
Ο Τζον Ντίλινγκερ 21 ετών και μια από τις πολλές φορές που βρέθηκε στα χέρια της αστυνομίας. (Φωτογραφία: Charlie Nue / Indianapolis Star)
Τον Σεπτέμβριο του 1934, με το φινάλε ενός φιάσκου, που ήταν η υπόθεση απαγωγής και θανάτου του βρέφους Λίντμπεργκ (νομίζω ότι είναι γνωστή), οι Αμερικανοί άκουσαν για πρώτη φορά το όνομα ενός από τους Founding Fathers της νεότερης και μάλλον ζοφερής μυθολογίας των ΗΠΑ, του Τζ. Έντγκαρ Χούβερ, ο οποίος έγινε επιτέλους πρωτοσέλιδο.
Ταυτόχρονα, οι Αμερικανοί έμαθαν για την καινοφανή (to say the least) υπηρεσία που είχε ιδρύσει ο Χούβερ, που μέχρι τότε ονομαζόταν απλώς Γραφείο Ερευνών, αλλά αναβαθμίστηκε στη διάρκεια της υπόθεσης Λίντμπεργκ, όταν η αμερικανική νομοθεσία εμπλουτίστηκε με ομοσπονδιακές διατάξεις, και το Γραφείο έγινε επίσης Ομοσπονδιακό, το Federal Bureau of Investigation.
Έτσι, με το FBI ως αιχμή του δόρατος, ο Γενικός Εισαγγελέας Όμηρος Κάμινγκς κήρυξε μια σταυροφορία κατά του εγκλήματος, η οποία έλαβε τον μάλλον εντυπωσιακό τίτλο Crime Wars, που οι μελετητές συμφωνούν σήμερα ότι είναι λιγάκι υπερβολικός.
Στην πραγματικότητα, το FBI κυνήγησε μερικές συμμορίες αρχαϊκού τύπου, που η δράση τους ωχριούσε μπροστά στα συνδικάτα του οργανωμένου εγκλήματος, και ειδικότερα εκείνο της ιταλικής μαφίας. Αλλά ο Χούβερ ήξερε να διαλέγει τις μάχες του.

Ο Τζον Ντίλινγκερ ενώ οδηγείται στο δικαστήριο, κατηγορούμενος για δολοφονία το 1934. (Φωτογραφία: AP)
Οι εχθροί, λίγοι γκάνγκστερ που έμοιαζαν με κατάλοιπα της Άγριας Δύσης, ήταν η Συμμορία Μπάροου, η Συμμορία Μπάρκερ & Κάρπις, η Συμμορία του Μπέιμπι Φέις Νέλσον, οι λεγόμενοι Διαρρήκτες του Σεντ Πολ, το Ομορφόπαιδο Φλόιντ, και ασφαλώς η Συμμορία Ντίλινγκερ. Όλοι αυτοί είχαν (όλα) τα φόντα να γίνουν μυθιστορηματικοί και κινηματογραφικοί ήρωες, όπερ και εγένετο, μόνο που κανένας δεν θα ξεπερνούσε σε δόξα και κάλλος τον πρωταγωνιστή της παρούσας αφήγησης.
Η Μπόνι Πάρκερ, για παράδειγμα, η πιο ματαιόδοξη και ψυχοπαθής λησταρχίνα της εποχής, ένα δυστυχισμένο κορίτσι, θα απογοητευόταν αν μάθαινε ότι το ξεπάστρεμα της ίδιας και του αγαπημένου της πέρασε στα ψιλά των εφημερίδων, διότι, λιγότερο από δύο μήνες μετά, στις 22 Ιουλίου 1934, οι πράκτορες του FBI σκότωσαν τον μόνο αληθινό ήρωα των Crime Wars, τον αδιαφιλονίκητο σταρ αυτής της υπόθεσης, τον υπ’ αριθμόν ένα δημόσιο κίνδυνο της Αμερικής, τον ωραίο Τζον Ντίλινγκερ: αφιερωμένο εξαιρετικά.
Η Συμμορία Ντίλινγκερ αριθμούσε δώδεκα μέλη και ήταν η πολυπληθέστερη από όσες ενεπλάκησαν στους πολέμους του εγκλήματος. Επιπλέον, καίτοι ήταν γνωστή ως «η συμμορία του τρόμου», ήταν η λιγότερο βίαιη: μόλις είκοσι τέσσερις ληστείες τραπεζών και κάτι επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα. Ψιλοπράγματα.
Ο ίδιος ο Ντίλινγκερ είχε κατηγορηθεί για τον φόνο ενός αστυνομικού, αλλά δεν καταδικάστηκε ποτέ. Ήταν ένας όμορφος και εύθυμος άντρας, που απολάμβανε τη δόξα και την ταύτισή του με τον θρυλικό Ρομπέν των Δασών, αν και δεν θυμάμαι να μοίρασε χρήματα στους ταπεινούς και καταφρονημένους – μπορεί, βέβαια, και να μην πρόλαβε.

