
To φοράς κιόλας…
Οι Αμερικανοί την λένε η «F» word. Αυτή που στα πανεθνικά δίκτυα δεν μπορεί να λεχθεί, αλλά μόνο να υπονοηθεί. Πολλές φορές στον γραπτό λόγο εμφανίζεται ως αρκτικόλεξο. Τουτέστιν: WTF και όλοι καταλαβαίνουν τι θέλει να πει ο ποιητής, αλλά δεν το λέει διότι γνωρίζει πως πρόκειται για βρισιά.
Πώς γίνεται, λοιπόν, να πεις κάτι άλλο, λιγότερο προσβλητικό, αλλά να εννοείς το ίδιο; Κοινώς: πώς να πεις What The Fuck χωρίς να πεις What The Fuck; Οι λέξεις πολλές φορές αποκτούν άλλη σημασιολογική ερμηνεία και βαρύτητα από την αρχική τους. Το θέμα είναι πάντα πώς τις συνενώνεις, αλλά και τι εννοείς μ’ αυτές.
Πάντως, για την ιστορία να σημειώσουμε πως η λέξη Fuck δεν είναι τόσο αγγλική όσο νομίζουμε και δεν σήμαινε πάντα αυτό που γνωρίζουμε σήμερα. Πολλοί γλωσσολόγοι πισυτεύουν πως πιο πιθανό είναι το fuck να αναπτύχθηκε από αρκετούς γερμανικούς όρους που είχαν να κάνουν με τα χάδια και το σεξ. Η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση της είναι σε ένα κωδικοποιημένο ποίημα του 1475, στο οποίο ο ποιητής κατηγόρησε τους καρμελίτες μοναχούς ότι παραβίασαν τους όρκους της αγαμίας τους. Το 1503, ο William Dunbar χρησιμοποίησε την παραλλαγή fukkit στο ποίημά του «Brash of Wowing». Η επόμενη εμφάνισή του ήταν σε ένα Ιταλο-Αγγλικό λεξικό του 1598, όπου συνδυάστηκε με άλλους χυδαίους όρους της εποχής, όπως jape, sard και occupy.
Παρόλο που η λέξη συνέχισε να χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη σεξουαλική επαφή σε ορισμένους κύκλους, βρήκε το δρόμο της στο πολιτιστικό λεξικό των Άγγλων στα τέλη του 19ου αιώνα, όπου κέρδισε δημοτικότητα μεταξύ των Βρετανών της εργατικής τάξης κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης. Η ιδιότητά της ως προσβολής και ως υβριστικής έκφρασης την προσδιόρισε ως βρισιά και δεν έπρεπε να επαναληφθεί φωναχτά στη Βρετανία της βικτωριανής εποχής.
Αν και το fuck εξακολουθεί να αναφέρεται κυριολεκτικά στη σεξουαλική επαφή, σήμερα χρησιμοποιείται πιο συχνά με τη μεταφορική έννοια: μπορεί να είναι ένα ρήμα δράσης (πραγματικά δίνω ένα fuck) ή ένα παθητικό ρήμα (I really don’t give a fuck), ένα μεταβατικό ρήμα (τον γάμησε) ή ένα αμετάβατο. Μπορεί επίσης να αντικαταστήσει σχεδόν κάθε λέξη σε μια πρόταση, όπως έκανε ο Paul Fussell στο βιβλίο του Wartime: «Fuck, the fucking fucker’s fucked».
Το Fuck βρίσκει επίσης το δρόμο του σε πολλά αρκτικόλεξα, πιθανότατα λόγω της χυδαιότητάς του. Μερικά κοινά παραδείγματα είναι το WTF (τι στο διάολο), το FML (γάμα μου τη ζωή), το STFU (σκάσε και γαμήσου) και το FUBAR (γαμημένο πέρα από κάθε αναγνώριση) – το τελευταίο κερδίζει δημοτικότητα λόγω της χρήσης του από στρατιώτες κατά τη διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου.
Το Fuck μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμη και ως όρος, όπου εισάγεται στη μέση μιας προηγουμένως υπάρχουσας λέξης: οι όροι “in-fucking-credible” και “absolutely-fucking-lutely” ακούγονται απόλυτα φυσιολογικοί σε εμάς, παρόλο που λίγες άλλες λέξεις στην αγγλική γλώσσα μπορούν να χρησιμοποιηθούν με αυτόν τον τρόπο. Σε τελική ανάλυση, το fuck μπορεί να αφαιρεθεί σχεδόν από κάθε πρόταση που περιέχει χωρίς να επηρεαστεί το συντακτικό της νόημα, καθιστώντας την τόσο άπιαστη όσο και πανταχού παρούσα.
Το θέμα είναι, ωστόσο, πώς μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε στα ελληνικά όταν θέλουμε να δείξουμε τσαντίλα, εκνευρισμό ή απορία με έναν τρόπο που θα είναι ελάχιστα προσβλητικός. Λοιπόν, υπάρχει εδώ και καιρό το «τιναφτόρε» (παρακαλώ, μια λέξη) που πρώτος είχε πει ο παίκτης του ΠΑΟΚ Βιεϊρίνια κι έκτοτε έχει γίνει viral. Προφανώς σημαίνει: «Τι είναι αυτό ρε;»
Υπάρχει ακόμη το «τι στον κόρακα;» ή «τι στην ευχή» ή το πιο ακραίο «τι στον πο@τσο;». Ας προσθέσουμε, χάριν ιερότητας, το «τι στο θεό;», αλλά και το πλήρως αντιθετικό «τι στο διάβολο;». Επίσης, αν ψάχνουμε το δικό μας αρκτικόλεξο, αντίστοιχο με το WTF, αυτό είναι το ΩΝΣΓ (ω, να σου γαμήσω, για τους μη γνωρίζοντες).
Το έχουμε πιστεύετε; Είμαστε εντάξει, αν δεν θέλουμε να βρίσουμε απροκάλυπτα; Αν πάλι δεν μας βγαίνει το τακτ, υπάρχει πάντα το γνωστό «τι στα γαμίδια», οπότε ξαλαφρώνουμε κι όποιον πάρει ο χάρος.
Διαβάστε ακόμα: Πώς να βρίζεις με στυλ.




