτες διαφορές, ως μη ναπολιτάνος, του αντέτεινα: «Parli di una vita dignitosa?».

Ήταν κατηγορηματικός. Η αξιοπρεπής ζωή δεν είναι το ίδιο με την κοινωνική αδικία. Η διατήρηση της αξιοπρέπειας ήταν θέμα εργασιακής ηθικής. Εκείνος δούλευε τριάντα χρόνια σε νοσοκομείο ως καθαριστής και έκανε και δεύτερη δουλειά ως cameriere τα Σαββατοκύριακα σε μια οικογενειακή trattoria (Trattoria La Campagnola). Με τον τρόπο αυτό εξασφάλιζε στην οικογένειά του ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, όχι όμως ικανό για να αποτελέσει την βάση κοινωνικής ανόδου των παιδιών του. O ίδιος δεν επιθυμούσε να είναι benestante (πλούσιος). Του αρκούσε η εξασφάλιση ενός καλού γεύματος, ίσως ενός ταξιδιού ή της αγοράς καλών ρούχων. Αλλά αυτά δεν ήταν τίποτα μπροστά στην εκπαιδευτικές ευκαιρίες που περίμενε για τα παιδιά του. Και που το ιταλικό κράτος, ιδίως στην Νάπολη και τον Ιταλικό Νότο, αντί της προώθησης των ίσων ευκαιριών είχε επιλέξει την αναπαραγωγή και την διαιώνιση του κοινωνικού αποκλεισμού.

Η Νάπολη δεν είναι μόνο Gommora. H Νάπολη είναι μια αντι-Βενετία, όπως σημειώνει ο σπουδαίος Γάλλος φιλόσοφος Regis Debray, «η λιγότερο ναρκισσιστική πόλη που υπάρχει».

Αριστερά: Στο πέταλο των tifosi. Δεξιά: Η μορφή του Maradona δεσπόζει παντού. Δεν ήταν απλά figlio di Napoli, αλλά αυτός που καθόρισε τη ζωή τουλάχιστον τριών γενιών Ναπολιτάνων.

Δεν διέθετε πανεπιστημιακή μόρφωση είχε όμως αυτό το στοιχείο που του επέτρεπε να μπορεί να εξηγεί και να ερμηνεύει την πραγματικότητα, την intelligenza di strada όπως την αποτύπωσε ο ίδιος (κοινωνική μόρφωση όπως λένε και η εν Ελλάδι λόγιοι). Στην προσπάθειά του να μου εξηγήσει γιατί ακόμη η Νάπολη υστερεί κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά σε σχέση με την Βόρεια Ιταλία μου ανέφερε το παράδειγμα των οργάνων της τάξης και των δημόσιων έργων. Στην Νάπολη η καλύτερη δουλειά είναι να είσαι με τις le forze dell’ordine. Απολαμβάνεις ενός είδους ασυλίας και διαφόρων άλλων ατελειών (πάρα πολλοί καταστηματάρχες προκειμένου να εξασφαλίσουν την ανοχή των αρχών καταβάλλουν ενός είδους αρρύθμιστης και παράνομης εισφοράς στις αρχές) και μπορείς να εργαστείς αναπόσπαστα για να δημιουργήσεις μαζί με πολιτικούς, εξω-πολιτικούς (Camorra) και οικονομικούς παράγοντες ένα παράλληλο σύστημα που πολλές φορές καταλαμβάνει τη θέση του ίδιου του νομιμοποιημένου κρατικού ή περιφερειακού συστήματος.

Αριστερά: L’ estate italiana ή La stagione που στην περίπτωση της Νάπολη ταυτίζεται με ένα ατέλειωτο καλοκαίρι, τα πρόσωπα των γηραιότερων μαυρισμένα από τον ήλιο, αλλά γεμάτα από ζωή, των νέων φωτισμένα από τον έρωτα και τον ήλιο. Δεξιά: Οι μεγάλοι Ναπολιτάνοι της τέχνης και του πολιτισμού. Από τον Massimo Troisi έως και την Sofia Loren.

