Η πρώτη φορά είναι πολύ σημαντική. Αλλά ίσως όχι τόσο όσο πιστεύαμε τα παλαιότερα χρόνια (σκίτσα: Milo Manara).

Εάν διαβάζεις και είσαι γονιός, χαίρομαι. Εάν διαβάζεις και βρίσκεσαι στα πρωτοξεκινήματα της σεξουαλικής σου ζωής, χαίρομαι ακόμη περισσότερο. Αφορμή για το κείμενο αυτό στέκονται τα αρκετά μηνύματα που λαμβάνω από γυναίκες και άντρες στα early 20s τους που διερωτώνται —και με καθιστούν σύμμαχο των αποριών τους— εάν είναι φυσιολογικό που έχουν κάνει άπειρο σεξ από την εφηβεία τους ή εάν είναι φυσιολογικό που είναι ακόμα παρθένες και παρθένοι.

Ανασκουμπώνομαι λοιπόν, μελετώ, συζητώ και καταθέτω τα εξής: Παιδιά, δεν υπάρχει μία «σωστή» ηλικία για να ξεκινήσει κανείς τη σεξουαλική του ζωή, και αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Η απόφαση για την έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας είναι βαθιά προσωπική και εξαρτάται από μία σειρά παραγόντων, όπως η συναισθηματική και ψυχολογική ωριμότητα, η σχέση του ατόμου με τον εαυτό του και τον/τη σύντροφό του (ή τους παρτενέρ του εν πάση περιπτώσει!), αλλά και η γενικότερη αντίληψή του για το σώμα, την επιθυμία και τη συναίνεση.

Tα σημερινά παιδιά πηδιούνται ψηφιακά, στέλνουν προσωπικά nude βίντεο και φωτογραφίες, αυνανίζονται μπροστά σε οθόνες κινητών ή σεξεργάζονται.

Αν και ο μέσος όρος ηλικίας της πρώτης σεξουαλικής επαφής στην Ευρώπη κυμαίνεται σύμφωνα με έρευνες δεκαετίας και βάλε γύρω στα 17 έτη, νέα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν σημαντικές αποκλίσεις. Για παράδειγμα, σύμφωνα με πρόσφατη (του 2023) έρευνα της Μονάδας Εφηβικής Υγείας του Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία», το 20% των εφήβων της Αττικής έχει ξεκινήσει τη σεξουαλική του ζωή από τα 16 ή και νωρίτερα — και μάλιστα, ένα εντυπωσιακό 44,3% αυτών ήδη από τα 14. Την ίδια στιγμή, ένα μεγάλο ποσοστό νέων αναφέρει ότι δεν αισθάνθηκαν έτοιμοι ή ότι θα προτιμούσαν να είχαν καθυστερήσει αυτή την εμπειρία. Η νομοθεσία στην Ελλάδα, εν τω μεταξύ, απαγορεύει ρητά τη σεξουαλική επαφή με άτομα κάτω των 15 ετών, προστατεύοντας την ανηλικότητα από κάθε μορφή εκμετάλλευσης. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι «πότε» αλλά «υπό ποίες συνθήκες»: υπάρχει αληθινή συναίνεση, πληροφόρηση, επιθυμία και ασφάλεια; Αν λείπουν αυτά, τότε οποιαδήποτε ηλικία είναι πρόωρη. Αν υπάρχουν, τότε η απόφαση αφορά τον καθένα και την καθεμία από εμάς.

Χωρίς να υπάρχουν επίσημα δεδομένα, έχω μία αίσθηση (βασισμένη σε άπειρη κοινωνική παρατήρηση, διάβασμα και ενοχλητικές ίσως κουβέντες) ότι τα νέα παιδιά δεν πηδιούνται και τόσο πολύ. Μάλλον, πηδιούνται, αλλά με άλλους τρόπους από αυτούς που αντιλαμβάνονται οι millenials και οι Gen X. Πηδιούνται ψηφιακά, στέλνουν προσωπικά nude βίντεο και φωτογραφίες, αυνανίζονται μπροστά σε οθόνες κινητών ή σεξεργάζονται (ιδίως τα κορίτσια). Δηλαδή, μια δεκαεννιάχρονη αυτή τη στιγμή μπορεί να έχει δει γύρω στα εκατό καυλιά να χύνουν για πάρτη της κωλάρας και των μπουτιών της, αλλά να έχει κάνει έξι-εφτά φορές «αληθινό» σεξ.

