O Νίκος Κατούντας επισήμως σήμερα θεωρείται αγνοούμενος. (Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο της οικογένειας του Νικόλα Κατούντα).

Στις 22 Ιουλίου 1974, την τρίτη ημέρα του Πολέμου της Κύπρου, ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κομπόκης, διοικητής των Ειδικών Δυνάμεων και εκ των πρωτεργατών του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου, έδωσε στην 33 Μοίρα Καταδρομών (έτσι αναφέρονται οι στρατιωτικές μονάδες στο νησί: 33 και όχι 33η), τη διαταγή για μιαν αποστολή αυτοκτονίας ή αποστολή θανάτου – για μια mission impossible.

Συγκεκριμένα, ο Κομπόκης διέταξε δύο λόχους της Μοίρας να μεταβούν στην ακτή της Κερύνειας, στο σημείο απόβασης των τουρκικών δυνάμεων, για να εξαλείψουν το προγεφύρωμα του εχθρού και να αποκρούσουν το δεύτερο αποβατικό κύμα, που είχε ξεκινήσει εκείνο το πρωί κι έφερε την ονομασία: Δύναμη Ειδικής Αποστολής Bora.

Οι επικεφαλής στους δύο λόχους ήταν οι εξ Ελλάδος λοχαγοί Βασίλειος Ροκάς και Νικόλαος Κατούντας. Και οι δύο αυτοί, μαζί με όλη τη δύναμη της 33 ΜΚ, είχαν συμμετάσχει στις συγκρούσεις του Πενταδαχτύλου, στα υψώματα γύρω από τον Άγιο Ιλαρίωνα, από τις έντεκα τη νύχτα της 20ής Ιουλίου μέχρι το πρωί της 21ης.

Εκεί έπεσε και ο διοικητής της 33 ΜΚ, ταγματάρχης Γεώργιος Κατσάνης, από το Σιδηρόκαστρο Σερρών, ο οποίος κηδεύτηκε μόλις τον Φεβρουάριο του έτους 2020, όταν η Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους εντόπισε τα οστά του σε έναν ομαδικό τάφο. Τον Κατσάνη τον είπαν αργότερα «Λεωνίδα της Κύπρου». Το ίδιο θα έλεγαν και για τον Κατούντα.

Από τους τρεις άνδρες που έχω κατονομάσει ως εδώ, ο μόνος που επέζησε ήταν ο Βασίλειος Ροκάς, που ασφαλώς δεν μπορεί να αφηγηθεί τι συνέβη εκείνο το πρωί στα περίχωρα της Κερύνειας: «Εδώ δεν θα περιγράψω τι έγινε. Ο ΑΧΟΣ του θανάτου είναι ακόμη στ’ αυτιά μου».

Τον Νίκο Κατούντα οι στρατιώτες του τον αποκαλούσαν «καθηγητή», γιατί είχε ευφυΐα και χιούμορ, ήταν ένας βαθιά στοχαστικός άνθρωπος, ηλικίας 31 ετών.

Για την ανδρεία του, λένε ότι διοικούσε «διά του παραδείγματος».

Ο Κατούντας άκουσε τον αχό φτάνοντας στο χωριό Άγιος Γεώργιος. Το τρόπαιο του Αγίου θυμίζω ότι είναι η μαρτυρία του – που είναι το μαρτύριό του. «Και η πατρίδα τι έκανε;» ρωτά ο φίλος του Κατούντα, Γιώργος Βράιλας. «Τον ξέχασε, γιατί αυτή είναι η μοίρα των ηρώων». Ένα άλλο όνομα για τη μοίρα είναι το μερτικό. Να το θυμάστε.

Τον Νίκο Κατούντα οι στρατιώτες του τον αποκαλούσαν «καθηγητή», γιατί είχε ευφυΐα και χιούμορ, ήταν ένας βαθιά στοχαστικός άνθρωπος, ηλικίας 31 ετών. Για την ανδρεία του, λένε ότι διοικούσε «διά του παραδείγματος». Επειδή αρχή άνδρα δείκνυσι.

Πάνω απ’ όλα, όμως, και όπως επισημαίνει ο Κύπριος επιλοχίας Αυγουστίνος Αυγουστή, ο Κατούντας «ήταν ερωτευμένος και αυτό το έδειχνε σε κάθε στιγμή». Τη γυναίκα του την έλεγαν Ρούλα, εκ του Σταυρούλα – εκ του Εσταυρωμένου Έρωτα.

Στον Άγιο Γεώργιο ο Κατούντας είδε στρατιώτες από το 251 Τάγμα Πεζικού, και ρώτησε κάποιον απ’ όλους: «Πού είναι ο εχθρός;» Κι ο στρατιώτης: «Είναι πολλοί, κύριε λοχαγέ, είναι πάρα πολλοί! Καλύτερα να φύγετε. Το δικό μας τάγμα διαλύθηκε». Οι Τούρκοι ήταν 3.000, και συνοδεύονταν από άρματα. Ο Κατούντας είχε 62 καταδρομείς.

