
Η υπογράφουσα με τον μπαμπά της, Παναγιώτη, για ψάρεμα στ’ ανοιχτά της Μιτζέλας.
Κατάγομαι από ένα μικρό ψαροχώρι της Μαγνησίας, τρεις ώρες μακριά από την Αθήνα και σαράντα πέντε λεπτά πριν από την πόλη του Βόλου. Λέγεται Μιτζέλα -Αμαλιάπολη είναι η επίσημη ονομασία του. Σχεδόν πεντακόσιοι μόνιμοι κάτοικοι όλοι και όλοι. Η γραφικότητα του είναι αξιομνημόνευτη. Το όμορφο λιμάνι, τα καθαρά σπίτια, τα περιποιημένα ταβερνάκια και η βραχονησίδα Κίκινθος ακριβώς απέναντι, με το ασπρισμένο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου και της Αγίας Μαρίνας, συμπληρώνουν την καρτ ποστάλ του χωριού.
Η Μιτζέλα είναι ένα ήσυχο μέρος στον Παγασητικό κόλπο για όσους αναζητούν slow motion διακοπές. Παρόλο που το επισκέπτομαι συχνά, ο λογισμός μου τρέχει σ’ αυτό όλο τον χρόνο. Είναι η ανεμελιά, οι αναμνήσεις, η οικογένεια και οι φίλοι που το κάνουν μοναδικό. Εδώ θα προσθέσω και το ψάρεμα με τον πατέρα μου. Μια εμπειρία που την αποζητώ και την γεύομαι πολύ συχνά κατά τη διάρκεια της καλοκαιρινής μου άδειας, περισσότερο από ό,τι οι άλλες μου αδερφές Σοφία και Βασιλική.
Βέβαια, είναι μία ώρα δύσκολη αυτή του ψαρέματος. Το εγερτήριο βαρύ. Πάντα όμως μου άρεσε. Αγάπησα το ψάρεμα όταν ήμουν ακόμη παιδί του δημοτικού και μαζί με τον πατέρα μου, τους θείους μου Γιώργο και Χρήστο, την αδερφή μου Σοφία και τα ξαδέρφια μου Μπάμπη και Αθανασία, είχαμε πάει για ψάρεμα απέναντι στο νησί Τρίκερι. Μιλάμε για σχεδόν σαράντα χρόνια πριν. Ακόμα θυμάμαι τ’ αβγά με τις τηγανητές πατάτες που φάγαμε παιδιά, σ ένα από τα μοναδικά μπακάλικα του σχεδόν έρημου νησιού και την διανυκτέρευσή μας στην «κουβέρτα» του καϊκιού, στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο να μετράμε τα αστέρια. Μία δυνατή εμπειρία αληθινής ευτυχίας. Έκτοτε ακολούθησαν εκατοντάδες άλλες με την υπογράφουσα να έχει πιο ενεργό ρόλο.

Αριστερά: Η υπογράφουσα κάπου μεταξύ 20-25 ετών μετά από ψάρεμα. Δεξιά: Ο μπαμπάς Παναγιώτης όταν υπηρετούσε στο Λιμενικό Σώμα του Βόλου.
Και έχω τόσα να θυμάμαι….από τις παλιές καλές «ψαρωτικές» εποχές!
Λίγο πριν λαλήσει ο πετεινός, «λαλούσε» ο πατέρας μου και όχι μία και δύο φορές, καθώς ήθελα κάμποσο χρόνο για να σηκωθώ από το κρεβάτι.
Όταν είχε ψάρεμα δεν είχε ξενύχτι το προηγούμενο βράδυ. Βέβαια, την τζούρα μου την έπαιρνα αφού για να πάμε στο λιμάνι έπρεπε να περάσουμε από το καφέ-μπαρ Glezos. Θυμάμαι τους φίλους μου να κάθονται σε stands αντικριστά στον δρόμο, κάπου 4 με 5 το ξημέρωμα, να συνεχίζουν τα ποτά τους και εγώ να τον διασχίζω μ’ ένα μπουγέλο στο χέρι, φορώντας sportex με μακριά κάλτσα και κάνα δύο παλιές μπλούζες μακρυμάνικες του πατέρα μου. Είχε ψύχρα μεσοπέλαγα και έπρεπε να ντυθώ καλά, όπως μου τόνιζε.

