Η Οσία Καψούρα, προστάτιδα θεά των απανταχού αισθηματιών

“Η Καψούρα είναι μαζοχισμός. Παραλογισμός. Η Καψούρα είναι Άννα Βίσση, Θωμάς Γκόρπας και βρόμικο από τη Μαβίλη, μια ώρα πριν τον λυτρωτικό εμετό”, γράφει η Sex Editor.

Κα-ψού-ρα, η.

Γένους θηλυκού.

Ένα γράμμα την χωρίζει από την καούρα. Η Καψούρα είναι νόσος της καρδιάς.

Ίσως εκλείψει ως λέξη σε μερικές δεκαετίες, περιπίπτοντας σε αχρησία. Θα είναι ρετρό και εξεζητημένη. Θα εγκιβωτίζεται σε αναμνήσεις μελλοντικών γερόντων και σε απαντήσεις του Chat Gtp όταν κάποιο παιδάκι θα ρωτήσει, κάποτε, αν γίνεται να σε πεθάνει ένας άνθρωπος, χωρίς να σε σκοτώσει. Ωιμέ…

Την ομολογούν περισσότερο οι άντρες. Τι πιο αρρενωπό από την απώλεια, κατ’ εθελοντισμό, της αντρικής αυτοκυριαρχίας, πάνω σε μια ξύλινη, τυχάρπαστη μπάρα με χνώτο παραδομένο στο ουίσκι και τη νικοτίνη; Την βιώνουν και οι γυναίκες. Τηλεφωνιούνται μες στη μέρα και μένουν στο ακουστικό η μία για πάρτη της άλλης. «Θέλω να πεθάνει», «Τον σιχαίνομαι», «Μου λείπει, πεθαίνω» και «Ναι, αγάπη μου, καταλαβαίνω».

Επειδή τα υγρά του έρωτα μένουν αξόδευτα, καθώς το αντικείμενο του πόθου αρνείται να κατακτηθεί, μετατρέπονται ωραία και καλά σε δάκρυα. Κλάμα πικρό, γλυκό, βρόχινο. Μαλλιά τσαλακωμένα από ύπνους εφιαλτικούς, μαύροι κύκλοι, βιταμίνες, νερά, να ξεκινήσει όπως όπως η μέρα και, έπειτα, στο αμάξι για την δουλειά κλάμα. Θρήνος. Οιμωγή. Κάποια άτομα μιλούν στους εαυτούς τους. Μου αφηγήθηκε ο φίλος μου ο Ν. μια μικρή, συγκλονιστική ιστορία: Είχε χωρίσει με την καλή του, ούτε τριαντάρης, γιατί τον πίεζαν για γάμο κι αυτός δεν ήθελε, δεν μπορούσε. Έκλαιγε στο αμάξι. Κάποια στιγμή, σε ένα φανάρι, άρχισε να φωνάζει το όνομά του, σε ρυθμό γηπεδικό, οπαδικό. Για να δώσει κουράγιο στον εαυτό του. Παράλληλα, το κλάμα κορόμηλο.

Αυτά τα πράγματα δεν είναι για λογικούς, παιδιά. Σταματήστε να διαβάζετε εδώ αν σας φαίνονται πολύ toxic όλα τούτα. Βασικά, δεν σας φαίνονται. Είναι. (starχίδια μας)

Η Καψούρα πληρώνεται, χρεώνεται, κοστίζει, πώς το λένε. Χρειάζεται κυβικά στρέμματα ψυχής, αντοχών, εμπιστοσύνης στην μαύρη καταπιώνα του γκρεμού.
Η Οσία Καψούρα, προστάτιδα θεά των απανταχού αισθηματιών

Στην ταινία Mood for Love του Γουόνγκ Καρ-γουάι, η Καψούρα γεννάται μεταξύ δύο απατημένων συζύγων.