Στα δε δημόσια έργα η πίτα πρέπει να κοπεί σε πολλαπλά κομμάτια, ώστε όλοι να είναι ευχαριστημένοι. Πλην της πόλης και των ανθρώπων της που παραμένουν δέσμιοι αλλότριων συμφερόντων. Συνέχιζε την εξιστόρηση της δικής του προσωπικής μυθολογίας. Η οικογένειά του ήταν una famiglia malavitosa, δηλαδή μια οικογένεια που είχε στιγματιστεί για την παραβατική της συμπεριφορά. Ο ίδιος αναρωτιόταν πως θα αποστιγματιστεί, κυρίως, ο γιός του. Στην ηλικία των δεκαεπτά, ήταν εξαιρετικός αργυροτεχνίτης (κρίνοντας και από τα βίντεο που μου έδειξε το επιβεβαιώνω απερίφραστα), χωρίς όμως προοπτική στήριξης από την πολιτεία για την εξάσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος. Δεν εδύνατο να αντιληφθεί πως ενώ η Ιταλία είναι μια πολιτεία που βασίζεται στην εργασία (βλ. είναι θεμέλιο του ιταλικού Συντάγματος) και κατ’ επέκταση στη δημόσια παιδεία, έχει καταλήξει να στηρίζει μόνο την πανεπιστημιακή εκπαίδευση χωρίς καμία μέριμνα για το τεχνικό της σκέλος. Ακούγοντάς τον ήταν σαν να διαβάζω Pasolini, ο οποίος έγραφε για την Ιταλία ότι «[s]enza contadini e artigiani non ha più storia» (χωρίς του τεχνίτες και τους αγρότες δεν έχει πια ιστορία). Για αυτό και στην ερώτησή μου για το πως ένα ναπολιτάνος σήμερα προσεγγίζει την ιταλικότητα, μου απάντησε αφοπλιστικά πως για την γενιά του τουλάχιστον δεν υφίσταται η ιταλικότητα ως βίωμα (αν ως ιταλικότητα ορίζουμε την σχέση μας με το κράτος).

Αριστερά: «Ero destinato a diventare uno scrittore. Ero destinato a diventare Jep Gambardella». Όπως θυμόμαστε από τις πρώτες σκηνές της La Grande Bellezza του Paolo Sorrentino όπου μας συστήνεται ο Jep Gambardella. Επώνυμο, ιδιαίτερα κοινό στην Νάπολη, όπου ο Sorrentino αντλεί από την δύναμη του πραγματικού. Δεξιά: Ο γράφων με τους Tonino και Giovanni.

Αυτή είναι μια μόνο εικόνα που μπορεί να έχει κανείς για την ιδιοπροσωπία της Νάπολη. Την έλαβα από τους ανθρώπους της σ’ έναν παράδρομο των γειτονιών της Spaccanapoli, καρδιά της περιοχής των Decumani και μέρος ενός από τα quartieri popolari di Napoli (περιοχή με ελληνικό ενδιαφέρον αφού οι Decumani υπήρξαν ελληνικό φύλο από την Εύβοια που αποίκισαν την σημερινή περιοχή της Νάπολης).

Αλλά η Νάπολη δεν είναι μόνο Gommora. H Νάπολη είναι μια αντι-Βενετία, όπως σημειώνει ο σπουδαίος Γάλλος φιλόσοφος Regis Debray: «Υπάρχουν εκκλησίες στη Βενετία, αλλά οι λειτουργίες γίνονται στη Νάπολη. Η Βενετία είναι μια πόλη-παιχνίδι, ένα ομοίωμα που υπάρχει μόνο μέσα από τα μάτια των άλλων και παύει να υπάρχει αν δεν υπάρχουν επισκέπτες. Μόνη της, η Βενετία καταρρέει και μελαγχολεί σαν ηθοποιός μπροστά σε ένα άδειο θέατρο. Η Νάπολη, από την άλλη πλευρά, είναι η ενσάρκωση της ζωτικότητας. Η Νάπολη είναι η αντι-Βενετία, η λιγότερο ναρκισσιστική πόλη που υπάρχει, η μόνη στην Ευρώπη όπου ο μύθος συναντάται στους δρόμους, όπου το παρελθόν ζει στο παρόν». (βλ. το βιβλίο του με τίτλο «Contro Venezia»).

Η Νάπολη μοιάζει με μια γυναίκα ελεύθερη, ανίκανος να την τιθασεύσεις, αυθόρμητη, αφού κάθε γωνιά της σου δίνει γενναιόδωρα την ομορφιά της δίχως να μπορείς να το προϋπολογίσεις.

