Πριν την κασέτα, η μουσική ήταν μια, ας πούμε, στατική απόλαυση· η εφεύρεση όμως του Lou Ottens της χάρισε κίνηση (photo Jerry Lampen/EPA).

    Αφορμή για τα παρακάτω είναι η ταινία “Cactus Flower” του 1969 που ξαναείδα τις προάλλες. Όπου, η πρωτοεμφανιζόμενη Goldie Hawn εργάζεται σε αμερικανικό δισκοπωλείο –για όποιον τα θυμάται– στα ράφια του οποίου, εκτός από δίσκους βινυλίου, υπήρχαν και κασέτες – που νόμιζα ότι είχαν εφευρεθεί αργότερα.

    Κι όμως… Ήταν αρκετά νωρίτερα, το 1963, όταν ο Ολλανδός μηχανικός της Philips, Lodewijk Frederik “Lou” Ottens, είχε την ιδέα για την κατασκευή μιας μικρής πλαστικής συσκευής, η οποία, με διαστάσεις 10×6 εκ., θα περιείχε μια μαγνητοταινία τυλιγμένη σε καρούλια, για αποθήκευση και αναπαραγωγή μουσικής, και στις δυο της πλευρές· μουσικό κουτί που έμελλε να αλλάξει τον κόσμο της μουσικής.

    Έχοντας γεννηθεί τον Ιούνιο του 1926, στο χωριό Bellingwolde, στα σύνορα με τη Γερμανία, ο Ottens έδειξε από παιδί ενδιαφέρον για οτιδήποτε μηχανικό. Έφηβος ακόμα, κατασκεύασε ένα ραδιόφωνο μέσω του οποίου ο ίδιος και οι γονείς του άκουγαν το τοπικό Radio Oranje στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Το είχε μάλιστα εξοπλίσει με κεραία, που είχε ονομάσει “Germanenfilter”, η οποία «φιλτράριζε» τις παρεμβολές των Ναζί.

    Το σχεδιασμένο από τον Ottens EL 3585 του 1961, πρώτο φορητό μαγνητόφωνο της Philips, πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο κομμάτια (Museum RPT.pt).

    Μετά τον Πόλεμο, απέκτησε πτυχίο μηχανικού και το 1952 άρχισε να εργάζεται στο εργοστάσιο της Philips, στο Hasselt του Βελγίου. Οκτώ χρόνια αργότερα, προήχθη σε επικεφαλής του νεοσύστατου τμήματος Ανάπτυξης Προϊόντων και, μέσα σ’ έναν χρόνο, σχεδίασε το EL 3585, πρώτο φορητό μαγνητόφωνο της Philips, που πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο κομμάτια.

    Ο Ottens είχε εμμονή με την ιδέα μιας ευκολότερης τεχνολογίας για αναπαραγωγή μουσικής που εκείνη την εποχή ακουγόταν από δίσκους βινυλίου.

    Αλλά ήταν δύο χρόνια αργότερα όταν ο Ottens, απηυδισμένος από τις μεγάλες, δύσχρηστες ταινίες των μαγνητοφώνων της εποχής, εκείνων της Philips συμπεριλαμβανομένων, έκανε τη σημαντικότερη εφεύρεση της ζωής του: την κασέτα. Η οποία γεννήθηκε «λόγω του εκνευρισμού μου με τα μαγνητόφωνα, τόσο απλά», έλεγε αργότερα.

    Ο Ottens είχε εμμονή με την ιδέα μιας ευκολότερης τεχνολογίας για αναπαραγωγή μουσικής που εκείνη την εποχή ακουγόταν από δίσκους βινυλίου, πολύ μεγάλους και εύθραυστους για να προσαρμοστούν στην αυξανόμενη κινητικότητα των ανθρώπων. Ακούγεται σήμερα απίστευτο, αλλά η μουσική ήταν μέχρι τότε μια, ας πούμε, στατική απόλαυση· η κασέτα όμως υποσχόταν να της δώσει κίνηση.

