
Η ηθοποιός Έλλη Λαμπέτη είχε μια ζωή όχι σαν παραμύθι, αλλά σαν εφιάλτη.
Πόσες αδυσώπητες στιγμές μπορεί να περιλαμβάνει μια ζωή; Οι πιθανότητες να ζήσει κάποιος μια ζωή γεμάτη από πόνο, είναι στο 50-50. Όπως και το να ζήσει μια ζωή με λιγότερο πόνο και μπόλικη χαρά. Σε κάποιους τυχαίνει το δεύτερο, σε άλλους τυχαίνει το πρώτο. Το κακό με τη ζωή είναι ότι αν σου τύχει το δεύτερο, οι χαρές δεν είναι και συντριπτικά τόσες πολλές ώστε να καθιστούν τον πόνο ελάχιστο. Ενώ, στο πρώτο σενάριο, η ζωή δε βαστιέται. Σου δίνει απλόχερα τον πόνο και η χαρά μοιάζει με κουκκίδα. Κάπως έτσι θα μπορούσε να περιγραφεί η ζωή της Έλλης Λαμπέτη.
Ηθοποιός από αυτές που άφησαν ανεξίτηλο το σημάδι τους στην υποκριτική σκηνή, στο θέατρο και το σινεμά, αν και το τελευταίο δεν το αγαπούσε τόσο. Ήταν ταγμένη στο θέατρο και ακολουθούσε ένα μονοπάτι που την έθετε στο στόχαστρο των κριτικών ακόμα και σε ένα διάστημα της ζωής της στο οποίο είχε διαγνωστεί με τον καρκίνο και έδινε μάχη. Όμως, τότε θεωρείτο ως και ντροπή για μια γυναίκα να έχει καρκίνο του μαστού -ναι, ακόμα κι αυτό που σε αυτή την τόσο συντηρητική εποχή μας μοιάζει αδυνατό να ισχύει, ίσχυε.
Η Λαμπέτη γεννήθηκε στα Βίλια το 1926, σε μια οικογένεια με άλλα 5 παιδιά. Και γεννήθηκε μαζί με τον αδερφό της, τον δίδυμο, τον Τάκη. Αντιλαμβάνεται κανείς πως μια οικογένεια σε ένα επαρχιακό σημείο, δε θα μπορούσε να τα φέρει βόλτα εύκολα. Αυτό δεν εμπόδισε τη χαρά και την αγάπη από το να είναι σε αφθονία σε αυτό το σπίτι.
Ήξερε πως θέλει να γίνει ηθοποιός από τα 6 της. Έτσι είχε εκμυστηρευτεί σε μια συνέντευξή της. «Από έξι χρονών ήξερα ότι θα γίνω ηθοποιός. Δεν το ήξερε όμως κανένας. Έλεγα ό,τι μου κατέβαινε. Τη μία θα γίνω συγγραφέας, την άλλη θα γίνω πιανίστα. Τους είχα τρελάνει».

Είχε τα πιο μελαγχολικά μάτια. Όχι τυχαία.
Ηθοποιός από τα γεννοφάσκια της
Ο θείος της Σταμάτης Λούκος (αυτό ήταν το αληθινό της επώνυμο), που ήταν αριστούχος απόφοιτος της Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, κατάλαβε ότι υπάρχει ταλέντο και την καθοδήγησε. Όταν η οικογένειά της ήρθε στην Αθήνα, εκείνη δεν είχε μπει ακόμα στην εφηβεία. Φερόταν όμως ως πολύ μεγαλύτερη από την ηλικία της. Γι’ αυτό δεν άργησε να ξεκινήσει να διεκδικεί το όνειρό της. Πρώτα, είδε τον αδερφό της να πεθαίνει από φυματίωση. Σε ηλικία 15 ετών, δεν ήξερε ακόμα πώς να το διαχειριστεί μέσα της, δεν ήξερε πόσο έπρεπε να πονέσει, να τον κλάψει.
Σε αυτή την ηλικία πήγε στη Σχολή του Εθνικού, όπου την απέρριψαν. Και μετά στη σχολή της Μαρίκας Κοτοπούλη, όπου εκεί την απέρριψε ο Δημήτρης Χορν, ένας από τους δασκάλους της σχολής και μέλος της επιτροπής που ενέκρινε και απέρριπτε υποψηφίους.
