Ο Νίκος Αλέφαντος δεν ήταν άνθρωπος, αλλά ιδιότητα

    Ο ηφαιστειώδης προπονητής έφυγε από τη ζωή. Ο "άρχοντας" μας "έμαθε μπαλίτσα" και έφυγε, καλτ και αυθεντικός ως το τέλος. Αν τον μελετήσουμε καλά θα δούμε πως έφερε κάτι αδιάψευστα νεοελληνικό. Μήπως, τελικά, ήταν ένας από εμάς;

     

    Πίσω στα «ένδοξα» 80’s. Τότε που ο Νίκος Αλέφαντος ήταν προπονητής στον Πανιώνιο.

    Θα μπορούσε να είναι βγαλμένος από το εργαστήριο κατασκευής λαϊκών ηρώων του Νίκου Τσιφόρου. Η τυποποίησή του θα ήταν εύκολη, όπως συμβαίνει πάντα με τους πρωταγωνιστές που φέρουν πολλά και αντιθετικά μεταξύ τους στοιχεία. Τω όντι, σου μένουν στο μυαλό όχι απαραίτητα γι’ αυτό που είναι, αλλά για εκείνο το ακαθόριστο, αλλά τόσο έντονο, που αφήνει η παρουσία τους.

    Ο Νίκος Αλέφαντος που πέρυσι είχε κλείσει τα 80 του χρόνια, ήταν μια κλασική νεοελληνική φιγούρα. Υπήρξε για χρόνια η πεμπτουσία του λαϊκού ειδώλου των γηπέδων. Έγινε τραγούδι, σλόγκαν, μύθος. Οι ατάκες του μπήκαν -και συνεχίζουν να το κάνουν- στο στόμα ενός εκάστου δίχως να το καταλαβαίνει (πόσες φορές έχετε πει «τα πάντα όλα»;). Κατά μια έννοια είναι μέρος της νοοτροπίας που έχει διαποτίσει το αστικό μας dna.

    Παιδί των Εξαρχείων, άρα μέσα στην παραζάλη του κέντρου, έπιασε μπάλα από νωρίς αλλά δεν «ακούμπησε», όπως λέμε στην ποδοσφαιρική καθομιλουμένη. Το γύρισε νωρίς στην προπονητική κι εκεί βρήκε το στοιχείο του. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία: λίγο πολύ γνωστή. Έχει αλλάξει ομάδες σαν τα πουκάμισα, έχει κάνει πράγματα που πέρασαν από πάμπολλες παρασκηνιακές στήλες. Κάποια περίοδο ήταν ο πρώτος προπονητής που σκεφτόταν να φέρει ο Σωκράτης Κόκκαλης στον Ολυμπιακό κάθε φορά που απέλυε κάποιον άλλον. Συνέβη κι αυτό: προπόνησε τον αγαπημένο του Ολυμπιακό τρεις (!) φορές.

    Τα δημόσια πρόσωπα, ειδικά αυτά που δεν προέρχονται από «τζάκι», άρα είναι πιο κοντά στον μέσο Έλληνα, δεν είναι τίποτα περισσότερο από δικές μας αντανακλάσεις.

    Αν σκεφτούμε τι τον έκανε ιδιαίτερο, μάλλον θα χρειαστεί να κρυφοκοιτάξουμε λίγο τον καθρέφτη μας. Βοηθάει καμιά φορά. Τα δημόσια πρόσωπα, ειδικά αυτά που δεν προέρχονται από «τζάκι», άρα είναι πιο κοντά στον μέσο Έλληνα, δεν είναι τίποτα περισσότερο από δικές μας αντανακλάσεις. Φέρουν κάτι από εμάς μόνο που το έχουν εξελίξει, το έχουν νοηματοδοτήσει, το κουβαλούν ως ρόλο ζωής.