    Σύμφωνα με τον εφευρέτη της, η κασέτα δημιουργήθηκε μέσα από τον εκνευρισμό του με τα μεγάλα μαγνητόφωνα και τις μαγνητοταινίες (photo Inside Telecom).

    Αναμφίβολα, έμπνευση για τον Ottens ήταν η Sound Tape Cartridge που είχε παρουσιάσει η αμερικανική RCA το 1958, μαζί με το συμβατό με εκείνη «κασετόφωνο», και της οποίας η παραγωγή, αναμενόμενα, σταμάτησε μετά το λανσάρισμα της πολύ μικρότερης και πρακτικότερης κασέτας της Philips.

    Η ιδέα του Ottens ήταν ότι η κασέτα θα έπρεπε να χωράει στην εσωτερική τσέπη του σακακιού. Έτσι, τον Αύγουστο του 1963, στο  Berlin Radio Show, παρουσιάστηκε η πρώτη κασέτα, με δυνατότητα αναπαραγωγής 30’ ανά πλευρά, και με το σλόγκαν “smaller than a pack of cigarettes”, δίπλα στο πρώτο φορητό κασετόφωνο Philips EL3302.

    Το 1964, κασέτες πωλούνταν ήδη στην Ευρώπη, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα, έφτασαν και στις Ηνωμένες Πολιτείες.

    Φωτογραφίες της δεν άργησαν να φτάσουν στην Ιαπωνία, όπου άρχισαν να εμφανίζονται προχειροφτιαγμένα, υποτυπώδη αντίγραφα. Κάτι που οδήγησε τον Ottens να συνάψει γρήγορα συμφωνία με τη Sony, έτσι ώστε ο κατοχυρωμένος με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μηχανισμός της Philips να αποτελεί επέκεινα το πρότυπο για κάθε κασέτα.

    Το 1964, κασέτες πωλούνταν ήδη στην Ευρώπη, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα, έφτασαν και στις Ηνωμένες Πολιτείες. «Ναι, περιμέναμε [η κασέτα] να έχει επιτυχία, αλλά όχι και να φέρει την επανάσταση», δήλωνε ο Ottens το 2016.

    Έμπνευση για τη γέννηση της κασέτας της Philips ήταν η Sound Tape Cartridge της RCA, από το 1958 (photo Wikipedia).

    Το 1970, η ποιότητα του ήχου βελτιώθηκε με την ευρύτερη χρήση, χάρη στη γερμανική BASF, μαγνητοταινίας διοξειδίου του χρωμίου (CrO₂). Την ίδια χρονιά, η αμερικανική Advent λανσάρισε το πρώτο κασετόφωνο με δυνατότητα αναπαραγωγής κασέτας CrO₂, συν το σύστημα μείωσης θορύβου Dolby, με αποτέλεσμα η πιστότητα του ήχου της κασέτας να φτάσει να συναγωνίζεται εκείνη των δίσκων βινυλίου.

    Η μεγάλη όμως δημοτικότητα της κασέτας προήλθε από μια τεχνολογία που μετέτρεψε τους ακροατές σε… παραγωγούς μουσικής. Η ιαπωνική εταιρεία κατασκευής μπαταριών Maxell (από το maximum capacity dry cell) κατασκεύασε κενές, άγραφες κασέτες που απελευθέρωσαν τη δημιουργικότητα.

    Ο καθένας μπορούσε πλέον να ηχογραφεί και να ακούει τις δικές του μουσικές επιλογές, όπως κάνει σήμερα με τις playlists· να αντιγράφει ολόκληρα άλμπουμ· να δημιουργεί τις δικές του συλλογές· να ηχογραφεί τη φωνή του. Έτσι, η κασέτα άνοιξε έναν καινούργιο, θαυμαστό κόσμο δυνατοτήτων, όπου ο ακροατής είχε τον έλεγχο – αν και ο έλεγχος περιλάμβανε τη χρήση Bic για το μάζεμα της συχνά ατύλιχτης μαγνητοταινίας.

