
Το 1946, ένας απίθανος Κύπριος αποφάσισε να συμμετάσχει στον 50ό Διεθνή Μαραθώνιο της Βοστώνης, στην Αμερική. Ήταν ο Στέλιος Κυριακίδης από το χωριό Στατός της Πάφου.
Σήμερα σκέφτηκα να διηγηθώ την ιστορία ενός αθλητή, για να βάλω τη στήλη στο κλίμα των Ολυμπιακών Αγώνων, ας είναι κι από το παράθυρο. Και πιστεύω να σας αρέσει. Το 1946, λοιπόν, ένας απίθανος Κύπριος αποφάσισε να συμμετάσχει στον 50ό Διεθνή Μαραθώνιο της Βοστώνης, στην Αμερική. Ήταν ο Στέλιος Κυριακίδης από το χωριό Στατός της Πάφου, γενέτειρας και του γράφοντος.
Ο Στέλιος είχε μάθει να τρέχει στα χωράφια, και είχε συμμετάσχει σε αγώνες δρόμου στην Κύπρο, με τον Γυμναστικό Σύλλογο Ολύμπια της Λεμεσού. Το 1934 ο Κυριακίδης μετακόμισε στην Αθήνα, έπιασε δουλειά στη ΔΕΗ, και έγινε μέλος του Παναθηναϊκού (μας), ασφαλώς και της Εθνικής Ελλάδος. Έτσι διακρίθηκε σε ελληνικούς και βαλκανικούς αγώνες, ενώ συμμετείχε και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου, γι’ αυτό οι ναζί τον άφησαν ήσυχο στη διάρκεια της Κατοχής. Εκείνος το εκμεταλλεύτηκε για να κρύβει Βρετανούς στρατιώτες.
Η γυναίκα του, όταν έμαθε την απόφαση για τον μαραθώνιο μετά τις κακουχίες της Κατοχής, είπε: «Έτσι κοκαλιάρης που είσαι, θα πεθάνεις!». Αλλά ο Στέλιος επέμεινε, διότι η Βοστώνη ήταν κάτι σαν προσωπικό στοίχημα: είχε τρέξει εκεί και το 1930, όμως εγκατέλειψε επειδή τον χτυπούσαν τα παπούτσια που του χάρισαν οι Έλληνες ομογενείς.

Η υποδοχή του Στέλιου στην Αθήνα έγινε στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.
Τώρα εξασφάλισε βίζα, και άρχισε να συγκεντρώνει χρήματα για το Παρίσι, απ’ όπου θα πετούσε για την Αμερική – το προηγούμενο ταξίδι είχε γίνει με πλοίο. Ο Στέλιος πούλησε το ραδιόφωνο και την ηλεκτρική κουζίνα, κι έπεισε τη ΔΕΗ να του χορηγήσει επιταγή για χίλια δολάρια. Και αναχώρησε, τελικά, για τον αγώνα της ζωής του, στις 4 Απριλίου 1946. Ήταν 36 ετών, και αυτή ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε αεροπλάνο.
Στη Βοστώνη οι γιατροί ήταν πεπεισμένοι ότι ο Στέλιος θα πέθαινε, και δεν τον άφηναν να αγωνιστεί. Εκείνος δεν άκουγε τίποτα: «Ήρθα να τρέξω για επτά εκατομμύρια πεινασμένους Έλληνες», είπε, κι έβαλε πέντε κιλά χάρη στον μάγειρα του ξενοδοχείου, που ήταν Έλληνας ομογενής. Ούτε τώρα, όμως, πείστηκαν οι γιατροί, οπότε ο Στέλιος υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση, ότι έτρεχε επ’ ιδίω κινδύνω.
Ο αγώνας ξεκίνησε στις 12 το μεσημέρι, στις 20 Απριλίου 1946. Τα φαβορί ήταν ο Αμερικανός Τζόνι Κέλι και ο Καναδός Ζεράρ Κοτέ, και στα τελευταία χιλιόμετρα ο Κέλι ήταν όντως πρώτος – δεύτερος, όμως, ήταν ο «κοκαλιάρης Έλληνας» Κυριακίδης.
Στα όρια της αντοχής, κι ενώ ένας Αμερικανός δημοσιογράφος τον προέτρεπε να εγκαταλείψει, «ένας ηλικιωμένος Έλληνας άρχισε να τραβάει τα μαλλιά του και να λέει: “Για την Ελλάδα, Στέλιο μου! Για τα παιδιά σου!”». Φυσικά, ο Κυριακίδης νίκησε: «For Greece!» είπε∙ ρε γαμώτο.
