
Aπό την ταινία The Three Musketeers.
Με το παρόν κείμενο, ουσιαστικά το προτελευταίο της στήλης, θα ήθελα να επιστρέψω στο πρώτο, που δημοσιεύθηκε πριν από έναν χρόνο ακριβώς, στις 15 Μαΐου 2024, και που το στόλιζε, ως κεντρική φωτογραφία, ένα στιγμιότυπο από την ταινία The Three Musketeers – Part I: D’Artagnan. Το Part II (το δικό μου) ίσως προβληθεί με τη νέα σεζόν.
Η εικόνα, σε κάθε περίπτωση, καταλεπτώς ιστορεί τον πυρήνα, την προέλευση αλλά και τον προορισμό της League of Extraordinary Gentlemen, που είναι ένα ένδοξο τάγμα, μια καλή συντροφιά, μια λεγεώνα των φίλων (κατά τον φίλο συγγραφέα Ίκαρο Μπαμπασάκη), συγκεκριμένα το σώμα των σωματοφυλάκων του βασιλιά Λουδοβίκου.
Πρόκειται για ένα κοκτέιλ (μολότοφ – εξ ύδατος και πνεύματος, ή από οίνο και άρτο), για ένα μείγμα δηλαδή, και δεν θα είναι τυχαίο που ο δημιουργός του ήταν είδος μεικτό εκ γενετής, εγγονός ενός Γάλλου αξιωματικού και μιας σκλάβας από τον Άγιο Δομίνικο, πιθανότατα Κρεολής, που την έλεγαν Μαρία, γιατί δεν υπάρχει άλλο όνομα.
Μάλιστα, ο γιος της, ονόματι Θωμάς-Αλέξανδρος, αρνήθηκε τον πατέρα του και υιοθέτησε το δικό της επώνυμο, το όνομα της μητρός, διδάσκοντας εις πάσες τις γενεές ότι οι Extraordinary Gentlemen κρατούν από γένος θηλυκό, υπόκεινται στη μητριαρχία.
Αυτός ο Θωμάς, ο πατέρας του συγγραφέα που με απασχολεί, του συγγραφέα που ξέρουμε ως Αλέξανδρο Δουμά πατέρα, έφτασε να γίνει στρατηγός στη Γαλλία, σε ηλικία μόλις τριάντα ενός ετών, και ήταν, νομίζω, ο πρώτος μιγάς που κατόρθωσε κάτι τέτοιο στην ιστορία του Δυτικού κόσμου. Ο μιγάς απ’ τον μέγα κατά εν γράμμα διαφέρει.
Ως στρατηγός, ο Θωμάς διακρίθηκε στις εκστρατείες του Μεγάλου Ναπολέοντα, κι έλαβε τα προσωνύμια Μαύρος Κόμης και Μαύρος Διάβολος, ενώ λέγεται ότι ήταν ο μόνος που τόλμησε να διαφωνήσει με τον αυτοκράτορα, τόλμη που τον έριξε, ασφαλώς, σε δυσμένεια: μετατέθηκε στην Αίγυπτο και, όταν ανακλήθηκε στο Παρίσι, δεν πρόλαβε να φτάσει ποτέ∙ τον συνέλαβε ο βασιλιάς της Νεάπολης, Φερδινάνδος Β΄, το έτος 1799.
Ο Θωμάς πέρασε δυο χρόνια στη φυλακή, και πέθανε κατά το 1806, λίγο μετά την απελευθέρωσή του. Στο μεταξύ, είχε καταγράψει την εμπειρία του σε ένα ημερολόγιο, που έπεσε στα χέρια του γιου του, του συγγραφέα (θυμίζω) Αλεξάνδρου Δουμά πατρός, ο οποίος ήταν τεσσάρων ετών όταν έχασε τον πατέρα του.
Αργότερα, όταν αυτό το ορφανό ενός μιγά είχε ήδη γίνει ένας από τους πρώτους επιτυχημένους συγγραφείς της Νέας Εποχής, βασίστηκε στο πατρικό ημερολόγιο για να γράψει ένα από τα πιο συναρπαστικά βιβλία του κόσμου, τον Κόμη Μοντεκρίστο.

Ο Δουμάς παίρνει εκδίκηση και από τους αγράμματους κριτικούς, που δεν συγχώρησαν ποτέ στον συγγραφέα μας την επιτυχία του, με τον Μοντεκρίστο.
