
Αριστερά: Έργο για τη μάχη του Φόρνοβο, από τον Γάλλο καλλιτέχνη Alphonse de Neuville (1875). Δεξιά: Ο Μερκούριος Μπούας όπως τον φαντάστηκε ο Νίκος Εγγονόπουλος το 1971.
Για τον ήρωα της σημερινής ιστορίας θα πω ένα τραγούδι, ή περισσότερα, όλα κλεμμένα, ώστε να αποκαταστήσω μιαν αδικία της επίσημης ιστοριογραφίας, που την καταγγέλλει ο Κ. Σάθας στο έξοχο βιβλίο του με τίτλο: «Έλληνες Στρατιώται εν τη Δύσει».
Αυτοί οι Στρατιώτες, που οι Ιταλοί τούς έλεγαν Stradioti, αλλά και Graeci Erranti, ήτοι μισθοφόρους Έλληνες, δεν είναι άλλοι από τους Βυζαντινούς ιππότες που ξέρουμε ως Ακρίτες, οι οποίοι άλλαξαν τη στρατιωτική ιστορία της Ευρώπης μετά το έτος 1453, με μια πολεμική τέχνη ομηρικής προελεύσεως, τη λεγόμενη «παραδρομή». Οι Φράγκοι την αποκαλούσαν και guerre folle, τρελοπόλεμο.
Στο πλαίσιο της παρούσας στήλης θα βιογραφήσω πολλούς επιφανείς Στρατιώτες, αλλά οφείλω να ξεκινήσω με τον ενδοξότερο και πιο αδικημένο, τον Μερκούριο Μπούα, που ο Σάθας τον αντιπαραβάλλει προς τον Φράγκο ιππότη Βαγιάρδο, και ζητά να έχουμε κατά νουν ότι ο φτωχός Μπούας «ήτο μισθοφόρος, δηλαδή λεμόνιον απορριπτόμενον μετά την αφαίρεσιν του ζωμού, και ότι προς τους ξένους είνε άδικος και αυτή η ιστορία».
Με άλλα λόγια, η επίσημη ιστορία πέταξε τον γενναίο Μερκούριο Μπούα σαν στυμμένη λεμονόκουπα. Θα το διορθώσω αμέσως. Μάλλον, θα το διορθώσει ο πιστός ιπποκόμος του, Ιωάννης ή Τζάνες Κορωναίος, στο μυθιστόρημα με τίτλο «Μερκουρίου ανδραγαθήματα», στο οποίο διαβάζουμε ότι ο λαός ταύτιζε τον Μπούα με τον Διομήδη, τον Οδυσσέα και τον Αχιλλέα, και γι’ αυτό τον ζήλευαν οι άλλοι Στρατιώτες, εφόσον η σύμπνοια ποτέ δεν ήταν το δυνατό σημείο των Ελλήνων – ούτε στην ξενιτιά.
Ο Κορωναίος γράφει: Λάσκαροι, Καντακουζηνοί, Καβάκες και Ραλαίοι, / και Παληολόγοι, και Φραντζής, μάλλον και Μποχαλαίοι, / όλ’ οι Ρωμαίοι μια φορά δεν δύνονται να σώσουν / την αφεντιά σου, ουδέ ποσώς το καν εις το μισό σου, / και πάλιν σε κακίζουσι, δεν θέλουν να σε ’δούσι, / αμμή έπρεπε που τους τιμάς, όλοι να σ’ αγαπούσι.
Ώστε το αληθινό όνομα της σύμπνοιας είναι η αγάπη. Ασφαλώς, εκκρεμεί.
Η ανάδυση του Μπούα στο προσκήνιο θα μπορούσε να φέρει τον τίτλο Mercury Rising, και θυμίζω ότι, στα αγγλικά, εκτός από τον Ερμή, τον αγγελιοφόρο και κλέφτη, και ψυχοπομπό, mercury είναι και ο υδράργυρος. Η θερμοκρασία, λοιπόν, ανεβαίνει.

Πίνακας του 1506 για τη μάχη του Φόρνοβο.
Το ίδιο και ο ήρωας, ένα παιδί 17 ετών, που ρίχνεται στην καθοριστική μάχη του Φόρνοβο, στον Τάρο ποταμό, στη βόρεια Ιταλία, το 1495. Η μάχη είναι καθοριστική, όχι μόνον επειδή οι Ιταλοί διέλυσαν εκεί τους Γάλλους του Καρόλου Η΄, αλλά κυρίως επειδή θεωρείται ως το ορόσημο για τη μετάβαση από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση.