Η Μιτζέλα από ψηλά.
Στο λιμάνι στην περιοχή Καραντίνα μας περίμενε ο Άγιος Ιωάννης ένα δεκάμετρο παραδοσιακό ξύλινο σκαρί που είχε αγοράσει ο πατέρας μου από την Κύμη.
Πρώτα ξέδενα τους κάβους και μετά φρόντιζα κατά την όπισθεν για να βγούμε από το λιμάνι να μη χτυπήσουμε τα πλαϊνά καϊκια. Όταν η αποστολή μου είχε εκτελεστεί έπιανα την πλώρη. Η πιο ωραία ώρα ήταν τώρα, η ώρα της Ανατολής του ηλίου.
Τα ωραιότερα 2.5-5 λεπτά της ημέρας (τόσο διαρκεί η ανατολή ανάλογα την τοποθεσία και την εποχή). Με το αεράκι να χαϊδεύει το πρόσωπό μου και την αλμύρα να μου ξυπνάει τις αισθήσεις, το βλέμμα μου ήταν καρφωμένο στον ορίζοντα, στο πρώτο φως της ημέρας, εκεί όπου ο ουρανός βάφοταν με κόκκινες, πορτοκαλί και χρυσαφί αποχρώσεις οι οποίες ρουφούσαν σχεδόν μαγικά όλες μου τις σκέψεις, αδειάζοντας έτσι το μυαλό μου.

Τα κουτσομουροδίχτυα που ρίχνουμε με τον πατέρα μου για να πιάσουμε κουτσομούρες. Κάθε ψάρι θέλει το δίχτυ του.
Τι έχει η ψαριά σήμερα κυρ Παναγιώτη;
Το αγαπημένο ψάρεμα του πατέρα μου ήταν για αστακούς, φαγκριά, συναγρίδες, σφυρίδες και ο αγαπημένος του ψαρότοπος ήταν ανοιχτά του αεροδρομίου, της 111 Πτέρυγας Μάχης στη Ν. Αγχίαλο. Ήτανε μία ώρα μακριά από το χωριό. Οπότε είχαμε όλη την ώρα μπροστά μας να πιούμε το καφεδάκι μας, αχνιστό, που το έφτιαχνα με τα χεράκια μου σ΄ένα γκρι καμινέτο. Βαρύς γλυκός για τον μπαμπά, σκέτος για μένα. Κουλουράκια μούστου από τον τοπικό φούρνο του Καουνά, συμπλήρωναν το πρωινό.
Μετά λέγαμε τα νέα μας για τα παιδιά, τα εγγόνια του δηλαδή, για το σχολείο τους, για τις δουλειές και τέλος για το φαγητό. Το άγχος του ήτανε πότε θα μαγειρέψουμε τα ψάρια που μας είχε κρατήσει. Γινόταν κανονικά προγραμματισμός και αυτό γιατί ήξερε ότι είχε έναν σοβαρό αντίπαλο: τo τσίπουρο. Η έκφραση δε, «πάμε για ένα τσιπουράκι πριν το φαγητό» ήταν ο εφιάλτης του, γιατί ήξερε ότι ποτέ δεν ήταν ένα και ποτέ δεν επέστρεφες για φαγητό, τουλάχιστον νηφάλιος.

Η βραχονησίδα Κίκινθος με το εκκλησάκι του Αγιού Νικολάου και της Αγίας Μαρίνας.
Δεν σας κρύβω ότι πάντα με τρόμαζε αυτή η περιοχή του αεροδρομίου γιατί ήξερα ότι έκαναν ασκήσεις τα F16. «Μη φοβάσαι μου έλεγε ο πατέρας μου, ψαρεύουμε μέσα στα επιτρεπτά όρια και ξέρουμε πότε γίνονται γυμνάσια, έρχονται και φρεγάτες». «Με λίγα λόγια σίγουρη βύθιση», του έλεγα γελώντας.
Με το που πιάναμε την σημαδούρα για να σηκώσουμε τα δίχτυα, η θέση μου ήταν στο τιμόνι, έκανα «μία μπρος, μία κράτει» κατά τις προσταγές του πατέρα μου. Ήξερα ότι δεν πρέπει να μιλήσω όταν τα δίχτυα πιάνονταν στα βράχια και δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν. Εδώ η τεχνική ήταν δύσκολη και απαιτητική. Ναι, και δεν το κρύβω ήγειρε και αρκετά «γαλλικά» προς το σύμπαν, τα οποία ζητούσαν συγχώριο μετά το πέρας της διαδικασίας.
Η επιστροφή ήταν σχεδόν το μεσημέρι. Η διάθεσή μου άλλοτε χαρούμενη, άλλοτε πεσμένη ανάλογα με την ψαριά. Ο πατέρας μου όμως ότι και να γινότανε είχε πάντα την ίδια αντιμετώπιση γιατί ήταν μαθημένος και στα πολλά και στα λίγα. Όχι μόνο δεν έχανε την πίστη του αλλά φρόντιζε να με διασκεδάζει κιόλας με αγαπημένα του τραγούδια.