    Ο Αλέφαντος ήταν αυτό ακριβώς που πιστεύει ο καθένας από εμάς στην προσωπική και κοινωνική του ζωή. Ήταν καταφερτζής, φωνακλάς, του άρεσε να επιδεικνύεται, να έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση, να βιώνει όλη την γκάμα των συναισθημάτων πατώντας σε «κόκκινες» γραμμές. Θεωρούσε πως εξυφαίνεται ένα σχέδιο εις βάρος του – όλοι τον επιβουλεύονταν.

    Υπήρχαν ξένα κέντρα που οργάνωναν σχέδια καταστροφής του και δεν κουράζονταν να εκπονούν καινούργια έως τη στιγμή που θα τον έβλεπαν τσαλαπατημένο. Μόνο που ως φοίνικας πάντα θα αναγεννιόνταν από τις στάχτες του και ξανά προς τη δόξα θα τραβούσε… Μέχρι σήμερα.

    Επιπροσθέτως: δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να αλλάζει γνώμη ανά πάσα στιγμή (αυτόν που πριν εκθείαζε, μετά, ανέτως, μπορούσε να τον κατακεραυνώσει). Δεν ορρωδούσε προ ουδενός, είχε άποψη για τα πάντα ακόμη κι αν δεν ήξερε το θέμα. Ήταν σπουδαιοφανής αν και δεν έκρυβε πως οι γνώσεις του ήταν περιορισμένες στην κατώτερη βαθμίδα. Ήταν όμως και πρόσωπο -κακά τα ψέμματα- αγαπητό.

    Η λαϊκή μυθολογία είναι γεμάτη από παράδοξους «ανθρωπότυπους». Τουτέστιν, από φιγούρες που είναι του σαλονιού και του αλωνιού. Που τους αγαπάς να τους μισείς. Που σε εκνευρίζουν, αλλά κάπου μέσα σου τους παραδέχεσαι και κρυφά λες «ν΄αγιάσει το στόμα τους». Ο Αλέφαντος ήταν η αποθέωση της κοινοτοπίας, αλλά ποιος είπε ότι η κοινοτοπία δεν είναι ένας μεγάλος χώρος συνάντησης των ανθρώπων;

    Αν κοιτάξουμε τριγύρω μας θα δούμε πολλούς εκκολαπτόμενους ή εν εξελίξει Αλέφαντους. Διότι πρόκειται για ιδιότητα κι όχι για μια απλή ανθρώπινη υπόσταση. Τη δεκαετία του ’90, ο Βαγγέλης Γιαννόπουλος γεύτηκε τα κλέη ενός λαϊκού ειδώλου. Ήταν ένας από εμάς σε εξτρεμιστικό επίπεδο, σε ακραία εκδοχή. Τα έχετε χύμα και τσουβαλάτα και δεν νοιαζόταν για τις επιπτώσεις. Πάντα θα υπάρχουν τέτοιου είδους άνθρωποι που ενώ ξεφεύγουν από τη νόρμα ουσιαστικά την επιβεβαιώνουν. Επαναλαμβάνοντας την μπαναλιτέ ουσιαστικά τη διατρανώνεις.

    Σε μια χώρα σαν τη δική μας όπου η μαγκιά είναι συνώνυμη της ανώτερης ανδρικής ποιότητας, η έπαρση καθίσταται σύμβολο ισχύος και η φιγούρα τρόπος ανέλιξης, ο αυθεντικός Αλέφαντος γίνεται ασμένως αποδεκτός. Τουλάχιστον είναι αυτό που δείχνει. Έστω κι αν αυτό που δείχνει -και είναι- απέχει έτη φωτός από την εντύπωση που μπορεί να έχει κανείς περί ευταξίας του δημόσιου λόγου.

    Από την άλλη, αν δεν μάθεις μπαλίτσα από τον άρχοντα από ποιον θα μάθεις; Από αυτούς που κυκλοφορούν με γραβάτα, κοστούμι, λαμέ χαμόγελο και βλέμμα μπριγιαντίνη;

     

    Διαβάστε ακόμα: Να γιατί δεν πρέπει να γίνεις… Ζοσέ Μουρίνιο στη ζωή σου.

     

     

     

    x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

    Button to top

    Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

    The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

    Close