
Το Σύνδρομο του Απατεώνα σε κάνει να αμφισβητείς οτιδήποτε θετικό πετυχαίνεις ή σου έρχεται στη ζωή. «Δεν έκανα τίποτα για να το πετύχω» λες, κι αυτό σε κάνει να το απορρίπτεις, να το απωθείς. (Photo credits: Carl Richards/New York Times)
Πολύ συχνά αναπολώ τις παλιές εποχές. Όχι απαραίτητα αυτές που έζησα, αλλά αυτές που μου μετέφεραν το πώς ήταν. Κι όχι καθ’ ολοκληρία. Αν μπορούσα να πάρω κάποια θετικά πράγματα του σήμερα και να τα μεταφέρω στο τότε, ίσως να φτιαχνόταν μια ουτοπία. Νιώθω πως όσο περισσότερη γνώση βάζουμε μέσα μας για κάποιες ψυχολογικές καταστάσεις, τόσο περισσότερο αναλύουμε, τόσο περισσότερο βασανιζόμαστε και λόγω αυτού αποκτάμε και σύνδρομα. Ένα τέτοιο είναι το Σύνδρομο του Απατεώνα, το λεγόμενο Impostor Syndrome.
Είναι ένα σύνδρομο σαν εκείνες τις δίαιτες που τρως τα πάντα εκτός από ένα φαγητό. Έτσι κι εδώ, αυτό το σύνδρομο το έχουν όλοι εκτός από τους πραγματικούς «απατεώνες».
H πρώτη αναφορά σε αυτό το σύνδρομο εντοπίζεται το 1978 στο έργο των Pauline Rode Clance και Suzanne Imes, που με αυτό τον εύσχημο τρόπο θέλησαν να αποτυπώσουν τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο αμφισβητεί τα επιτεύγματά του, τις ικανότητές του και τα αποδίδει όλα στην τύχη, στη σύμπτωση, στο underperforming.
Οι κατηγορίες των κατά φαντασίαν απατεώνων
Μάλιστα, στην πορεία των ετών, ερευνητές κοινωνικής ψυχολογίας κατέληξαν σε 5 είδη αυτού του συνδρόμου, σε 5 κατηγορίες ανθρώπων ανάλογα με το πώς εκφράζεται το Σύνδρομο του Απατεώνα.
1. Ο Τελειομανής. Είναι εκείνο το άτομο που έχει σχεδιάσει, έχει εκτελέσει, έχει πετύχει αυτό που του τέθηκε ή έθεσε μόνο του, αλλά επειδή σε ένα πολύ μικρό κομμάτι της διαδρομής, τα πράγματα δεν πήγαν όπως είχαν σχεδιαστεί, εστιάζει σε αυτό και νιώθει ότι απέτυχε. Δεν έχει σημασία που σκοπός επετεύχθη.
2. Ο Επαΐων. Αν ο τελειομανής ορίζει την αποτυχία με βάση ένα ελάχιστο λαθάκι, ο Επαΐων την ορίζει a priori με βάση τις γνώσεις που διαθέτει. Αρνείται να αποδεχθεί πως οι άνθρωποι δεν οφείλουμε να τα γνωρίζουμε όλα, αλλά σε μια διαδρομή τα αναζητάμε και τα μαθαίνουμε, γι’ αυτό δεν αποδέχεται καν να δοκιμάσει κάτι σε πολλές περιπτώσεις, για να μη φανεί ότι δε γνωρίζει ή για να μην το καταφέρει ενώ ξέρει πως δεν έχει ένα μέρος της γνώσης.
3. Ο Σόλο. Είναι εκείνος που αν καταφέρει κάτι με τη βοήθεια κάποιου, έστω κι αν αυτή η βοήθεια είναι το 5% του επιτεύγματος, νιώθει τόσο έντονα την ανάγκη να αποδώσει αλλού τα εύσημα και να μην πάρει τίποτα πάνω του. Το επίτευγμα έχει αξία μόνο αν δεν έχει βοηθηθεί από κανέναν. Κάτι τέτοιο, φυσικά, είναι αδύνατον. Κάθε επίτευγμα έχει γίνει επειδή κάποιοι άνθρωποι στη ζωή μας μας εξυπηρέτησαν, έμμεσα ή άμεσα, για να αφοσιωθούμε σε αυτό.
4. Η Ευφυΐα. Όσοι ανήκουν σε αυτή την κατηγορία, είναι αυτοί που θεωρούν επιτυχία να πετύχουν κάτι με ταχύτητα, με άνεση, και αποτυχία το να πετύχουν κάτι έχοντας δυσκολευτεί. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται πως ακόμα κι αυτό που ορίζουν ως εύκολο, δεν είναι όντως έτσι, έχει γίνει με δυσκολία, αλλά επειδή έχουν προετοιμαστεί γνωστικά και συμπεριφορικά από καιρό πριν, το κάνουν σίγουρα πιο εύκολα από κάποιον άλλο.
