Η μονομαχία ανάμεσα στον Μιγιαμότο Μουσάσι και τον Σασάκι Κοζίρο, στη νησίδα Φουνατζίμα της Ιαπωνίας, όπως την ζωγράφισε ο Yoshifusa Utagawa το 1843.

Λίγο πριν από τις οχτώ το πρωί, στις 14 Απριλίου 1612, εκατοντάδες άνθρωποι έσπευσαν στη νησίδα Φουνατζίμα της Ιαπωνίας, για να παρακολουθήσουν έναν αγώνα που δίκαια θα τον περιγράφαμε σήμερα κατά το σχήμα: «αίμα και άμμος». Εδώ είχε και νερό, όπου λικνίζονταν οι βάρκες των θεατών, σαν πλωτές κερκίδες, καθότι ολόκληρη η νησίδα είχε μεταβληθεί σε αρένα για τη μητέρα μονομαχία ανάμεσα σε δύο τρομερούς ξιφομάχους.

Ο πρώτος που έφτασε στο σημείο, οπλισμένος με ένα ξίφος Κατάνα υπέρ το δέον μακρύ, ήταν ο Σασάκι Κοζίρο, 40 ετών, ιδρυτής της Σχολής Γκανρίου Ρίου, και γνωστός ως Δαίμονας των Δυτικών Επαρχιών.

Ο αντίπαλός του, που δεν έλεγε να εμφανιστεί, και πολλοί πίστευαν ότι θα το είχε βάλει στα πόδια, ήταν ένας εντελώς παράδοξος άνθρωπος, που δεν είχε κλείσει ακόμη τα τριάντα του χρόνια, αλλά είχε μετατρέψει κιόλας τα είκοσι από αυτά σε Μούσα Σουγκίο, τουτέστιν σε χρόνια πολεμικού προσκυνήματος.

Ο Μιγιαμότο Μουσάσι, έδωσε (και κέρδισε) την πρώτη του μονομαχία σε ηλικία 13 ετών, λίγο μετά την δολοφονία του πατέρα του από τον ανέντιμο Γκανρίου Γιοσιτάκα.

Αριστερά: Σχέδιο του Μιγιαμότο Μουσάσι από τα χρόνια της απομόνωσης. Δεξιά: Ο Μουσάσι στα πολεμικά του χρόνια.

Μιλάμε βεβαίως για τον θρυλικό Μιγιαμότο Μουσάσι, που έδωσε (και κέρδισε) την πρώτη του μονομαχία σε ηλικία 13 ετών, λίγο μετά που ο πατέρας του, επίσης δεξιοτέχνης ξιφομάχος, δολοφονήθηκε από τον ανέντιμο Γκανρίου Γιοσιτάκα. Ο μικρός Μιγιαμότο ορκίστηκε εκδίκηση, κι εγκατέλειψε το χωριό του όταν έκλεισε τα δεκάξι.

Με έναν τέτοιο όρκο αρχίζουν πλήθος ιστορίες, ως επί το πλείστον ενηλικίωσης, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τη σειρά ανιμέισον «Blue Eye Samurai», που παίζει ακόμη στο Netflix και την προτείνω ανεπιφύλακτα. Μοιάζει και με το «Kill Bill» – και με τα δύο.

Η δική μας ιστορία, όμως, αυτή εδώ η αφήγηση, είναι διαφορετική, διότι αρχίζει μετά την εκδίκηση: η τελευταία μονομαχία του Μουσάσι, πριν την αναμέτρηση με τον Κοζίρο, δόθηκε στο νησί Ναντατζίμα, και αντίπαλος ήταν, φυσικά, ο φονιάς του πατέρα του. Ο Μουσάσι τον σκότωσε, συμπληρώνοντας εξήντα νίκες σε ισάριθμους αγώνες.

Τούτου δοθέντος, η μονομαχία με τον Κοζίρο ήταν κάτι σαν υστερόγραφο, ίσως το επίμετρο μιας αιματηρής περιπέτειας, κι έτσι δεν μας προκαλεί εντύπωση που αυτός είναι ο μοναδικός αγώνας του Μουσάσι για τον οποίο σώζονται λεπτομερείς περιγραφές.

Εγώ δεν θα αναφέρω καμία, και θα παραπέμψω τον φίλο αναγνώστη στο σινεμά, στην τριλογία του Ιναγκάκι με τον Τοσίρο Μιφούνε, αν και οι ταινίες για τον Μουσάσι είναι αμέτρητες, όσες και οι εκδοχές για τη ζωή του – μόνο που δεν έχω δει άλλες.

Για τη μονομαχία, και διαβάζοντας μια πυκνή βιογραφία του Μουσάσι διά χειρός Σοφίας Ξυγαλά (Ιάμβλιχος 2002), αρκεί να πω ότι ο ήρωάς μας εμφανίστηκε με δύο ώρες καθυστέρηση, νίκησε τον Δαίμονα των Δυτικών Επαρχιών, κι έγινε άφαντος, επειδή φοβόταν ότι θα τον σκότωναν οι μαθητές του Κοζίρο. Αυτός ήταν ο τελευταίος χορός του μεγαλύτερου Ιάπωνα ξιφομάχου όλων των εποχών.