«Δεν σε ρώτησα πόσοι είναι», είπε στον στρατιώτη, «αλλά πού είναι».

Γιατί ο Νίκος Κατούντας, από την Αγία Τριάδα της Πάτρας, με Αρκά πατέρα και Κεφαλλονίτισσα μάνα, ήταν Σπαρτιάτης, ουσιαστικά: «Οὐκ ἔφη δὲ τοὺς Λακεδαιμονίους ἐρωτᾶν πόσοι εἰσὶν οἱ πολέμιοι, ἀλλὰ ποῦ εἰσίν».

Μετά τον Άγιο Γεώργιο έφτασαν ανάμεσα στα χωριά Κάρμι και Τέμπλος, όπου δόθηκε η μάχη, που την ιστορεί εδώ ο στρατιώτης Χαράλαμπος Κυρίλλου: «Οι Τούρκοι έκαναν πίσω και τότε ο Λοχαγός μάς φώναξε όλους και μας διέταξε ότι τώρα πρέπει να φύγουμε προς άλλη κατεύθυνση, λέγοντας: “Μωρέ, φύγετε. Οι μανάδες της Κύπρου θα μαυροφορεθούν σήμερα και δεν θέλω να ’ναι οι δικές σας”». Η δική του ήταν δίπλα του.

Παρέλειψα να αναφέρω τα ονόματα των γονιών του Νικόλα. Επιτρέψτε μου να το κάνω τώρα, χωρίς άλλα σχόλια: Παναγιώτης∙ και Σωτηρία.

«Έμεινε τελευταίος να μας καλύπτει σαν Λεωνίδας της Κύπρου. Μια φήμη λέει πως ήταν μετενσάρκωση του Κηφέα. Έμεινε εκεί να φυλάσσει την Κερύνεια. Η μνήμη του θα μας οδηγεί».

Όπως επισημαίνει ο Κύπριος επιλοχίας Αυγουστίνος Αυγουστή, ο Κατούντας «ήταν ερωτευμένος και αυτό το έδειχνε σε κάθε στιγμή». Τη γυναίκα του την έλεγαν Ρούλα.

«Εγώ και ο Λοχαγός», συνεχίζει ο Κυρίλλου, «καλύπταμε τους υπόλοιπους για την έξοδο από τη χαράδρα μέχρι να βγει και ο τελευταίος. Μείναμε στο τέλος μόνοι μας, κοιταχτήκαμε στα μάτια για λίγο. Το πρόσωπό του είχε μια υπερκόσμια λάμψη. Αμέσως ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Τέτοιο χαμόγελο δε νομίζω να αντικρίσω ποτέ στη ζωή μου ολόκληρη. Ένα χαμόγελο σιγουριάς, αγάπης και αυτοθυσίας. Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε λοχαγός και στρατιώτης. Υπήρχαν δύο άνθρωποι, δύο φίλοι. Μου είπε να φύγω και ότι θα με καλύπτει».

Και ο Κυρίλλου έφυγε. «Αυτό το σφάλμα που έκανα», λέει, «και τον άφησα μόνο του, δεν θα το συγχωρέσω ποτέ στον εαυτό μου». Εγώ εύχομαι να το συγχωρέσει. Γιατί στον Χαράλαμπο Κυρίλλου οφείλουμε την τελευταία μαρτυρία για τον λοχαγό. «Έμεινε τελευταίος να μας καλύπτει σαν Λεωνίδας της Κύπρου. Μια φήμη λέει πως ήταν μετενσάρκωση του Κηφέα. Έμεινε εκεί να φυλάσσει την Κερύνεια. Η μνήμη του θα μας οδηγεί».

Ο Αχαιός Κηφέας ήταν ο αδελφός του Πράξανδρου, συνιδρυτής της Κερύνειας. Ο ομηρικός κύκλος ποιημάτων που αφηγείται την ιστορία τους φέρει τον τίτλο: Νόστοι. Η μνήμη οδηγεί στη Νήσο του Έρωτα, στο Νησί των Αγίων.

Η Κερύνεια έπεσε στις 22 Ιουλίου 1974. Μαζί της χάθηκε ο ερωτευμένος Νίκος Κατούντας – για μη χαθεί τίποτα. Επισήμως σήμερα ο λοχαγός θεωρείται αγνοούμενος. Την άγνοια, βέβαια, την αναιρεί ο Σταυρός, τουτέστιν η Ρούλα. Μην το ξεχνάτε ποτέ: η γνώση στη Βίβλο σημαίνει τον Έρωτα.

 

Διαβάστε ακόμα: Αλκιβιάδης, ο άσωτος πρίγκιπας της Αθήνας. Γράφει ο Κυριάκος Μαργαρίτης.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top