Ο Φοίβος κάνει διακοπές στο χωριό και σκέφτεται εκείνη. Μέχρι που εμφανίζεται στο μπάνιο η ξαδέρφη του.

Ο Αύγουστος είναι η στιγμή της απελευθέρωσης γιατί ενώνεις ιδρώτες μακριά από την πόλη, από τον τόπο που σε ρουτινιάζει. Η Γιώτα, ο Φοίβος, η Μάιρα κι ο Ηλίας, χαρακτήρες που μας συστήθηκαν σε αυτές εδώ τις ιστορίες, αφήνουν για λίγο την Αθήνα και μεταφέρουν τα σώματα και τις κ@υλες τους σε χωριά και νησιά. Fictional; Μυθιστορίες; Διαβάζοντάς τες, θα δεις πως μάλλον όχι.

Ο Φοίβος κι η ξαδέρφη στο ντουζ στο χωριό

Ο Φοίβος βλέπει τα stories της δέκα φορές τη μέρα. Αυτή κανένα δικό του. Όχι ότι είναι καλός σε αυτό το πράγμα. Τα μισεί τα social κατά βάθος. Αλλά, καμιά φορά, τα λέγανε οι δυο τους εκεί μέσα, έστελναν τραγούδια και emojis. Αυτή τώρα έχει πάει με γονείς στο σπίτι τους στην Τήνο κι αυτός με δικούς του γονείς στο χωριό. Σίγουρα θα τη γουστάρουν όλοι εκεί πέρα. Αυτός βαριέται την ζωή του. Ακούει να λένε τι ωραία που είναι η ηλικία των δεκάξι και πώς όλοι οι μεγάλοι θέλουν να επιστρέψουν στα θρανία ξανά και τέτοιες παπαριές και απορεί.

Αυτός θέλει να μεγαλώσει, να έχει λεφτά, να οδηγεί μηχανή (καλύτερη από αυτήν του αδερφού του, εννοείται) και να έχει γκόμενες ή έστω μία γκόμενα και να μην πηγαίνει άλλο το καλοκαίρι στο χωριό, αλλά να δει και κανένα νησί, την Τήνο, ας πούμε, τυχαίο παράδειγμα. Τα παιδιά από το χωριό λένε πως γάμησαν και πως γαμάνε. Ο Φοίβος δεν γουστάρει να λέει ψέματα, οπότε απλώς φουσκώνει την πραγματικότητα: λέει πως έχει δώσει πίπες (ουσιαστικά, του τον είχε παίξει μία άκυρη από το Β3 στο σινεμά ένα βράδυ κοντά στα Χριστούγεννα μια φορά και είχαν φιληθεί με πολλά δόντια και σάλια) και πως έχει φασώσει πολλές γκόμενες (στην πραγματικότητα, έχει φασώσει δύο, μία το καλοκαίρι της τρίτης γυμνασίου προς πρώτη λυκείου και μία στο πάρτυ ενός φίλου του την περασμένη άνοιξη, λίγο μεγαλύτερη, που του την είχε πέσει πρώτη κι όλα ωραία και καλά).

Ο Φοίβος πρέπει να γαμήσει επειγόντως και ονειρεύεται να γαμήσει εκείνη και μόνο εκείνη-φοβάται ότι είναι ερωτευμένος, όπως λένε, και δεν τα μπορεί καθόλου αυτά τα ρομαντικά. Ο πούτσος του σηκώνεται εφτά φορές τη μέρα και θέλει να τον τραβάει συνεχώς, να ησυχάσει. Η μάνα του έχει σίγουρα καταλάβει πως τον παίζει και αυτός ντρέπεται, σκέφτεται ότι είναι ανώμαλος και πως τα άλλα παιδιά δεν έχουν τόσες καύλες και δεν ξέρει πού να μιλήσει.