Κάποιοι παντελώς αψυχοθεράπευτοι, ασύνδετοι με το συναίσθημα άνθρωποι ή, αν προτιμάτε, άνθρωποι με άλλες δυνατότητες και άλλα όρια, δεν κατανοούν ουδόλως τον Καψούρη και την Καψούρα. Καμιά φορά αυτοί οι «άλλοι», τυχαίνει να είναι φίλοι τους. Δεν μπορούν οι πάντες να ακολουθήσουν την ψυχική περιπέτεια του απολωλαμένου τύπου που φωνάζει «Μαρία, σ’ αγαπάω» τρεις η ώρα τα ξημερώματα από το μπαλκόνι του. Και καλώς. Ας υπάρχουν και μερικοί στυλοβάτες της κοινωνίας που ξεδίδουν στο BDSM ή στις υπερωρίες, αντί να γράφουν μεθυσμένα ποιήματα στο Blue Note βράδια Σαββάτου ατέλειωτα. Κι ας υπάρχουν, από την άλλη, και οι τοξικοί καψούρηδες που είναι ό, τι πιο uncool στην εποχή μας. Αχ, η εποχή μας με το lovebombing της, τα συνεχή red flag της, τις αμφιβολίες και την κριτική της σκέψη. Η εποχή μας με την αδυσώπητη μοναξιά της.

Λίγοι ναοί της Καψούρας απέμειναν και βρήκα πρόσφατα έναν, δεν σας λέω ποιον, τους ναούς τους βρίσκουν οι αληθινοί πιστοί από Μοίρα (ουχί τύχη) στα νυχτοπερπατήματά τους. Ναοί σημαίνει μπαρ, για να εξηγούμαστε. Πάνε τα παλιά, καλά σκυλάδικα που το βυζί της τραγουδίστριας, και πεσμένο να ήταν, σήκωνε ηθικά. Πάνε και οι άντρες οι κιμπάρηδες που ακουμπούσαν μόχθους στα πόδια πλασμάτων που τους ξεσήκωναν και τους έκαναν να πιστέψουν ξανά στον Θεό. Μέσα στον προσφάτως ανακαλυφθέντα ναό, βρήκα ένα κάδρο που απεικόνιζε την Οσία Καψούρα, ως τέτοια. Βέβαια, δεν αρκεί να τη βάλεις στο κάδρο, αγάπη μου, και να παίζεις Τζένη Βάνου από το λάπτοπ. Η Καψούρα πληρώνεται, χρεώνεται, κοστίζει, πώς το λένε. Χρειάζεται κυβικά στρέμματα ψυχής, αντοχών, εμπιστοσύνης στην μαύρη καταπιώνα του γκρεμού που χάσκει και περιμένει άλλη μια ηττημένη νύχτα σου.

Η Καψούρα είναι μαζοχισμός. Παραλογισμός. Η Καψούρα είναι Άννα Βίσση, Θωμάς Γκόρπας και βρόμικο από τη Μαβίλη, μια ώρα πριν τον λυτρωτικό εμετό. Πρέπει και τα ξύδια να βρουν διέξοδο, να κάνουν χώρο να έρθουν τα επόμενα. Πάντα ελπίζεις. Ότι αύριο θα στείλει. Ότι θα φτιάξουν όλα. Ότι θα την χωρίσει και θα γίνει δικός σου, ότι θα σου πει πώς νιώθει, ότι θα φέρει τη γη τούμπα για ένα σου φιλί. Η Καψούρα είναι θεάρεστο αδίκημα θνητών, φθαρτών τε και αοράτων από τα Μάτια Εκείνης ή Εκείνου. Εκείνη ή Εκείνος πλαγιάζουν αλλού, κάνουν τσίσα ή τυλίγουν μια τορτίγια κι εσύ πεθαίνεις, ψοφάς, ανεβάζεις πυρετό, κάνεις τρέλες, παραμιλάς στον ύπνο σου, μένεις ξάγρυπνος, φτάνεις σε δυσθεώρητα ύψη και βάθη του εαυτού σου. Η Καψούρα είναι μυξομάντηλα, αγχωμένοι αυνανισμοί με σύντομα, ευεργετικά, καταστροφικά πορνό, είναι Γιώτα Γιάννα, Παντελίδης, Βαρδής και Σιντάρτα, Σάσκε, Σικάριο, Cigarettes After Sex, Karakou, το Λαχταρώ της Sarah Kane, οι προπολεμικοί μανέδες.

Έτσι δεν έχεις ξανανιώσει. Τόσο πάτωμα δεν έχεις ξαναπιάσει. Σαλεύει το είναι σου. Κάνετε και βρίσκεστε τάχα μου για να μιλήσετε. Τρώτε ο ένας τις σάρκες του άλλου.

Στη σειρά Normal People είδαμε όλη την έκφανση της Καψούρας.