Ο μεγάλος Τζόνι Κέλι, όταν τον ρώτησαν πώς και δεν είχε κερδίσει, τα εξήγησε όλα ατάκα κι επί τόπου: «Μα πώς θα μπορούσα να κερδίσω έναν τέτοιον αθλητή; Εγώ έτρεχα για τον εαυτό μου κι αυτός για μιαν ολόκληρη πατρίδα».
Την επαύριον, στην εφημερίδα της Βοστώνης, κάποιος έγραψε: «Έχω ξαναδεί αθλητές να κλαίνε από χαρά για τον θρίαμβο ή από λύπη για την ήττα τους. Αυτός ο Αθηναίος με τα ευγενή αισθήματα δάκρυσε αληθινά, με δάκρυα που έβγαιναν μέσα από τη δυνατή ελληνική καρδιά του. Μια καρδιά που δεν τον πρόδωσε στα 26 μίλια που διήνυσε, αλλά που κόντεψε να σπάσει όταν έφτασε στο τέρμα, από περηφάνια για τη νίκη του, αλλά και από θλίψη για τις κακουχίες που περνούσε η πατρίδα του».
Οι Αμερικάνοι πρότειναν στον Κυριακίδη να γίνει επαγγελματίας αθλητής, ακόμα και να παίξει σε ταινίες του Χόλιγουντ. «Τι θα ήθελες να κάνουμε για σένα;» του είπαν, κι ο Στέλιος απάντησε: «Για μένα τίποτα. Μόνο για την Ελλάδα. Σας παρακαλώ να μην ξεχάσετε τη χώρα μου». Είπε δηλαδή: Μη παρακαλώ σας μη / λησμονάτε τη χώρα μου.

Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Αθλητική Ηχώ» για τη νίκη του Στέλιου Κυριακίδη.
Έτσι κι έγινε: έναν μήνα μετά, έφτασαν στην Ελλάδα 250.000 δολάρια και δύο καράβια του Λιβανού, με τρόφιμα και κάποια είδη πρώτης ανάγκης. Η βοήθεια αυτή ονομάστηκε «Πακέτο Κυριακίδη». Άλλον έναν χρόνο μετά, και για χάρη του, οι Αμερικανοί έστειλαν 400.000 δολάρια ακόμα. Ήταν πριν και από το Σχέδιο Μάρσαλ.
Στη ΔΕΗ, για να δείξει ότι τα χίλια δολάρια δεν είχαν δοθεί άδικα, ο Στέλιος τηλεγράφησε: «Ενίκησα με δεύτερον τον Κέλι και τρίτον τον Κοτέ. Αγών σκληρός. Ευτυχής διότι ενίκησα». Ευτυχής ήταν και η ΔΕΗ. Τον Μάιο, όταν ο Κυριακίδης γύρισε στην Αθήνα, η Ακρόπολη φωταγωγήθηκε προς τιμήν του, για πρώτη φορά μετά την Κατοχή.
Η υποδοχή του Στέλιου (του Στυλιανού) έγινε στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, εκεί όπου έτρεχε ο Παπαδιαμάντης παλιά, για να προλάβει τον Ήλιο τον νοητό και τη μυρσίνη της δόξας. Ο Κυριακίδης τη φόρεσε και είπε: «Είμαι υπερήφανος που είμαι Έλλην». Ο Κύπριος αυτός έκλαιγε.
Στη τσέπη του είχε ένα χαρτάκι που του είχαν δώσει οι ομογενείς πριν από τον μαραθώνιο. Στη μια πλευρά έγραφε: «Ή ταν ή επί τας». Και στην άλλη: «Νενικήκαμεν». Θα έλεγα ότι ήταν οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, αν δεν ήταν ένα τάμα. Ο Στέλιος Κυριακίδης το τήρησε.
Ας τον θυμόμαστε καμιά φορά, φέρ’ ειπείν όταν κοιτάζουμε τον Δρομέα στη Βασιλίσσης Σοφίας, όταν κοιτάζουμε την αεικίνητο στάση του στην άκρη της νύχτας.
Διαβάστε ακόμα: Ο παππούς μου, Στέλιος Κυριακίδης.