Την τέταρτη, βασανιστική μέρα διακοπών, ο Φοίβος επιστρέφει νωρίτερα, με το ποδήλατο, από τη θάλασσα, γιατί το ίδιο βράδυ θα κάνουν beach party με τα παιδιά και θέλει να είναι έτοιμος από νωρίς, να πάνε να ψωνίσουν διάφορα. Ίσως φέτος δοκιμάσει μπάφο, όλοι καπνίζαν πέρσι και δεν πάθανε τίποτα. Μπαίνει στο κάτω ντους, το μικρό, χωρίς να ανάψει θερμοσίφωνο και του’ ρχεται στο μυαλό το πρωινό στόρυ Εκείνης: τα χέρια μπροστά στο στήθος, τόπλες και καλά και από κάτω ένα κατάλευκο μαγιώ με κορδόνια, σηκωμένα ψηλά μέχρι την μέση της. Γελάει στον φακό και τα μαλλιά της πέφτουν κάπως πάνω στο πρόσωπο.

Αρχίζει να χαϊδεύεται και χαλαρώνει πολύ στην σκέψη πως το σπίτι είναι ακόμα άδειο. Είναι πρησμένος, ετοιμάζεται να χύσει στο προσωπάκι της μες στην φαντασία του, μέσα από νερά, σαπουνάδες και κόκκους άμμου στα πόδια του που δεν απορροφά καλά το σιφόνι. «Τι κάνεις εκεί, εσύ;», ακούει μια φωνή και τινάζεται. Από την πόρτα του μπάνιου ξεπροβάλλει ένα γυναικείο κεφάλι που δεν έχει ξαναδεί-ξανθές, σφιχτές μπούκλες, μεγάλα χείλη και κρίκο στη μύτη. «Πρέπει να είσαι ο Φοίβος. Η Λένα είμαι, ρε! Θα πρέπει να με θυμάσαι, αν και τα τελευταία τρία καλοκαίρια δεν έχω έρθει χωριό…»

Νιώθει το χέρι της να τυλίγει απαλά τα αρχίδια του, ενώ εκείνη τον κοιτά με το πιο γλυκό ύφος του κόσμου. «Δεν θα μάθει κανένας τίποτα».

Η Λένα, η Λένα, η Λένα! Η μοναχοκόρη του θείου Μήτσου, που όλο διάβαζε και δεν μίλαγε σε κανέναν στο τραπέζι, που πέρασε πρόπερσι Ιατρική και ήταν ο φωστήρας της οικογένειας, α, ναι, η δεύτερη ξαδέρφη του. Ο Φοίβος δεν ξέρει τι να πει, κρύβει τη γύμνια του κυρτώνοντας το κορμί του. Η Λένα μπαίνει στην τουαλέτα, κλείνει την πόρτα και αρχίζει να γδύνεται. Ο Φοίβος ζαλίζεται. Απ’ έξω, τα τζιτζίκια κάνουν χαμό.  «Θα κάνω ένα γρήγορο ντους, μην ενοχλείσαι».

Εντελώς γυμνή, έρχεται απρόσκλητη στο ντους μαζί του και βρέχει το κεφάλι της. Οι μπούκλες της ισιώνουν από το νερό και τα μαλλιά καλύπτουν τις ρώγες της τελείως. Ο Φοίβος νιώθει ντροπή, καύλα, επιθυμία να της ρουφήξει τα βυζιά, να την χουφτώσει, να την βρίσει και μετά να εξαφανιστεί. Νιώθει το χέρι της να τυλίγει απαλά τα αρχίδια του, ενώ εκείνη τον κοιτά με το πιο γλυκό ύφος του κόσμου. «Δεν θα μάθει κανένας τίποτα», την ακούει να λέει μέσα από τα τρεχάμενα νερά και ύστερα σκύβει και του παίρνει το πουλί στο στόμα. «Μη χύσεις ακόμα», του λέει ανάμεσα στις βαθιές ρουφηξιές της.

Ο Φοίβος αναστενάζει και δεν ξέρει τι να κάνει με τα χέρια του. Στις τσόντες έχει δει ότι πιάνουν το κεφάλι. Λίγα λεπτά μετά, η ξαδέρφη έχει σκύψει ανάποδα μπροστά του με το μουνί και τον κώλο διάπλατα. Θέλει να τα δει καλά, θέλει να δει το πρόσωπό της πάλι, να την περιεργαστεί ολόκληρη. Μοιάζει να μην έχει χρόνο. «Πήδα με», του λέει η Λένα πολύ ήρεμα κι ευγενικά. Ο Φοίβος βάζει το πουλί εκεί που νομίζει ότι είναι το σωστό και πηγαινοέρχεται μες στο σώμα της αμήχανα. Αυτή χορεύει κανονικά και αναστενάζει. Ο Φοίβος θέλει να χύσει, νιώθει να παίρνει φωτιά. «Κρατήσου», του λέει αυτή. Δεν έχει ιδέα πώς να κρατηθεί.