Η Κοτοπούλη όμως είχε διαφορετική άποψη και το πήρε πάνω της. Την έβαλε δίπλα της, της έδωσε ρόλους και η Λαμπέτη πολύ γρήγορα άρχισε να καταπλήσσει τα πλήθη.
Εκείνο το διάστημα γνώρισε και τον πρώτο της έρωτα, έναν πλούσιο Έλληνα του Παρισίου, για χάρη του οποίου πηγαινοερχόταν και άφησε ως και την υποκριτική. Ήταν σφόδρα ερωτευμένη μαζί του και όταν χώρισαν, ήθελε να τα παρατήσει όλα. Η Κοτοπούλη ήταν αυτή που την κράτησε στα συγκαλά της, που την επανέφερε.
Το 1949, ούσα 23 ετών, θεωρείτο σχεδόν φτασμένη ηθοποιός, είχε λάβει πλήθος χειροκροτημάτων και αποθέωσης. Τότε γνωρίζει τον Αλέκο Αλεξανδράκη, αλλά η σχέση τους αντέχει μερικούς μήνες, μιας και είχαν έντονες καλλιτεχνικές διαφωνίες.
Έναν χρόνο μετά, γνωρίζει τον Πλωρίτη και παντρεύονται. Ο γάμος τους κράτησε 3 χρόνια και τελείωσε φιλικά. Άλλωστε, είχαν από νωρίς καταλάβει πως ήταν βιαστική επιλογή.
Το κεφάλαιο «Δημήτρης Χορν»
Κι εδώ είναι που εμφανίζεται ο Χορν. Δημήτρης Χορν. Εκείνη τον έλεγε Τάκη. Όπως έλεγαν τον αδερφό της. Με τον Χορν, που την είχε απορρίψει κάμποσα χρόνια πριν, στις αρχές αντιπαθούσαν ο ένας τον άλλο, όπως είχε αποκαλύψει ο Χορν. Όμως, μετά, ο έρωτας ήταν μεγάλος. Και κράτησε 7 χρόνια.
«Θυμάμαι, παίζαμε τη “Νόρα”, ένα έργο που εμένα δεν μου άρεσε ούτε σαν έργο, ούτε σαν ρόλος. Και επειδή δεν ήμουν καλή, έκανα καζούρα στον εαυτό μου. Δηλαδή, επειδή δεν μπορούσα να μιμηθώ στον Χορν πώς έπαιζα, γιατί δεν είμαι καλή μίμος του εαυτού μου, υπερέβαλα κάνοντας καρικατούρα του εαυτού μου. Αυτοσαρκαζόμουν. Αυτό του έκανε τόση εντύπωση που ξετρελάθηκε. Κι εκεί πιστεύω ότι με ερωτεύτηκε. Το γεγονός ότι ήμουν μια ηθοποιός που γελοιοποιούσε τον εαυτό της τόσο επιτυχημένα, τον είχε κερδίσει. Μάλιστα μου είχε πει πως αυτό που κάνω είναι “too good to be true”».
Οι δυο τους θαύμαζαν πολύ ο ένας τον άλλο. Η Λαμπέτη ήταν, αν όχι η μόνη ηθοποιός, μια από τις λίγες για τις οποίες ο Χορν θα έλεγε ότι αξίζει περισσότερα από τον ίδιο. Και η μεγάλη τους απόσταση σε επίπεδο καταβολών, ήταν ένα καλό λίπασμα για να ανθίσει η σχέση. Κάποια στιγμή όμως θα μαραινόταν.

Με τον Δημήτρη Χορν στα ντουζένια της σχέσης τους.
«Με τον Τάκη ζήσαμε ωραία εφτά χρόνια. Ωραία, βέβαια, είναι ένας λόγος. Έρωτας με δόντια – τρωγόμαστε κι αγαπιόμαστε συγχρόνως. Ήταν τότε όταν σμίξαμε, που ο Βόκοβιτς είχε πει το περίφημο: «Για να δούμε πώς θα ταιριάξουν οι Βερσαλίες με τα Βίλλια». Δηλαδή ο Χορν με την υψηλή του καταγωγή κι εγώ η χωριατοπούλα… Και νομίζω ότι δεν είχε κι άδικο, γιατί η κοινωνική διαφορά μας, η διαφορά αγωγής, επιπέδου, συνηθειών, ήταν μια από τις βαθύτερες αιτίες που τελικά χωρίσαμε».