Ο Μερκούριος ήταν ο πρωταγωνιστής, καθότι πέρασε τις γραμμές του εχθρού και μονομάχησε με τον ίδιο τον βασιλιά Κάρολο, χαράζοντάς του και το μάγουλο, έτσι όπως έκανε ο Λεωνίδας στον Ξέρξη, σε αργή κίνηση, στην ταινία «300», ενδεχομένως και στον Ηρόδοτο.
Ο Μπούας έγινε τότε ο πιο περιζήτητος μισθοφόρος της Ευρώπης, και πολέμησε, μετά την αγαπημένη του Βενετία, για λογαριασμό του Γάλλου βασιλιά Λουδοβίκου ΙΒ΄ και του Γερμανού αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού, κερδίζοντας τίτλους όπως: Στρατηγός της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, Πρίγκιπας του Λίχτενμπεργκ, Κόμης του Ιλάζ, της Σουαβίας και της Γαλλίας, και άλλους.
Ας τους συνοψίσει όλους το επιτύμβιό του στο Τρεβίζο, σε ναό της Σάντα Μαρία, της Υπερμάχου, αυτό εδώ: «Στον κόμη Μερκούριο Μπούα, πρίγκιπα της Πελοποννήσου και διοικητή των Ηπειρωτών ιπποτών, το σωτήριο έτος 1637».

Αριστερά: Έργο του Lorenzo Lotto του 1530, όπου οι ιστορικοί εικάζουν πως πρόκειται για τον Μερκούριο Μπούα. Δεξιά: Το λάβαρο του Μερκούριου Μπούα. Ήταν ο μοναδικός ευγενής στον στρατό του Γερμανού αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού που μπορούσε να έχει δικιά του σημαία.
Ο Μερκούριος πέθανε το 1560, αλλά τα βραβεία απονέμονται πάντα στο τέλος, σαν τα παράσημα στους συγγενείς του νεκρού, ή στο κορίτσι του, σε ένα κουτί. Θα το ανοίξω τώρα, το κουτί με τ’ αρώματα, παραθέτοντας το πεζό ποίημα «ΜΕΡΚΟΥΡΙΟΣ ΜΠΟΥΑΣ», του Νίκου Εγγονόπουλου, από το βιβλίο με τίτλο: «Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω».
Γονατίζει κι’ ανοίγει την κασσέλα, κι’ ενώ με τόνα χέρι κρατά το καπάκι, με τ’ άλλο κάτι ψαχουλεύει κι’ αναδεύει κει μέσα.
– Τι έχεις αυτού; τον ρωτώ.
Στρέφεται:
– Lettere d’amore, μου κάνει.
Κι’ ύστερα:
– Δεν σ’ ενδιαφέρουν;
– Μα φυσικά, ξέρεις, σαν πρόκειται γι’ αγάπες…, απαντώ.
Τότες αρχίζει σιγά-σιγά, με προσεκτικώτατες κινήσεις, να βγάζει έξω ένα-ένα διάφορα πράγματα και να μου τα επιδεικνύη.
Πρώτα ανάσυρε, κι’ έδειξε, διάφορα βελούδινα υφάσματα, σωρούς-κουβάρια, άλλα πλουμιστά κι’ άλλα μονόχρωμα. Ύστερα, ένα σάπιο στρώμα, και τελικά παρατά το καπάκι, βγάζει όξω ένα πτώμα, καλώς διατηρημένο, νεκρού ανδρός, και το αποθέτει χάμω. Εκείνο που έκανε όλως ιδιαιτέρα εντύπωση σ’ αυτό το πτώμα είταν το στιλπνό κι’ εκθαμβωτικά λευκό της επιδερμίδος, καθώς κι’ η ατίθαση κόμη και τα αρειμάνια μακρυά μουστάκια.
Εδώ τελειώνει το ποίημα, και μένει το άρωμα, μαζί με την εικόνα του Μπούα που φιλοτέχνησε ο ποιητής, που τον δείχνει, ακριβώς, με αρειμάνια μουστάκια. Εγώ, όμως, θέλω να δω μιαν άλλη εικόνα, ένα πορτρέτο ιταλικό, στο οποίο ο Μερκούριος χώνει τα χέρια σε κρανία και ρόδα: δεν γίνεται ο θάνατος δίχως τον έρωτα.
Αν δεν βαριέστε, λοιπόν, ξαναδιαβάστε αυτό το κείμενο ακούγοντας το τραγούδι «For the Roses», με την επωδό που εκφράζει τις προθέσεις του γράφοντος: To thank you for the roses / For the roses / So thank you for the roses / For the roses…
Διαβάστε ακόμα: Αλκιβιάδης, ο άσωτος πρίγκιπας της Αθήνας