    Η πρώτη κασέτα παρουσιάστηκε, μαζί με το πρώτο φορητό κασετόφωνο Philips EL3302, τον Αύγουστο του 1963 με το σλόγκαν “smaller than a pack of cigarettes” (Wikimedia Commons).

    Oι εταιρίες Maxell, AGFA, TDK, Memorex, BASF, Scotch, Fuji κ.ά. αφιερώθηκαν στο να τελειοποιήσουν την εφεύρεση του Ottens.

    Στα ‘70s και ‘80s, οι κασέτες κυριαρχούσαν στον κόσμο της μουσικής. Σε αντίθεση με τους δίσκους βινυλίου, ήταν μικρές, πρακτικές και, μέσα στα πλαστικά, αρθρωτά τους κουτάκια, σχετικά ανθεκτικές. Μπορούσαν να αλλάξουν χέρια εύκολα, να αντιγραφούν και να μεταφερθούν σε τσέπες και στα σακίδια της εποχής.

    Εξαιτίας της δημοτικότητάς τους, εταιρείες όπως οι Maxell, AGFA, TDK, Memorex, BASF, Scotch, Fuji κ.ά. αφιερώθηκαν στο να τελειοποιήσουν την εφεύρεση του Ottens. Tο 1978, πρώτα από την αμερικανική 3Μ, δημιουργήθηκαν ταινίες μεταλλικού σωματιδίου, με την εμπορική ονομασία Metafine, όπως οι δημοφιλείς Super Avilyn (SA) της TDK, εξέλιξη που υποσχόταν να διατηρήσει την ποιότητα του ήχου για δεκαετίες, χωρίς αλλοιώσεις.

    Το Sony Walkman του 1979 έφερε επανάσταση στον τρόπο (και στον τόπο) που άκουγες μουσική (photo Walkmanland).

    Έναν χρόνο αργότερα, μια άλλη εφεύρεση έφερε επανάσταση στον τρόπο (και στον τόπο) που άκουγες μουσική. Την 1η Ιουλίου του 1979, παρουσιάστηκε, από τη Sony, το TPS-L2, γνωστότερο ως Walkman. Ένα φορητό κασετόφωνο με μπαταρίες που εισήγαγε μια συνήθεια που εξακολουθεί και σήμερα – να ακούς δηλαδή τη μουσική σου με ακουστικά όσο περπατάς, εξ ου και η ονομασία, ή απλώς όπου θες και για όσο θες. Ή μέχρι να μείνεις από μπαταρίες.

    Τη δεκαετία του ‘80, οι κασέτες ήταν πανταχού παρούσες: στα deck των σπιτιών, στα αυτοκίνητα (σε ραδιοκασετόφωνα της Philips πρώτα, το 1968), στα Walkman…

    Τη δεκαετία του ‘80, οι κασέτες ήταν πανταχού παρούσες: στα deck των σπιτιών, στα αυτοκίνητα (σε ραδιοκασετόφωνα της Philips πρώτα, το 1968), στα Walkman… Κάθε καινούργια μουσική δουλειά έβγαινε ταυτόχρονα και σε βινύλιο και σε κασέτα. Τα δισκοπωλεία ήταν γεμάτα από κασέτες, και μιας και ήταν ευκολότερες στην… απαλλοτρίωση, άρχισαν να σκαρφίζονται τρόπους φύλαξης.

    Οι δε άγραφες εκδόσεις πουλούσαν σαν ζεστό ψωμί αφού έδιναν τη δυνατότητα να «γράφεις κασέτες» για την ή τον αγαπημένο/η σου. Ήταν η εποχή που ήμασταν σίγουροι πως η κασέτα ήταν και θα παρέμενε το «ιερό δισκοπότηρο» του λάτρη της μουσικής. Ποιος, αλήθεια, μπορούσε να φανταστεί ότι κάποιος θα ανακάλυπτε κάτι βολικότερο, κάτι καλύτερο;

    Το Compact Disc Digital Audio System, ή CD, παρουσιάστηκε, το 1981, στο Salzburg, από τον συνιδρυτή και πρόεδρο της Sony, Akio Morita, παρουσία του Herbert von Karajan. Ακολούθησε τo Sony Discman, τρία χρόνια αργότερα (photos Dutch Audio Classics, Wikipedia).