Στη διάρκεια των 7 ετών θα κάνουν μαζί και ένα παιδί, θα το κυοφορήσει για την ακρίβεια, αλλά θα επιλέξουν την έκτρωση. Δεν το ήθελαν και οι δύο. Η Λαμπέτη γιατί πίστευε πως θα πρέπει να αφοσιωθεί για τουλάχιστον 5 χρόνια στο παιδί και να αφήσει την καριέρα της, ο Χορν γιατί κι αυτός ήταν αφοσιωμένος στην τέχνη του.
«Αν έκανα παιδί, έπρεπε να αφήσω το θέατρο τουλάχιστον πέντε χρόνια για να το μεγαλώσω, όπως θα ήθελα εγώ. Τόσο αγαπούσα τα παιδιά που δεν είχα κάνει. Επειδή ήξερα πως δεν μπορώ με την δουλειά μου να είμαι μάνα, όπως το εννοούσα». Μια δεύτερη απώλεια, έστω κατ’ επιλογή.
Από τα 7 παιδιά, είχαν μείνει μόνο τα 2 ζωντανά
Στο διάστημα αυτής της σχέσης, η ηθοποιός θα δει και τις 3 από τις 5 αδερφές της να πεθαίνουν από καρκίνο του μαστού. Μια ασθένεια που κάποια χρόνια μετά θα έφτανε και στο κατώφλι της. Νεκρή βρέθηκε και η 4η από τις 5 αδερφές της, η οποία ξεπέρασε τον καρκίνο του μαστού, αλλά σκοτώθηκε όταν ένα ΚΤΕΛ στο οποίο επέβαινε, έπεσε από το γκρεμό κάπου στα Ιωάννινα. Ήδη, ως εδώ, η ζωή μοιάζει να την έχει σημαδέψει και να τη χτυπάει αλύπητα.
Σα να λειτουργούσε όπως οι αδυσώπητοι μαφιόζοι που δε σκοτώνουν εσένα κατευθείαν όταν τους χρωστάς, γιατί θέλουν να πάρουν τα λεφτά τους, οπότε σε απειλούν με τις ζωές των ανθρώπων που αγαπάς. Ποιο γραμμάτιο χρωστούσε στη ζωή η Έλλη Λαμπέτη; Μόνο η ίδια η ζωή το ξέρει.
Μετά τον Χορν, η ηθοποιός θα γνωρίσει τον Φρέντι Γουέικμαν, συγγραφέα, που θα είναι και ο τελευταίος της σύζυγος. Γνωρίστηκαν το 1959 και έμειναν μαζί για 17 χρόνια. Τα περισσότερα όμως σε διάσταση, αφού η σχέση τους δεν την ικανοποιούσε.
«Με τον Φρεντ δεν είχαμε εκείνο το ωραίο που υπήρχε ανάμεσα στο Χορν κι εμένα: Ισοτιμία και αμοιβαία εκτίμηση. Ίσως επειδή με τον Τάκη είχαμε το ίδιο επάγγελμα δεν μπορούσε να κρυφτεί ο ένας από τον άλλον. Μαλώναμε για το ποιος αξίζει πιο πολύ. Εγώ πίστευα ότι αξίζει εκείνος κι εκείνος πίστευε ότι αξίζω εγώ. Είχαμε έναν αμοιβαίο, θαυμασμό, απόλυτο και ειλικρινή. Αυτός μας έδενε. Το ξέρω τώρα ότι είμαστε πολύ διαφορετικοί για να ζήσουμε καλά μαζί, αλλά ήταν μια ωραία σχέση. Με τον Φρεντ δεν υπήρχε αμοιβαία εκτίμηση. Θαυμάζαμε ο ένας τον άλλον για πράγματα ασήμαντα. Ήταν ένα είδος παρεξήγησης που κράτησε 17 ολόκληρα χρόνια. Και ο χαμένος ήταν εκείνος γιατί κατέστρεψε την ζωή του. Του έλεγα φύγε και δεν έφευγε».