Το λιμάνι της Μιτζέλας και μια από τις πρόσφατες ψαριές μας.
Σε ένα πετάρισμα των βλεφάρων, έφυγαν τόσες δεκαετίες
Αυτόν τον Σεπτέμβρη, ο πατέρας μου Παναγιώτης κλείνει τα 90 του… Ε και; Συνεχίζει τo ψάρεμα, συνεχίζει να βγαίνει στα ανοιχτά. Είναι αυτές οι εξορμήσεις του καλοκαιριού που δίνουν νόημα στον χειμώνα του. Φέτος όμως το ψάρεμα είχε μία δόση μελαγχολίας.
Τα άλλοτε αγαπημένα φαγκροδίχτυα του μπαμπά είχαν δώσει την θέση τους στα κουτσομουροδίχτυα, οι δύο πόστες δίχτυα είχαν γίνει μία και ο αγαπημένος ψαρότοπος φάνταζε απλησίαστος.
Τώρα από την τέντα του καϊκιού κρέμονταν σχοινιά, για να πιαστεί σε περίπτωση που είχε κύμα και έχανε την ισορροπία του. Κάτι που αποδείχτηκε σωτήριο και για μένα.
Πώς περάσαν τα χρόνια, σκεφτόμουν, κοιτώντας τον στα μάτια καθώς ερχόταν από την πλώρη στη πρύμνη με αργά βήματα, βαστώντας τα κάγκελα του καϊκιού. Άραγε το επόμενο καλοκαίρι θα μπορέσουμε να καλάρουμε παρέα ίσα για να φάνε τα παιδιά και τα εγγόνια του ψάρια, όπως τον ένοιαζε;
Άνοιξα την χειροποίητη τυρόπιτα που είχε φτιάξει η μητέρα μου, ό,τι είχε απομείνει δηλαδή από την επιδρομή των τεσσάρων έφηβων της οικογένειας, και του είπα όλο αισιοδοξία «του χρόνου να φτιάξουμε και κανένα παραγάδι».
Πήραμε τον δρόμο της επιστροφής και κατά τη προσφιλή του συνήθεια άρχισε το τραγούδι, αυτή τη φορά τον συνόδευσα και εγώ, διαβάζοντας βέβαια τα lyrics από το Youtube…«Στου Βόλου τις ακρογιαλιές σε μαγεμένα βράδια …… Βολιώτισσα τα μάτια σου λάμπανε σαν διαμάντια».

Ο μπαμπάς μου πολλές δεκαετίες πριν, στο «φυσικό» του περιβάλλον.
Μην «ψαρώνετε»
Fact 1: Είχα πάντα τόσα ψάρια στην κατάψυξή μου που θα μπορούσα να τα βάλω ακόμη και στο τοστ.
Fact 2: Την δύσκολη περίοδο των Capital Controls έφαγα τα περισσότερα φαγκριά και συναγρίδες της ζωής μου, λόγω οικονομικής δυστοκίας των αγοραστών.
Fact 3: Ο πατέρας μου συνήθιζε να μας βάζει τα ψάρια ανά δύο κιλά σε σακουλάκια, γιατί, όπως έλεγε, αυτά είναι φρούτο και τρώγονται εύκολα. Έτσι έχω κλάψει πάνω από μία πιατέλα μεγάλη με κουτσομούρες και μπαρμπούνια γιατί δεν μπορούσαμε να τα φάμε και δεν ήθελα να τα πετάξω. Βλέπετε στο Καπανδρίτι δεν σε τραβάει τόσο το ψάρι και αυτό ισχύει 100% για τα παιδιά μου.
Fact 4: Οριακά όμως να έχω καθαρίσει 3 φορές ψάρια στη ζωή μου!
Fact 5: Πάντα θεωρούσα τον πατέρα μου master στα φαγκριά και στις συναγρίδες. Επίσης, με το που τα έπιανε στα χέρια ήξερε και ακριβώς πόσο ζύγιζαν. Είχε πλάκα γιατί όταν παραθερίζαμε με την αδερφή μου τη Σοφία στο χωριό και είχαμε τα παιδιά μας μωρά, πολλές φορές του λέγαμε να μας ζυγίσει τα παιδάκια, εμπειρικά. Ήταν εντυπωσιακό που η απόκλιση ήταν μόλις, συν – πλην 100 γραμμάρια…
* Φωτογραφίες: Σπύρος Αποστολόπουλος