    Αυτός ο κάποιος όμως ήταν ο ίδιος Lou Ottens. Το 1972, ως διευθυντής Ήχου στο Natuurkundig Laboratorium (NatLab, για τους φίλους) της Philips, άρχισε να εργάζεται, σε συνεργασία με τη Sony, για τη δημιουργία διαδόχου της κασέτας: που έμελλε να γίνει το Compact Disc Digital Audio System, ή απλώς CD.

    Έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, το πρότυπο CD Philips-Sony 12cm, με συνολικά 75’ διαθέσιμα για αναπαραγωγή και εγγραφή μουσικής, «αρκετά για το 95% των έργων κλασικής μουσικής», κατά τον Norio Ohga, αντιπρόεδρο τότε της Sony, ήταν πρακτικά έτοιμο να βγει στην παραγωγή.

    Για πολλά χρόνια, μέχρι και τη δεκαετία του ‘90, κασέτες και CD συνυπήρχαν στα δισκοπωλεία – δίπλα στα απέθαντα βινύλια.

    Αυτό έγινε το 1981 όταν η Sony, η Philips και η θυγατρική της PolyGram έβγαλαν τα πρώτα CD στην αγορά. Δίσκους διαμέτρου 12 εκ., κατασκευασμένους από πολυανθρακικά υλικά και επικαλυμμένους με αλουμίνιο, που έκαναν την κασέτα να δείχνει δύσχρηστη. Όντας δε ανθεκτικά σε κακομεταχείριση, με βάρος μόλις 30 γρ. και δυνατότητα αποθήκευσης έως και 650 mb, κυριάρχησαν πρώτα στον κόσμο της μουσικής και αργότερα σ’ εκείνον των υπολογιστών.

    Η Philips εκτιμά ότι έχουν πουληθεί παγκοσμίως γύρω στα 100 δισ. κασέτες (photo Retrostyle Media.co.uk).

    Για πολλά χρόνια, μέχρι και τη δεκαετία του ‘90, κασέτες και CD συνυπήρχαν στα δισκοπωλεία – δίπλα στα απέθαντα βινύλια. Πολλοί βέβαια εξακολουθούσαν να προτιμούν το Walkman, ακόμα και μετά την παρουσίαση πιο σύγχρονων μέσων αναπαραγωγής όπως το Discman, επίσης από τη Sony, το 1984. Όμως, η πρακτικότητα και η πιστότητα του ήχου του CD τελικά επικράτησαν.

    «Τίποτε δεν μπορεί να συγκριθεί με τον ήχο του CD», δήλωνε τότε ο Ottens. «[Ένα CD] δεν έχει καθόλου θόρυβο ή ενοχλητική βοή, κάτι που ποτέ δεν πετύχαμε με την κασέτα. Έχω κατασκευάσει πολλά πικάπ και γνωρίζω ότι η παραμόρφωση του βινυλίου είναι πολύ μεγαλύτερη. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι ακούν τελικά αυτό που θέλουν να ακούσουν».

    Πάντως, ακόμα και μετά την εκτόπισή τους από τον κόσμο της μουσικής, το αποτύπωμα που άφησαν αυτά τα μικρά κουτάκια (και τα πρόχειρα Bic) είναι τόσο έντονο που εξακολουθούν να αποτελούν αγαπημένη ανάμνηση για όσους τα πρόλαβαν.

    ΥΓ Ο Lou Ottens απεβίωσε τον Μάρτιο του 2021 σε ηλικία 94 ετών, πλήρης ημερών, εφευρημάτων και ακουσμάτων. 

     

    Διαβάστε ακόμα: Η άγνωστη και παράξενη ιστορία της Jutta Hipp.

     

     

     

    x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

    Button to top