5. Ο Υπεράνθρωπος. Είναι κάτι που το συναντάμε κυρίως σε γυναίκες. Είναι εκείνα τα άτομα που θέλουν να είναι τέλειοι σε όλους τους ρόλους τους. Μητέρα, σύντροφος, γυναίκα, επαγγελματίας και ό,τι άλλο. Κι αν πετυχαίνουν σε όλα πλην ενός, τότε αισθάνονται αποτυχημένες.
Όλα τα παραπάνω δεν είναι παρά μαρκετίστικοι όροι που κάνουν πιο πιασάρικο και εύπεπτο ένα ζήτημα. Στην ουσία, το Σύνδρομο του Απατεώνα είναι η διαρκής ανάγκη του ανθρώπου να υποβιβάζει οτιδήποτε του εμφανίζεται στη ζωή με ευκολία. Που δεν έχει έρθει με ευκολία, απλά εκείνο το άτομο το θεωρεί έτσι. Κι αυτό δεν αφορά μόνο ατομικά επιτεύγματα, κάτι που κατάφερε στη δουλειά για παράδειγμα. Αφορά και τις ερωτικές του σχέσεις. Το Σύνδρομο του Απατεώνα είναι αυτό που μας κάνει να απορρίπτουμε τους ανθρώπους που εκφράζουν ανοιχτά πόσο ερωτευμένοι είναι μαζί μας, πόσο μας γουστάρουν, πόσο μας ποθούν και ελκόμαστε από τα άτομα που αδιαφορούν για εμάς.
Ο τρόπος που είναι δομημένος ο κόσμος, ενισχύει το Σύνδρομο του Απατεώνα
Όταν όλα αντιμετωπίζονται με όρους όπως Κατάκτηση, Επιτυχία, Αποτυχία, τότε βλέπουμε ακόμα και τους ανθρώπους ως πίστες, ως επιτεύγματα. Άρα, όταν κάποιος μας γουστάρει ανοιχτά, δε μας αφήνει στην αμφιβολία, τον βλέπουμε σαν την κληρονομιά της γιαγιάς μας, σαν το σπίτι που μας άφησαν οι γονείς μας. Δε μοχθήσαμε για αυτό, δεν το αξίζουμε. Ένα διαρκές state of mind που συνδέεται με την κατάκτηση, που έχει διατηρηθεί αναλλοίωτο από τους προϊστορικούς μας προγόνους μέχρι σήμερα.
Το έγραψα εμμέσως και εδώ με αφορμή την Ουτοπία του Γκαλεάνο. Φοβόμαστε να φανεί ότι «αποτύχαμε» σε κάτι, ότι κάτι δεν το γνωρίζουμε, ότι δεν είμαστε καλοί σε κάτι, φοβόμαστε να ζητήσουμε καθοδήγηση, ειδικά αν είμαστε άντρες, κι ενώ με μια μικρή βοήθεια θα μπορούσαμε να φτάσουμε τον στόχο, αποτυγχάνουμε γιατί αρνηθήκαμε να βοηθηθούμε. Και μετράει πολλαπλά μέσα μας το επίτευγμα αν έρθει χωρίς βοήθεια. Γόνιμο κι αυτό, ενισχύει την αυτοεκτίμηση κι αυτοπεποίθηση, αλλά καταλήγει δώρον άδωρον αν την επόμενη φορά υποτιμήσουμε το επίτευγμά μας και το αποδώσουμε στην τύχη ή σε κάποια «πονηριά» από μέρους μας.
Η αδυναμία μας να πούμε κάτι καλό στον εαυτό μας, να δεχτούμε πως μας συμβαίνουν καλά πράγματα, οδηγεί στο Σύνδρομο του Απατεώνα. Και αν σε μια περίοδο της ζωής μας πάει κάτι στραβά, εστιάζουμε σε αυτό αγνοώντας ότι έχουμε όμορφα πράγματα στη ζωή μας και καταλήγουμε να πούμε «μάλλον αυτό μου αξίζει» ή, χειρότερα, «είμαι άχρηστος/η, ανίκανος/η, μου αξίζει να πονάω».