Μετά τα 30, αφιερώθηκε στην εκπαίδευση άλλων σαμουράι, στην καλλιγραφία, τη ζωγραφική και την τελετή του τσαγιού, και ασφαλώς στη σύνταξη του αθάνατου έργου «Γκορίν Νο Σο».

Ο Μιγιαμότο Μουσάσι, όπως τον φαντάστηκε ο Utagawa Kuniyoshi το 1847.

Κι εδώ αρχίζει η δική μου ιστορία, όταν ο Μουσάσι απομονώνεται στα βουνά, για να μυηθεί στην Ατραπό του Ξίφους, μακριά από βεντέτες, σκυλοκαβγάδες και μακελειά. Ήθελε λίγη ησυχία.

«Όταν έφτασα τα τριάντα», γράφει ο ίδιος, «κοίταξα το παρελθόν μου και είδα ότι οι παλιές μου νίκες δεν οφείλονταν στην κατάκτηση της τέχνης της στρατηγικής. Ίσως να ήταν φυσική ικανότητα ή εντολή του ουρανού, ή ίσως η στρατηγική των άλλων σχολών να ήταν κατώτερη. Ύστερα απ’ αυτό, μελέτησα πολύ, πρωί και βράδυ, αναζητώντας την απαρχή, κι έφτασα να πραγματώσω το Ταό της στρατηγικής όταν ήμουν πενήντα ετών».

Αυτά τα είκοσι χρόνια πιστεύω ότι ήταν το πραγματικό πολεμικό προσκύνημα του Μουσάσι, στη διάρκεια του οποίου δεν μονομάχησε ποτέ. Την ωριμότητά του την αφιέρωσε στην εκπαίδευση άλλων σαμουράι, στην καλλιγραφία, τη ζωγραφική και την τελετή του τσαγιού, και ασφαλώς στη σύνταξη του αθάνατου έργου «Γκορίν Νο Σο», που το ξέρουμε ως «Βιβλίο των Πέντε Δακτυλιδιών» – ή Κύκλων, όπως η απόδοση που έχω εδώ, του Θάνου Καραγιαννόπουλου, των εκδόσεων Οξύ. Αξίζει να το διαβάσετε.

Ο Μουσάσι το έγραψε σε ένα σπήλαιο, παρέδωσε το χειρόγραφο στους μαθητές του, και πέθανε ειρηνικά ύστερα από δυο βδομάδες, στις 19 Μαΐου 1645, στα 61 του χρόνια. Οι Ιάπωνες, αναγνωρίζοντας το θάρρος και την εντιμότητά του, του απέδωσαν τον τίτλο Κινσέι, που θα πει: Άγιος του Ξίφους.

Νομίζω ότι είναι μια ταιριαστή τιμή, ειδικά αν έχουμε κατά νουν ότι ο Μιγιαμότο Μουσάσι έδωσε τις περισσότερες μονομαχίες του με ξύλινα σπαθιά, σαν παιδάκι. Σε τι διαφέρει ο Άγιος από το παιδί; Σε όλα, θα πείτε, και συμφωνώ. Τους ενώνει, ωστόσο, η αποκατεστημένη αθωότητα.

Άγαλμα στη νησίδα Φουνατζίμα της Ιαπωνίας, που δείχνει τη μονομαχία ανάμεσα στον Μιγιαμότο Μουσάσι και τον Σασάκι Κοζίρο.

Το έτος 1615, όταν κατέβηκε από το βουνό, ο Μουσάσι υιοθέτησε τον Ιόρι, ένα αγόρι 13 ετών, ο πατέρας του οποίου είχε δολοφονηθεί – όπως ο πατέρας του ίδιου του Μουσάσι, ο οποίος ορκίστηκε εκδίκηση και άρχισε να μονομαχεί σε ηλικία 13 ετών.

Κι αν η αληθινή εκδίκηση (ή λύτρωση), ήταν αυτή η υιοθεσία; Κι αν ο Μουσάσι αναγνώρισε στον Ιόρι τον παιδικό του εαυτό, ελεύθερο από τον όρκο του αίματος; Κι αν λέω ανοησίες; Όλα είναι πιθανά.

Κάντε μου, όμως, τη χάρη, και δείτε την ταινία «The Twilight Samurai», του 2002, του Γιόσι Γιαμάντα. Στη ζώνη του λυκόφωτος βασιλεύει ο Αμνός.

 

Διαβάστε ακόμα, The League of Extraordinary Gentlemen στο Andro: Ποιοι είναι αυτοί οι «ιππότες» που ξεχώρισαν με την εντιμότητά τους και πάλεψαν για τα πιστεύω τους;

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top