Τραβιέται έξω από το σώμα της και χύνει ψηλά στα κωλομέρια της. Το σπέρμα φτάνει μέχρι τα μαλλιά της. Τα αυτιά του βουίζουν. Ακούνε φωνές από την αυλή -κάποιοι από όλους πρέπει να επέστρεψαν από την παραλία. Η ξαδέρφη βγαίνει από την ντουζιέρα και του δίνει ένα πεταχτό φιλί αλαφιασμένη: «Θα δοκιμάσουμε και απόψε μετά το πάρτυ, αν θες. Για να χύσω κι εγώ λιγάκι. Γεια σου, ξαδερφάκι, την κάνω γρήγορα εγώ τώρα, εσύ βγες σε λίγο. Και όλα καλά. Αυτό είναι το μυστικό μας».

Ο Φοίβος σκουπίζεται και κοιτά τη μούρη του στον καθρέφτη. «Γάμησα», λέει από μέσα του στον εαυτό του και νιώθει ότι έχει στύση ξανά.

Η Γιώτα έχει καιρό να κάνει σεξ. Στο καράβι για το νησί είναι ένας ξένος. Μια τζούρα ο καθένας κι ένα «Come with me για να τη βρούμε στις τουαλέτες» αρκούν για να σηκωθεί παλίρροια.

Η Γιώτα παραμέρισε το εσώρουχό της και του ζήτησε να την γλείψει -δεν βρήκε καμία αντίσταση σε αυτό και, μάλιστα, ο άγνωστος, ευειδής, νεαρός κύριος με τα ξανθά μούσια (που τίποτα δεν ήθελε να μάθει για εκείνον, ούτε όνομα, ούτε καταγωγή, ούτε ηλικία) είχε πολύ καλή γλώσσα.

Σεξ στην τουαλέτα του καραβιού

«Γάμα με, γάμα με, γάμα με», λέει πνιχτά η Γιώτα στον ανώνυμο τύπο μες στην τουαλέτα των Blue Star Ferries. Τόσες ώρες ταξίδι δε θα βγαίνανε αλλιώς. Την κοίταζε όλη την ώρα επίμονα. Καπνίζανε κι οι δυο έξω στην κουπαστή (τα μάτια κλείστε/γλυκά ακουμπήστε/στην κουπαστή), η Γιώτα άκουγε μουσική από τα ακουστικά της, πάντα είναι ωραίο να βάζεις το soundtrack των διακοπών σου, άλλο ένα τετραήμερο στο σπίτι του κολλητού της, πάλι και φέτος φιλοξενούμενη, πάλι ημιάφραγκη, γιατί πλήρωσε μια ακριβή ΔΕΗ, αλλά ποιος χέστηκε, απόψε θα πίνει τεκίλες ξυπόλυτη, ωραίος αυτός δίπλα, «τα μάτια κλείστε/και δώστε στ’ όνειρο τρελά φιλιά». Την κοιτάει απροκάλυπτα, απευθείας στο πρόσωπό της, μόνο που δεν της φυσά τον καπνό πάνω στα μάτια της.

Η Γιώτα, μέχρι να τελειώσει η Μπαλανίκα το τραγούδι, αποφασίζει να εκτεθεί. Κατεβάζει τα ακουστικά και λέει: «Έχω καιρό να κάνω σεξ». Ο τύπος δεν μιλά ελληνικά, της πήρε μερικά δευτερόλεπτα να το καταλάβει. Βέβαια, κάποιες λέξεις είναι γιουνιβέρσαλ. «Sex?», του ξαναλέει, πλησιάζοντάς τον. Ω, μυρίζει καταπληκτικά. Κάνει να την φιλήσει. Η Γιώτα αποτραβιέται. «Come with me», του λέει. Στριμώχτηκαν διακριτικά σε μια από τις αντρικές τουαλέτες, που δέχονται ούτως ή άλλως και λιγότερες επισκέψεις. Οι μισοί άνθρωποι στο καράβι κοιμούνταν και οι εργαζόμενοι με τις γελοίες στολές τους ήταν βαριεστημένοι και στον κόσμο τους.