Η Καψούρα είναι Ιερή Ξεφτίλα. Περνούν ημέρες, νύχτες, εβδομάδες, καμιά φορά και μήνες. Η Καψούρα σε κάνει να νομίζεις πως είσαι καλλιτέχνης. Σε βγάζει έξω δύο η ώρα τη νύχτα να πάρεις τσιγάρα. Πώς θα βγει μέχρι το πρωί χωρίς τσιγάρο; Η Καψούρα είναι τρέλα. Τον ψάχνεις σε όλη την Αθήνα, περιμένεις ένα σημάδι, όλα σού φαίνονται άσχημα, άνευρα, δίχως νόημα. Η Καψούρα είναι πρέζα και μαστούρα. Μπορεί να οδηγήσει σε φρενήρη παραγωγικότητα. Η φίλη μου η Κ. πλένει μέχρι και τα ταβάνια της. Η κοπέλα είναι για δέσιμο. Με ένα βρακάκι τόσο δα, ημίγυμνη, αχτένιστη, παλαβή, λούζει το δυαράκι της με χλωρίνη και άζαξ. Εγώ γράφω τόνους λέξεων -οι μισές για πέταμα. Εσύ τρίβεις το αμάξι με μανία. Τινάζεις τα χαλιά με μίσος. Στύβεις χυμό πορτοκάλι προσηλωμένα. Ξεχνάς να φας. Κάνεις κορμάρα. Η μούρη αίσχος. Είσαι γκρι. Είσαι γκρι, μαλάκα, σε ξεζούμισε αυτό το πράμα, «ξέχνα, ρε Μπίλι, τη Φανή», πήγαινε παρακάτω, ξέρω είναι ζόρι, αλλά πρέπει. (Ποιος μας έμαθε πως πρέπει; Γιατί πρέπει;)

Νιώθεις να μην σε καταλαβαίνουν. Φριχτή μοναξιά. Στιγμές, ντρέπεσαι. Εσένα και τη μάνα που σε γέννησε. Έτσι δεν έχεις ξανανιώσει. Τόσο πάτωμα δεν έχεις ξαναπιάσει. Κάνει κι έρχεται ένα μήνυμα. Σαλεύει το είναι σου. Κάνετε και βρίσκεστε τάχα μου για να μιλήσετε. Τρώτε ο ένας τις σάρκες του άλλου. Ευτυχία, ώρες πρώτες πρωινές. Φιλιά, βλέμματα αγκιστρωμένα μεταξύ τους. Υπάρχεις ξανά. Ξέρεις πως δεν θα διαρκέσει. Δε σε νοιάζει. Παίρνεις τη δόση σου, εξαθλιωμένο πρεζόνι του συναισθήματος, της αγκαλιάς. Σνιφάρεις από τον λαιμό και τα μπράτσα, από τις χαράδρες της μασχάλης, του πισινού, από όπου. Ανάληψη-όχι δα και Ανάσταση. Ανάνηψη-όχι δα και εξιτήριο από τις πύλες της Κολάσεως. Ίσως αυτή η φορά να είναι η τελευταία, λες. Δεν έχεις άδικο. Εξαφάνιση πάλι για μέρες. Αυτή τη φορά, λες, θα την παλέψω. Εντάξει, αφού δεν βγαίνει, αφού δεν. Κι αφού δεν, τότε γιατί αγγίζετε μαζί τα φουστάνια του Άη Πέτρου στην κοινή κορύφωση; Γιατί κοιμάστε τόσο γαλήνια; Γιατί όλη η πλάση ομορφαίνει όταν στέκεστε πλάι πλάι;

Αναπάντητα ερωτήματα. Οι ευσεβείς, οι σοφοί, οι παντογνώστες συμβουλεύουν στωικά: άλλο αγάπη και άλλο σεξ/άλλο συμβατότητα κορμιών, άλλο σχέση/άλλο το’ να κι άλλο τ’ άλλο. Κι εσύ στα κόκκινα ξανά. Το μυαλό προσπαθεί, η καρδιά και το σώμα αρνούνται να συνεργαστούν. Θες να κόψεις τον εαυτό σου σε κομμάτια. Θες να μην σκέφτεσαι, να μη νιώθεις τίποτε άλλο. Διαβάζεις παπαριές περί ευζωίας. Πας γυμναστήριο, κοπανιέσαι. Τρως όλη την πρωτεΐνη σου, πίνεις εξακόσια λίτρα νερό και νιώθεις γαμάτος. Πέφτεις για ύπνο από νωρίς. Θα μειώσεις και το τσιγάρο, λες. Έπειτα, μαθαίνεις πως την είδαν με άλλον.