Μια δεύτερη παρατήρησή μου σχετίζεται με το incel κομμάτι του Internet και της κοινωνίας, μια συζήτηση που άνοιξε και με την αφορμή του Adolescence. Άντρες δηλαδή, ιδίως νεότεροι, που μένουν παρθένοι επειδή «οι γκόμενες θέλουν φράγκα και κοιλιακούς», που αυτοί δεν διαθέτουν και άρα μένουν στο ράφι semi οικειοθελώς, semi εξ ανάγκης, έστω και κατά φαντασίαν ανάγκης — παραλείπουν τα συγκεκριμένα πλάσματα του Θεού να πουν ή να εκφράσουν ότι ως «γκόμενες» που θα πήδαγαν αν ήταν καλές και άγιες μαζί τους, χωρίς απαιτήσεις, δεν θεωρούν τίποτα χοντρές ή κοκαλιάρες παρατημένες, ούτε τίποτα νέρντουλα, φεμινίστριες, αποψάτες. Πηδήξιμες θεωρούν τις, κατά τα δεδομένα της παλαιάς και πιο σύγχρονης (βλέπε Onlyfans) πορνογραφίας, μουνάρες: τέλειο πρόσωπο, κορμάρα, πλούσιες ή λιγότερο πλούσιες τέλος πάντων καμπύλες, σέξινες, ωραίο δέρμα, ωραία μαλλιά, τέτοια.

Η ιδέα της «παρθενίας», όπως σημειώνει πρόσφατα στο χρονολόγιό της η συγγραφέας Ειρήνη Γεωργή (με την οποία διαφωνώ σε αρκετά και σε άλλα τόσα συμφωνώ), είναι κοινωνική κατασκευή και είναι βασικός πυλώνας της πατριαρχίας. Το slut shaming καλά κρατεί και θέτει τις γυναίκες και τα κορίτσια με περισσότερες εμπειρίες σε ένα στόχαστρο «τσουλοσύνης», άρα χαμηλότερης αξίας. Έτσι, μοιάζει να γυρνάμε σε παλιούς καιρούς και τα κορίτσια αρχίζουν, έχω την εντύπωση, να κρύβουν συντρόφους και εμπειρίες, κατά το γνωστό ανέκδοτο που θέλει τον αριθμό των επαφών ενός άντρα να είναι ψευδώς μεγεθυμένο και αυτόν μιας γυναίκας ψευδώς συμμαζεμένο. Η Ειρήνη αναφέρει και έχει πολύ δίκιο ότι «πολλοί άντρες θέλουν γυναίκες με λίγες εμπειρίες γιατί α) φοβούνται τη σύγκριση με άλλους άντρες και β) γιατί θέλουν να “μάθουν” στη γυναίκα να κάνει ό,τι θέλουν εκείνοι, ώστε να δημιουργήσουν την τέλεια ζωντανή κούκλα του σεξ, σύμφωνα με τα πρότυπα της μέινστριμ πορνογραφίας που καταναλώνουν».

Tα νέα παιδιά δεν πηδιούνται και τόσο πολύ. Μάλλον, πηδιούνται, αλλά με άλλους τρόπους από αυτούς που αντιλαμβάνονται οι millenials και οι Gen X (σκίτσα: Milo Manara).