Αριστερά, ο Τζον Ντίλινγκερ και δεξιά ο Τζόνι Ντεπ ως Τζον Ντίλινγκερ στην ταινία «Public Enemies» του 2009.
Στο ξεκίνημά του, όσο ήταν στο αναμορφωτήριο, ο Τζον ορκίστηκε να γίνει «ο πιο κακός μπάσταρδος», και τα κατάφερε μετά βαΐων και κλάδων: ο πρωτοφανής όρος Public Enemy τού ανήκει σχεδόν αποκλειστικά – είναι το πορτρέτο του, που τολμώ να πω ότι ξεπερνά και τον αξιαγάπητο δανδή Τζόνι Ντεπ. Γούστα είναι αυτά.
Τα κορίτσια τον αγαπούσαν τον Τζον, και δεν θα είναι τυχαίο που η συμμορία του αριθμούσε περισσότερες γυναίκες από κάθε άλλη: την Μπίλι Φρεσέτ, τη Μέρι Κίντερ, την Όπαλ Λονγκ, την Πατ Τσέρινγκτον. Ούτε θα είναι τυχαίο που τελικά τον πρόδωσε μια γυναίκα, η τσατσά του μπορντέλου στο οποίο κρυβόταν από το FBI.
Έτσι σκοτώθηκε ο Τζον Ντίλινγκερ, από δύο πράκτορες, εκεί όπου άρχισε την καριέρα του, στο Σικάγο, την Πόλη των Ανέμων, μάλιστα έξω από ένα θέατρο, όπως ο πρόεδρος Αβραάμ Λίνκολν. Ο Ντίλινγκερ ήταν 31 ετών. Το θέατρο (του θανάτου του) λεγόταν Biograph. Το πρώτο βιβλίο που εκδόθηκε για τους πολέμους του εγκλήματος έχει τίτλο: The Dillinger Days. Ήταν ο κεντρικός ήρωας στη βιογραφία της Αμερικής.

Γιατροί, αστυνομικοί και δημοσιογράφοι πάνω από το πτώμα του Τζον Ντίλινγκερ. (Φωτογραφία: AP)
Παρ’ όλα αυτά, έχω την εντύπωση ότι ο Τζον Ντίλινγκερ παραμένει ουσιαστικά ένας άγνωστος. Τα τελευταία του λόγια, που ίσως τα επινόησαν οι πράκτορες του FBI, είναι σαν φάρσα, σαν να μας βγάζει τη γλώσσα από κάπου μακριά: «Με πιάσατε!» Και όλοι ξέρουμε τι εννοεί∙ όλοι ξέρουμε (εννοώ) τι πιάσαμε. Όσα παίρνει ο άνεμος.
Για τον Χούβερ, ο Ντίλινγκερ είχε γίνει τοτέμ και ταμπού, και κυρίως φετίχ. Δεν είναι λίγοι αυτοί που ισχυρίζονται ότι ο διευθυντής του FBI ήταν βαθιά ερωτευμένος με τον υπ’ αριθμόν ένα δημόσιο κίνδυνο της Αμερικής. «Αν ζούσε σήμερα και πήγαινες να τον δεις», μαρτυρεί για τον Χούβερ ο βοηθός διευθυντής του FBI Ουίλιαμ Σάλιβαν, «θα σου μιλούσε για τον Ντίλινγκερ». Εγώ, πάντως, τον καταλαβαίνω τον Χούβερ. Εσείς;
Ο Τζον Ντίλινγκερ ήταν για τον Χούβερ ένας ιδανικός εαυτός, κάτι σαν πρότυπο μίμησης, ταύτισης, έρωτος. Τελικά, ο Τζον ήταν το Μεγάλο Αμερικανικό Μυθιστόρημα, που ο Έντγκαρ πάσχιζε να το γράψει υπό τύπον αυτοβιογραφίας, ώστε να ζήσει εκεί εις τον αιώνα τον άπαντα. Φοβάμαι ότι δεν τα κατάφερε, διότι δεν είχε το απαιτούμενο στιλ.
Το είχε, όμως, ο ποιητής Τσαρλς Μπουκόβσκι: Ίσως να μην υπάρχει πουθενά κανένα άσυλο εκτός / από τις ιστορίες άλλων απελπισμένων αντρών: / ο Ντίλινγκερ, ο Ρεμπώ, ο Βιγιόν, ο Μπέιμπι Φέις Νέλσον, ο Σενέκας, ο Βαν Γκογκ, / ή απελπισμένων γυναικών: θηλυκοί παλαιστές, νοσοκόμες, σερβιτόρες, πουτάνες, / ποιήτριες…
Πιστεύω να καταλαβαινόμαστε.
Διαβάστε ακόμα: Ποιος ήταν ο μεγάλος Ακρίτας πολέμαρχος της Ευρώπης Μερκούριος Μπούας που ξέχασε η Ιστορία;