Κάποια στιγμή, θα πιούμε όλες του κόσμου οι πονεμένες για όσες Καψούρες μάς έκαναν να νιώσουμε Κτήνη και Θεοί. Γιατί είμαστε άνθρωποι, ρε…

Στο 500 Μέρες Με Τη Σάμερ, η Καψούρα έχει τη μορφή της αδυναμίας κατανόησης του πώς μια κοπέλα που έλεγε ότι δεν ήθελε σχέση, τελικά έκανε σχέση με έναν άλλον.

Μπορώ να γράφω για ώρες. Η Οσία Καψούρα είναι η Προστάτιδα Αγία μου. Πώς ήταν της Πολίτισσας της προγιαγιάς μου ο Άγιος Νεκτάριος; Ένα τέτοιο πράμα. Σας γράφω, σύντροφοι, έχοντας γνώση θεόπικρη. Συμπάσχω, λατρείες μου. Στέργω ταπεινά στον πόνο σας, στο άχτι σας, στο αχ και το γιατί σας. Να τις βράσω τις ωριμότητες, καμιά φορά. Δεν καταλαβαίνω γιατί απαγορεύεται (έστω ατύπως) να βγάζουμε τα σωθικά μας για την πάρτη ενός ανθρώπου, έστω του χειρότερου, του πλέον ανάξιου ανθρώπου που πάτησε στην γη. Λες και κάνουμε άλλα που πρέπει. Λες και σώζουμε λαβωμένα από αδέσποτες σφαίρες παιδιά. Λες και σεβόμαστε τα ζώα και τα δέντρα. Αν κάτι μάς εξανθρωπίζει λιγάκι, εμάς τους εκδρομείς της μιζέριας (αμάξι-δουλειά-σπίτι-ρουτίνα-ντελίβερυ-αποσύνδεση-σκρόλινγκ), είναι η σύνδεση με την αυτοκαταστροφή μας. Εξ ορισμού, δεν κρατά για πάντα. Και να θέλαμε.

Έρχεται μια σοβαρότερη σφαλιάρα-ένας θάνατος!-και ξεκολλάμε. Έρχεται μια Άνοιξη και ερωτευόμαστε εκεί που δεν το περιμένουμε. Ξανά. Από την αρχή. Και τώρα, μάς θέλουν πολύ. Πάρα πολύ. Μας διεκδικούν. Δεν μας αφήνουν χρόνο για σκέψεις και θύμησες. Μας καβαλούν και μας αστράφτουν δυο φιλιά. Μας ξεπλένουν με υγρά αγνά σωματικά, όλη τη στέγνα και την αφυδάτωση της στερημένης μας παλιάς ευτυχίας. Μην μασάτε, σύντροφοι.

Κάποια στιγμή, σας το υπόσχομαι αυτό, θα ανοίξω ένα μπαρ και θα έχω ένα μικρό καντήλι να καίει πάντα για όλες τις Καψούρες που πήγαν κατά διαόλου. Όταν μια Καψούρα τελειώνει, γίνεται τραγούδι, καύτρα τσιγάρου και μαργαριτάρι μέσα σε κοχύλι. Όλοι το ξέρουν αυτό. Κάποια στιγμή, θα πιούμε όλες του κόσμου οι πονεμένες για όσες Καψούρες μάς έκαναν να νιώσουμε Κτήνη και Θεοί. Γιατί είμαστε άνθρωποι, ρε…Γι’ αυτό. Χαμογελάστε. Κι ύστερα, κλάψτε ξανά. Αλλά, χαμογελάστε και λίγο που νιώθετε ακόμα, έτσι, κόντρα στους νόμους της αξιοπρέπειας, της αστικής ευγένειας και ευπρέπειας, της Νέας Λογικής των πραγμάτων που σας θέλει χαρωπούς και ευγνώμονες όλη την ώρα. Σας θαυμάζω.

 

ΥΓ: Όποιος πιάνει πάτο, έχει σίγουρα αντοχές να αγγίξει κορυφή. Δικό μου. Και δικό σας.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top