Στην εκδίκηση του ήρωα Εντμόντ Νταντές, που παριστάνει τον νεκρό και ευθύς ανασταίνεται, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε και τη χαριτωμένη εκδίκηση που παίρνει ο συγγραφέας, εκ των υστέρων από τον Μεγάλο Ναπολέοντα, που αδίκησε τον πατέρα του, και εκ των προτέρων από τους ανόητους ναζί, οι οποίοι κατέστρεψαν το άγαλμα του στρατηγού κατά το 1940, προφανώς επειδή τους ενοχλούσε το χρώμα του δέρματός του.
Ο Δουμάς, όμως, παίρνει εκδίκηση και από τους αγράμματους κριτικούς, που δεν συγχώρησαν ποτέ στον συγγραφέα μας την επιτυχία του, η οποία, βέβαια, ξεπέρασε κάθε προηγούμενο με αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο, με τον Μοντεκρίστο. Ας πούμε, ξυδάκι.
Το φαρμάκι που έσταξαν τότε οι λογιότατοι ήταν κυρίως η γελοία (και φρικαλέα) κατηγορία για μιμητισμό, ακόμα και για λογοκλοπή, καίτοι ο Δουμάς δεν είχε κρύψει ότι τα πιο δημοφιλή του έργα ήταν προϊόν συνεργασίας με τον φιλόλογο Αύγουστο Μακέ.
Αυτός ο τελευταίος ήταν ο άνθρωπος που έπεισε τον Δουμά να παρατήσει τους λαϊκούς θρύλους και να αξιοποιήσει στα μυθιστορήματά του το ιστορικό υλικό, δηλαδή την πραγματικότητα. Το πιο λαμπρό δείγμα της εν λόγω στρατηγικής, και της συνέργειας Μακέ και Δουμά, το τέκνο μιας ωραίας φιλίας, είναι βέβαια ο αθάνατος ύμνος στη φιλία, το ελαφρολαϊκό αριστούργημα με τίτλο Οι τρεις σωματοφύλακες – που ήταν τέσσερις.
Το επίτευγμα του Δουμά «είναι ο έρωτας ο απλός κι ο θάνατος ο απλούστερος. Αυτή η φράση ηχεί ως μελόδραμα και είναι. Όμως, δεν ισχύει αυτό ποτέ στη λογοτεχνία, όποιος αγάπησε τη λογοτεχνία αγάπησε τις κοινοτυπίες για τον έρωτα και τον θάνατο».
Αφήστε, λοιπόν, τους λογιότατους να σκούζουν ασύστολα, και ακούστε τον Ηλία Λάγιο, που γράφει τα παραπάνω προλογίζοντας την ελληνική μετάφραση του έργου από τον ποιητή Γιώργο Κοτζιούλα, στην έκδοση της Παρουσίας, του έτους 1998.
Το επ’ εμοί, ξέρω σήμερα ότι αυτό το λαϊκό και εν πολλοίς αφελές μυθιστόρημα, που το διαβάζω από μωρό παιδί, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι της γενιάς μου, με έχει σημαδέψει πολύ πιο καθοριστικά από τα μεγάλα μυθιστορήματα που έτυχε να διαβάσω αργότερα στη ζωή μου – εκείνα ήταν κυρίως γνώσεις∙ αυτό είναι περιπέτεια.
Αυτό, για να το πούμε ξεκάθαρα, με τα σοφά λόγια του Λάγιου, «δεν έχει ούτε το βάθος ούτε το βυθό του Ντοστογιέφσκι. Αλλά, διάολε, έχει το δικό του βάθος και το δικό του βυθό. Ποια; Να τα μετρήσουμε». Το μέγεθος (διάολε) μετράει.
Παίρνω λοιπόν τη μεζούρα, σε μια κλίμακα τρόπον τινά υπαρξιακή, κι εντοπίζω στο σημείο μηδέν τον ντ’ Αρτανιάν, και στο ζενίθ τον ασύδοτο Πόρθο, κι ανάμεσά τους διακρίνω τη μοναδιαία μελαγχολία του Άθω και την τριαδική γλυκύτητα του Άραμι.

O κινηματογραφικός Κόμης Μοντεκρίστο.
Άραγε μπορούμε να πούμε ποιοι ήρωες είναι πιο αληθινοί ή πιο ανθρώπινοι; Ο Λάγιος προκρίνει τους Άθω και Άραμι, και το τεκμηριώνει με την προτίμηση που τους δείχνει ο Δουμάς, αλλά εγώ θα ήθελα να προτείνω και μιαν άλλη ανάγνωση.