Αριστερά: Σε ένα συνεργείο της περιοχής ο νεαρός τότε Fabio Cannavaro αντιστέκεται στην φθορά του χρόνου και της καθημερινότητας. Δεξιά: L’ oro di Napoli και σαν γυναίκα και σαν μέρος της ομότιτλης ταινίας όπου την συναντάμε ως ιδιοκτήτρια της pizzeria Pizza Fritta da Sofia

Λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά στα Quartieri Spagnoli δεσπόζει η μορφή του ανθρώπου που προσωποποίησε την Νάπολη και ενσάρκωσε αυτή τη διττή φύση της πόλης. Του Diego Armando Maradona. Κάθε του ποδοσφαιρική πράξη εκείνα τα χρόνια ήταν μια πράξη αντίστασης, μια πράξη με πολιτικό περιεχόμενο, που εμπεριείχε κοινωνικό μήνυμα, επιτρέποντας στον λαό της Νάπολης όχι μόνο να ταυτιστεί μαζί του, αλλά και να τον καταστήσει σύμβολο ανάκτησης της αξιοπρέπειας και της περηφάνιας της. Αξιοπρέπεια που είχε καταβαραθρωθεί λόγω του φαινομένου της εσωτερικής μετανάστευσης (καθόλα ετεροβαρής για την περιοχή), της αναπτυξιακής υστέρησης, της βίαιης εκβιομηχάνισης της ιταλικής κοινωνίας που προκάλεσε τεράστιες κοινωνικοοικονομικές ανισότητες και διεύρυνε το χάσμα Βορρά – Νότου, της επικράτησης ενός εξω-πολιτικού συστήματος όπως αυτό της Camorra, αλλά και εξαιτίας άλλων ιστορικών παραγόντων (από τις επιδημίες χολέρας και την καθυστερημένη ενσωμάτωση της περιοχής στον εθνικό κορμό έως και τις δυσκολίες αποκατάστασης που αντιμετώπισε η Νάπολη μεταπολεμικά).

Αυτό το υπαρξιακό βάρος το αποβάλει κανείς και δη οι Ναπολιτάνοι (για αυτό ο Paolo Sorrentino αναφέρεται σε μια συνέντευξή του στον διφυή χαρακτήρα της πόλης: από την μια σε κάνει να την αποστραφείς και από την άλλη σε τραβά σαν δίνη μέσα της) με τον συνδυασμό των στοιχείων θάλασσας και ήλιου, ιδίως την εποχή της άνοιξης- καλοκαιριού (που θεωρούνται ως μια staggione στην Νάπολη). Μια passeggiata από το Castel Nuovo έως και τα όρια του Posillipo μοιάζει τόσο ακαταγώνιστα όμορφη όσο θα έμοιαζε το τραγούδι της Σειρήνας Παρθενόπης (η αρχαία πόλη της Νάπολης συνδέεται με την ομηρικές σειρήνες της Οδύσσειας) στον Οδυσσέα και τους συντρόφους του.

Αριστερά: La bellezza è ovunque ή ακούγοντας το μακρόσυρτο τραγούδι της σειρήνας Partenope. Δεξιά: Ο Fidel Castro. Διαχρονικός φίλος του Diego.

Για αυτό και η Νάπολη μοιάζει με μια γυναίκα ελεύθερη, ανίκανος να την τιθασεύσεις, αυθόρμητη, αφού κάθε γωνιά της σου δίνει γενναιόδωρα την ομορφιά της δίχως να μπορείς να το προϋπολογίσεις, και ολίγον μοναχική, όταν το βράδυ τα φώτα της σε κάνουν να αισθάνεσαι απλά «ανάξιος εραστής».

Αυτή η αίσθηση του πληγωμένου από την πόλη εραστή περιγράφεται στην ναπολιτάνικη διάλεκτο (με προφανείς αναγωγές στην ελληνική γλώσσα) με την λέξη Appocundria (το έχει τραγουδήσει εξαιρετικά ο μεγάλος Pino Daniele). Με την λέξη αυτή δηλώνεται ο αντιφατικός χαρακτήρας της ναπολιτάνικης μελαγχολίας που άλλοτε μοιάζει με σισύφειο άγος (με έναν ευτυχισμένο Σίσυφο όμως) και άλλοτε με έναν (αυτ)-εγκλωβισμό στα Gommora.

 

Διαβάστε ακόμα: Σικελικό ημερολόγιο – Αναζητώντας την ομορφιά των ανθρώπων του σιρόκου

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top