Η Γιώτα παραμέρισε το εσώρουχό της και του ζήτησε να την γλείψει -δεν βρήκε καμία αντίσταση σε αυτό και, μάλιστα, ο άγνωστος, ευειδής, νεαρός κύριος με τα ξανθά μούσια (που τίποτα δεν ήθελε να μάθει για εκείνον, ούτε όνομα, ούτε καταγωγή, ούτε ηλικία) είχε πολύ καλή γλώσσα. Την καύλωσε αδιανόητα πολύ, θα μπορούσε να τον χύσει στο στόμα, αλλά ήθελε να τον καβαλήσει όπως και δήποτε.

Καθισμένος αυτός στην λεκάνη, περνάει γρήγορα το προφυλακτικό (ωραίο καυλί, αριστοκρατικό, μεσαίου μεγέθους, αρκούντως χοντρό και μακρύ, αλλά όχι τίποτε τροματικό, ευτυχώς ιδανικό για βαθιές, άγριες διεισδύσεις) και αυτή κάθεται μονομιάς, με το μουσκεμένο και καλά σαλιωμένο μουνάκι της, πάνω του. Θέλει να την φιλήσει πάλι -η Γιώτα το αποφεύγει ξανά, άλλο αγάπη και άλλο σεξ, καρδιά μου. Νιώθει την κλειτορίδα της να τρίβεται στις τρίχες της κοιλιάς του, σφίγγεται πάνω του και τελειώνει απολαυστικά και ζεστά. Συνεχίζει να κοπανιέται πάνω του για να κάνει κι εκείνον να τελειώσει. «Γάμα με θα πει fuck me, fuck me, fuck me…» Του άρεσε το αγγλικό και εξερράγη μέσα της ο βλάκας. Η Γιώτα ελπίζει να να μην έσπασε κανένα προφυλακτικό.

Μόλις αποτραβιούνται, η Γιώτα του δίνει ένα φιλί στην άκρη της μύτης και χαμογελά. «Thank you so much for that, my friend». Ο friend δεν θα ξεχάσει ποτέ την καυλωμένη Ελληνίδα που τον άρπαξε, στο πρώτο του summer in Greece. Ίσως, μάλιστα, αποφασίσει να έρχεται κάθε χρόνο.

Ο Ηλίας έψαχνε στο νησί κάποια ή κάποιον να γ@μήσει. Η Αλίκη και ο Τόλης και η φίλη τους η Μάιρα, έγιναν, εν αγνοία τους, το θήραμά του. Η κατάληξη; Ένα τρίο κι ένας αυνανισμός στο σκάφος.
Κατακαλόκαιρο και διακοπές: Πώς τελειώνει η καλοκαιρινή κ@υλα (part 2)

Η Μάιρα, η Αλίκη και ο Τόλης, ο Ηλίας. Μια παρέα που ξεκίνησε ένα βράδυ με τσίπουρα σε μια ταβέρνα στο νησί και κατέληξε σε ένα σκάφος με τρίο και αυτοϊκανοποίηση.

Το καρέ της κ@υλας σε ένα σκάφος

Όπως ακριβώς ο Ηλίας έχει αποφασίσει να πηγαίνει κάθε χρόνο στο ίδιο μέρος, μετά από δυο γεμάτες δεκαετίες περιπλανήσεων και εξερευνήσεων. Έχει βρει τις παρέες του και του αρέσει να υποδέχεται τις νέες φουρνιές επισκεπτών κάθε Αύγουστο σαν ημι-ντόπιος. Κάθε καλοκαίρι, μερικά νόστιμα σεξάκια, είτε με κορίτσια είτε με αγόρια, πλούτιζαν τις μέρες και τις νύχτες του. Ο Ηλίας ήθελε όλη μέρα θάλασσα και τίποτε άλλο. Εντάξει, κι ένα καλό δείπνο μετά το ηλιοβασίλεμα. Ritual απαράγραφο. Φέτος, κάτι είχε αλλάξει στο νησί, ο κόσμος του φαινόταν ξεκαύλωτος και το vibe δεν γκρούβαρε με τίποτα. Μήπως είχε μεγαλώσει κι αυτός; Πενηντάρης πράγμα να ψάχνεται σαν έφηβος;