Στα πρώτα χρόνια αυτής της σχέσης, ένας συνάδελφος της Λαμπέτη της εμπιστεύτηκε την ανατροφή και φύλαξη ενός εξώγαμου παιδιού που είχε κάνει. Η Λαμπέτη, που είχε επιθυμία να κάνει παιδιά, θεώρησε ότι η ζωή της την έδινε, έστω διά της πλαγίας οδού. Αγάπησε το κοριτσάκι, την Ελίζα, και είχε ξεχάσει πως δεν είναι μαμά της. Πίστευε πως θα την έχει για πάντα μαζί της. Όταν ο πατέρας πήρε πίσω το παιδί, η Λαμπέτη αντέδρασε, συγκρούστηκαν και οδηγήθηκαν στα δικαστήρια, με την υπόθεση να γίνεται πρώτο θέμα στα έντυπα.

Το τελειωτικό χτύπημα δόθηκε το 1969, όταν διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού και η ίδια, και κράτησε 14 χρόνια, μέχρι την 3η Σεπτεμβρίου 1983, όταν και άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο της Νέας Υόρκης όπου είχε μεταβεί.
Ηθοποιός: το μόνο που της είχε απομείνει
Στην ψυχή της, ήταν κι αυτή μια επώδυνη απώλεια. Ούτε εδώ σταμάτησε η ζωή. Α, ξεχάσαμε να αναφέρουμε πως είχε πεθάνει και η μητέρα της από σφαίρα. Δεν ήταν δηλαδή μόνο ότι πέθαιναν οι άνθρωποί της, αλλά και ο τρόπος που πέθαιναν. Σα να την περιγελούσε η ζωή.
Το τελειωτικό χτύπημα δόθηκε το 1969, όταν διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού και η ίδια, και κράτησε 14 χρόνια, μέχρι την 3η Σεπτεμβρίου 1983, όταν και άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο της Νέας Υόρκης όπου είχε μεταβεί. Μετά την πρώτη επέμβαση στη Νέα Υόρκη, το 1969, είχε καλυτερέψει και είχε επανέλθει θεατρικά, έχοντας ως μόνιμο παρτενέρ της τον Κώστα Καρρά. Σε αυτό το διάστημα δέχτηκε την πιο σκληρή κριτική. Το 1980, ο καρκίνος επανέρχεται.
«Αργώ πολύ να πεθάνω και είναι δυσάρεστο γιατί αλλάζει ο χαρακτήρας μου πολύ γρήγορα. Έχω κοπεί από τους ανθρώπους και από κάθε ενδιαφέρον. Κυρίως αποκόβομαι από τον εαυτό μου. Νόμιζα πως είχα ταλέντο, καμάρωνα γι’ αυτό, χαιρόμουν που πήγε χαμένο. Και τώρα ξέρω πως είχα ταλέντο αλλά επίσης πήγε χαμένο. Δεν φταίνε ούτε οι συνθήκες. Κατάλαβα ζώντας ότι πήγε χαμένο γιατί δεν ήταν αρκετό. Έπρεπε να ανακαλύψω κι άλλες πικρές αλήθειες. Αν δεν βιαστεί ο Θεός… Έγινε η ζωή μου κουραστική. Αναπνέω δύσκολα, έχω πόνους συνεχώς, κοιμάμαι μόνο με φάρμακα και κυρίως αυτό το απόθεμα της αγάπης που είχα μέσα μου για τους ανθρώπους όλο χάνεται. Φτάνει ως εδώ».
Στο πλάι της στο νοσοκομείο ήταν η τελευταία επιζήσασα αδερφή της, η Αντιγόνη. Σε μια αναλαμπή, γύρισε και της είπε «Αντιγόνη, λυπήσου με». Και ξεψύχησε.
* Φωτογραφίες: Έλλη Λαμπέτη/Instagram
Διαβάστε ακόμη: Όταν η Λάσκαρη προκάλεσε σκάνδαλο με το φόρεμα της στις Κάννες