Το Σύνδρομο του Απατεώνα το έχουμε βιώσει όλοι τουλάχιστον μια φορά στη ζωή μας και εντοπίζεται κυρίως στα επαγγελματικά με την ξεκάθαρη μορφή του, αλλά πολύ έντονα στα ερωτικά με την έμμεση μορφή του. Στα επαγγελματικά θα αγνοήσουμε ότι εκπαιδευτήκαμε για χρόνια με πτυχίο και μεταπτυχιακό (ή και διδακτορικό) σε κάτι, κι επειδή θα έχουμε συνηθίσει και θα είναι για μας μια ρουτίνα, θα μετρήσουμε ως δεδομένο το ότι πρέπει να κάνουμε κάτι. «Το μίνιμουμ που πρέπει να κάνω είναι αυτό».
Δεν αντιλαμβανόμαστε πόσα καταφέρνουμε καθημερινά
Αυτή την αντίληψη έχουμε και ως προς τη συμπεριφορά μας και τις αξίες μας. Αν είμαστε καλοί άνθρωποι, αν έχουμε ευγένεια, σεβασμό, αν κοιτάμε τον κάθε άνθρωπο ως ίσο, αν προσφέρουμε τη βοήθειά μας, δε δεχόμαστε το «ευχαριστώ» ή το «μπράβο», δεν ακούμε το «είσαι πάρα πολύ καλό παιδί», γιατί «σώπα καλέ, το αυτονόητο κάναμε».
Ξεχνάμε πως οι απαιτήσεις από τον κάθε ένα μας σε όλα τα πεδία της καθημερινότητας είναι πολλές. Να προσπαθούμε να μην πληγώνουμε ανθρώπους, να δείχνουμε αλληλεγγύη, να ανταποκρινόμαστε στις συμβατικές μας υποχρεώσεις προς το κράτος, να φροντίζουμε το σπίτι μας, να ρωτάμε τους ανθρώπους μας τι κάνουν, να τους στηρίζουμε όταν είναι άσχημα, να δουλεύουμε για να φέρνουμε χρήματα στη δουλειά και να μπορούμε να πάρουμε κι εμείς παραπάνω λεφτά, να βρίσκουμε χρόνο για άθληση, να μαγειρεύουμε, να τρώμε υγιεινά, να βρίσκουμε χρόνο για βιβλία, για ταινίες, για ψυχαγωγία, να έχουμε χόμπι, να παίρνουμε γνώση για άλλα πεδία που δεν άπτονται της δουλειάς μας, να δημιουργούμε χρόνο για να ονειρευόμαστε, να κάνουμε σεξ, να κοιμόμαστε καλά, να πηγαίνουμε τουαλέτα επαρκώς.
Κι ενώ μπορεί να τα καταφέρνουμε με τα περισσότερα από αυτά, δεν το αναγνωρίζουμε, δεν το βλέπουμε γιατί είμαστε μέσα σε αυτό. Και νιώθουμε λίγοι. Νιώθουμε απατεώνες. Εκεί είναι που χρειαζόμαστε έναν άνθρωπο να μας το πει, ακόμα και επιθετικά, ότι τα πάμε περίφημα, ότι είμαστε σπουδαίοι. «Ξύπνα ρε μαλάκα και κοίτα τι έχεις στη ζωή σου», μου είπε πριν μερικούς μήνες ένας φίλος όταν του εξέφρασα την απογοήτευσή μου με μένα κι ότι σκέφτομαι συχνά τον θάνατο. Με «έκραξε» για τα πάντα. Σε αρκετά είχε άδικο. Και το ήξερε. Μου το είπε κιόλας. «Στα λέω μαζεμένα όπως μου έρχονται να σε ταρακουνήσω και εσύ θα βρεις μετά τι να αλλάξεις και τι όχι». Και απέδωσε καρπούς. Από τότε, κάθε φορά που βλέπω στα δεξιά μου κάτι που έχει ο άλλος και θα ήθελα να το έχω, και ζηλεύω, πριν πω «γιατί ρε γαμώτο δεν το έχω κι εγώ;», θα κοιτάξω αριστερά για να δω κάτι που έχω εγώ και το ζηλεύει κάποιος. Και δε νιώθω πια απατεώνας.
Επομένως, το Σύνδρομο του Απατεώνα αντιμετωπίζεται με το περιβάλλον μας, με τους ανθρώπους που έχουμε στη ζωή μας. Αυτοί που χαίρονται ειλικρινά με τη χαρά μας, αυτοί που δεν παρεμβαίνουν χωρίς να τους το ζητήσουμε, αυτοί που μας ρωτάνε πώς νιώθουμε για κάτι και εναρμονίζονται σε αυτό, πριν νιώσουν από μόνοι τους κάτι και πάνε να μας το επιβάλλουν, αυτοί είναι που θα μας πουν ότι δεν είμαστε απατεώνες.
Κι όπως λέει κι εκείνη η viral κυρία στα social media: Αξίζω, αξίζω, αξίζω. Πες το μέχρι να το πιστέψεις.