Όχι, όχι, αυτή ήταν η φωνή του πατέρα του, σύμφωνα με τον  οποίο έπρεπε να είχε από χρόνια γίνει μπαμπάς και σύζυγος. Την ίδια άποψη για το μέρος είχε και η Μάιρα, που σύρθηκε μετά της κολλητής και του αγοριού της, να διακοπάρει δήθεν για να ξεπεράσει Εκείνον. Η Μάιρα είχε δηλώσει εξ αρχής πως δεν έκανε καθόλου κέφι ποτά, φλερτ και προξενιά με μεθυσμένους τύπους που τάζουν έρωτας κάτω από τ’ αστέρια για να τους πάρουν πίσω μετά, από καλό Σεπτέμβρη. Ο Ηλίας πρόσεξε την καινούργια τριάδα: ένα ζευγάρι και την ομορφούλα φίλη τους. Η γκόμενα του ζευγαριού δεν του γέμισε το μάτι -πολλά tattoo για τα γούστα του, πολλά καφτάνια και ταγάρια. Ο δικός της όμως ήταν ο τύπος του. Έμοιαζε κάπως με τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, κοντός, μελαχρινός, με σκουλαρίκια, αδύνατος. Η φίλη τους κατέβαινε αργά για μπάνιο στην παραλία της Χώρας, όπου όλοι έριχναν την πρώτη βουτιά της μέρας. Την είχε μπανίσει την χοντρούλα: καταπληκτικό στόμα, μαλλιά μακριά ως τον κώλο και δέρμα κατάλευκο.

Η Μάιρα δεν είχε προσέξει το βλέμμα του Ηλία, αφού ο νους της ήταν στραμμένος συνεχώς σε Αυτόν και τρωγόταν κάθε τόσο να του στείλει ή να γυρίσει πίσω στην Αθήνα να τον βρει -αν βρισκόταν εκεί και δεν έτρεχε πάλι σε μέρη μακρινά με την σανίδα του για να δαμάσει τα κύματα. Ένα βράδυ, έμειναν μόνο οι τέσσερίς τους στην κλασική ψαροταβέρνα του Λουκά: η τριάδα στο ακριανό τραπέζι και ο Ηλίας στο κέντρο του μαγαζιού, έχοντας χαιρετήσει ήδη το μισό νησί. «Να κεράσω ένα τσίπουρο ακόμα;», σκέφτηκε να τους πει και το ‘κανε. Η τατουαζαρισμένη γούσταρε και είπε το ναι. Κάθισαν όλοι μαζί και συστήθηκαν. Η Μάιρα ανόρεχτη, αλλά πολύ γλυκιά και χαμογελαστή. Ο Παπασπηλιόπουλος λεγόταν Τόλης στην πραγματικότητα και ήταν τεχνικός ήχου. Η κοπέλα του Αλίκη και ήταν δικηγόρος. Του Ηλία, όμως, του άρεσε πολύ το όνομα Μάιρα.

Οι επόμενες δύο μέρες κύλησαν με τους τέσσερίς τους αχώριστους -ο Ηλίας τους πήρε στο σκάφος που νοίκιαζε κάθε χρόνο βόλτα και τους έδειξε τις απίθανες βραχονησίδες γύρω από το νησί και μια παρθένα παραλία που λίγοι γνώριζαν. Την τελευταία μέρα των διακοπών, τα παιδιά τού ζήτησαν να πάνε ένα ακόμα μπάνιο εκεί: τα νερά σχεδόν πράσινα, η άμμος ψιλή και χρυσαφιά, γύρω βράχια λευκά και αρμυρίκια που ξέρναγαν από κάθε φύλλο τους δροσιά θαλασσινή. Όνειρο. Η Μάιρα δεν είχε κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ και ξάπλωσε απευθείας για λίγο ύπνο ακόμα στην σκιά ενός από τα δέντρα. Στο όνειρό της είδε Εκείνον, να έρχεται λέει στο νησί για να την παντρευτεί, αυτή όμως δεν τον ήθελε και του κράταγε μούτρα και Εκείνος την κυνήγαγε και κάπου τρέχανε και δίπλα βόσκαγαν κάτι αγιροκάτσκα.