Αισθάνομαι, δηλαδή, ότι και οι τέσσερις ήρωες οφείλουν την αθανασία τους στο γεγονός ότι δεν είναι ανθρώπινοι, σίγουρα όχι με τα μέτρα του κόσμου∙ αντιθέτως: είναι καρικατούρες, μαριονέτες και αθύρματα, που απολαμβάνουν την απεριόριστη ελευθερία του καρτούν – κάτι που ισχύει και για τον συγγραφέα τους. Και για τους αγγέλους.
«Οι τρεις Σωματοφύλακες», λέει πάλι ο Λάγιος, «είναι ένα ψέμα και ένα γλέντι: η διάψευση του γλεντιού ή ο εκγλετζές του ψέματος». Θα μιλάμε για το αδιευκρίνιστο και το φευγαλέο, ενδεχομένως και το ανείπωτο: «Αρχίζουμε να διαβάζουμε τον Δουμά: αυτό που διαβάζουμε είναι ίσως το υπόλειμμα∙ αυτό που θυμόμαστε είναι το απολεσθέν».
Οι Τρεις σωματοφύλακες δεν είναι χαμηλή ή κακή λογοτεχνία∙ απλώς, και δόξα τω Θεώ, δεν είναι λογοτεχνία. Άθελά του, ο Δουμάς, καρικατούρα κι ο ίδιος, μάλιστα με τον τρόπο του Πόρθου (γλέντια, έρωτες, μονομαχίες, ταξίδια, κυνήγια – όλα καθ’ υπερβολή), πυροδοτεί το άρωμα μιας κατεστραμμένης αφήγησης, και μας αφήνει με την υπόσχεση ή το σημάδι μιας εκπλήρωσης που είναι πάντα στον δρόμο.
Αυτή η αφήγηση δεν εξαντλείται ποτέ – την τρώμε, και μένει και μαγιά. Κι άλλο, κι άλλο κτλ. Ή λίγο ακόμα. Σαν τη ζωή, δηλαδή, και τον έρωτα. Στις σελίδες του Δουμά ανασαίνουν όλες οι ηλικίες της ανθρωπότητας, όλες οι εποχές της ζωής μας. Ίσως είναι η βιογραφία μας – και θυμίζω ότι το μυθιστόρημα (υποτίθεται ότι) βασίζεται στην αληθινή αυτοβιογραφία του νεαρού ντ’ Αρτανιάν, που ήταν πρόσωπο υπαρκτό. Έχει και άγαλμα.
«Έχουμε συγχωρήσει προδοσίες, ήττες, πίκρες που δεχθήκαμε στη ζωή μας», λέει ο Λάγιος. «Όλα συγχωριούνται. Όμως, τα χτυπήματα “κάτω απ’ τη ζώνη” της εφηβείας, ποιος μπορεί να τα συγχωρήσει; Φαντάζεστε να είσαστε ο περιγραφόμενος ιππότης ντ’ Αρτανιάν;» Εγώ το φαντάζομαι ανέκαθεν – και το φαντάζομαι στην πραγματικότητα.
Το ίδιο κι ο Λάγιος, μακάρι κι εσείς: «Πίνω όπως ο Πόρθος (και έτσι θα ήθελα να τρώω), φέρνω το χέρι μου στα μαλλιά μου και τα σιάχνω όπως ο ντελικάντης Άραμις, κάποια στιγμή μια βαριά απελπισία με συνεπαίρνει και όλη η ζωή μου μαυρίζει σαν του Άθω και τότε είμαι ξανά 23, 24, 19 χρονών και λέει, (έτσι λέει) θ’ αγαπήσω μια αιωνιότητα, θ’ αστράφτει μπροστά μου η κυρία Μπονασιέ εκεί (ω, πλέον όμορφη απ’ τις κυράδες). Πόρθος, Άθως, Άραμις, οι φίλοι μου. Ντ’ Αρτανιάν εγώ, μα ποιος είμαι; Κανένας δεν το ξέρει».
Αμέσως μετά: «GAME OVER», γράφει ο Λάγιος, και σε βυθό πέφτει από βυθό, ώσπου δεν ήταν άλλος. Πέφτει (εννοώ) στην αγκαλιά της πιο όμορφης απ’ τις κυράδες, σαν τον Δουμά και τους φίλους μου. Όλοι για έναν, και όλα για τη Μαρία / Κατερίνα / Μαριάννα / Κονστάνς. Για σένα. Η πτώση διαρκεί, η ιστορία επίσης. Let the game begin.
Διαβάστε ακόμα: Τζων Άλεκ Μπέικερ, ο μυστηριώδης άνθρωπος-γεράκι.