Η Μάιρα έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη έβαλε δυο δάχτυλα μέσα από το μαγιώ, έπαιξε γρήγορα το μουνάκι της και καθώς τους έβλεπε να ξεσκίζονται σαν θηρία ανήμερα, έχυσε κι αυτή.

Μόλις άνοιξε τα μάτια, δεν είχε ιδέα πόση ώρα αφού την πήρε ο ύπνος, είδε κάτι που νόμιζε ως συνέχεια του σουρεάλ ονείρου της: ο Ηλίας γάμαγε την Αλίκη στα τέσσερα και ο Τόλης τής έδινε πίπα at the same time. Όλοι τους γυμνοί, στην άλλη άκρη της μικρούλας παραλίας και μόνο το σκάφος αραγμένο στην θάλασσα, μπροστά τους. Ακουγόταν μόνο ο ήχος από τα σώματά τους και οι αναστεναγμοί των αντρών.

Η Μάιρα δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, επέλεξε να κάνει πως κοιμάται ακόμα. Έπεσε μπρούμυτα, φορώντας πάντα τα γυαλιά ηλίου τους και τους έπαιρνε μάτι κανονικά. Πώς συνέβη αυτό κι εκείνη δεν πήρε χαμπάρι; Η κολλητή της από πότε έκανε τέτοια; Ήξερε ότι το ρεμάλι ο γκόμενός της ψηνόταν κατά καιρούς να πηγαίνουν σε σουινγκεράδικα και τα λοιπά, αλλά η Μάιρα δεν είχε πάρει χαμπάρι κάτι πέρα από φαντασιώσεις που οι φίλοι της απλώς μοιράζονταν για να αλατοπιπερώσουν την σχέση τους. Θεέ μου, τώρα η φίλη της ξάπλωνε στην άμμο και οι τύποι την γλείφανε σαν λυσσασμένες ύαινες σε βυζιά, μουνί και κώλο. Κτήνη. Ο Ηλίας, μετά την Αλίκη, περιέλαβε και τον Τόλη. Θεέ μου, τι πίπα ήταν αυτή! Έβαζε στο στόμα του όλον τον πούτσο του Τόλη (που δεν τον έλεγες και μικρό), και μαζί τ’ αρχίδια του. Η Αλίκη τους καμάρωνε και, παράλληλα, δαχτύλωνε στον κώλο τον Ηλία.

Το θέαμα άρχιζε να ξεπερνά κάθε υπομονή και όριό της και η Μάιρα -παλιά της τέχνη κόσκινο- έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη έβαλε δυο δάχτυλα μέσα από το μαγιώ, έπαιξε γρήγορα το μουνάκι της και καθώς τους έβλεπε να ξεσκίζονται σαν θηρία ανήμερα, έχυσε κι αυτή σαν καλό κορίτσι. Καμία σκέψη του πρώην στο κεφάλι της για λίγο. Έκανε πως κοιμάται, μέχρι που αυτοί χορτάσανε πούτσα και μουνί και γλώσσα και δάχτυλα και βούτηξαν γυμνοί στα δροσερά νερά. Η Μάιρα τους άκουγε να παίζουν στην θάλασσα και σκέφτηκε πως δεν είχε κάνει ποτέ της ένα τρίο, αλλά πως σίγουρα δεν ήταν αργά για κάτι τέτοιο. Τι θα κάνανε αν τολμούσε να εμφανιστεί μπροστά τους γυμνή; Θα την πηδούσαν κι αυτήν;

Για την ώρα, δεν ήθελε να μάθει. Γαμώ τον έρωτα, γαμώ!

 

Διαβάστε ακόμη: Πόσο με φτιάχνουν τα τατουάζ σου, μωρό μου!

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top