Ναι, λοιπόν, το ζήτημα του πότε ξεκινάμε να κάνουμε σεξ αφορά με άλλον τρόπο τα φύλα. Σκεφτείτε ως πατέρας παιδιών διαφορετικού φύλου, ας πούμε. Εάν ο γιος σας πήγαινε 20 χρονών και δεν είχε γαμήσει θα νιώθατε το ίδιο με την εικασία ότι η κόρη σας ήταν παρθένα μέχρι τα 20 της; Επίσης, έστω ότι συμφωνούμε πως είναι, κατά τα νεότερα ήθη και την τρέχουσα κοινωνική πραγματικότητα, απολύτως οκέι να κάνουμε σεξ για πρώτη φορά εκεί κάπου στη μέση ή στο τέλος της εφηβείας, από 16 έως 19 ετών. Τελειώνει εκεί η συζήτηση; Όχι. Σημασία έχει να δούμε κάτω από ποιες συνθήκες γίνεται αυτό το περί ου ο λόγος πρώτο σεξ. Είναι σύνηθες φαινόμενο περισσότερο έμπειροι άντρες, νεαροί ενήλικες, να αποτελούν τους πρώτους παρτενέρ μίας έφηβης. Πώς μας κάνει να νιώθουμε αυτό; Σκεφτείτε και το άλλο: ο γιος σας, στα 17 του, σας λέει ότι η 35ρα καθηγήτριά του τον ξεπαρθένιασε. Θα ήταν το ίδιο αν σας το έλεγε η 17χρονη κόρη σας για τον 35άρη καθηγητή της;

Είναι όμορφο να ξεπαρθενιαζόμαστε με αφορμή τον έρωτα.

Το σεξ μπορεί να γίνει για πρώτη φορά στα 25, στα 30, ακόμα και στα 35. Προσωπικά, γνωρίζω άτομα που εκτιμώ, και των δύο φύλων, που άργησαν πολύ να πηδηχτούν για μια σειρά από λόγους: ήθελαν να ερωτευτούν πρώτα, είχαν φόβο πέους, ήταν συνειδητά ασέξουαλ, δεν τους/τις ήθελε κανείς. Όμως, πέραν του ότι η νορμαλιτέ της πρώτης φοράς σεξ δεν υφίσταται ως αντικειμενικότητα, μπορώ και τολμώ να πω ότι είναι ευχάριστο πράγμα η ιδέα μιας άγριας νιότης σπαρμένης από εμπειρίες και σώματα. Πιστεύω ότι είναι όμορφο να ξεπαρθενιαζόμαστε με αφορμή τον έρωτα. Κι αν δεν γίνει έτσι, να μην κάνει ποτέ κανείς και καμιά σεξ για πρώτη φορά με κάποια ή κάποιον που το βλέπει αλλιώς. Είναι μεγάλο τραύμα να θες να σε γαμήσει ο έρωτάς σου από το Γ2 και αυτός το επόμενο πρωί να μη σε χαιρετήσει καν στο προαύλιο — ευτυχώς, αυτή δεν είναι μία δική μου εμπειρία.

Η πρώτη φορά είναι πολύ σημαντική. Αλλά ίσως όχι τόσο όσο πιστεύαμε τα παλαιότερα χρόνια. Πολλοί παράγοντες επηρεάζουν τη μετέπειτα σεξουαλική ζωή του ατόμου. Ως γονείς, ακούστε και μιλήστε ανοιχτά στα παιδιά σας, σεβόμενοι τις επιθυμίες τους, αλλά και με μέριμνα για τους τυχόν κινδύνους που ελλοχεύουν. Ως άτομα που αναρωτιέστε αν είστε πουτάνες που ξεκινήσατε να γαμιέστε από τα 13 ή αν είστε φλώροι που είστε 23 και δεν τον έχετε βρέξει ακόμα, προτείνω ανερυθρίαστα να στρέψετε το ενδιαφέρον σας σε άλλα ερωτήματα: είχα καλούς οργασμούς όταν έκανα σεξ ως σχεδόν παιδί; έχω κάνει ποτέ έρωτα στη ζωή μου; πώς φαντάζομαι την πρώτη μου φορά; θα άντεχα χωρίς σεξ για μια περίοδο, εγώ που το κάνω ανελλιπώς τόσα χρόνια; πόσο ακόμα αντέχω χωρίς σεξ; μου σηκώνεται μόνο με γυναίκες σούπερ σταρ ή μπορώ να ζητήσω να βγούμε και από αυτό το κορίτσι που μου κάνει τόσα γαμημένα reaction στα stories μου απλώς-δεν-μοιάζει-ούτε-λίγο-με-την-Ντούα-Λίπα; αυνανίζομαι; μήπως αυνανίζομαι υπερβολικά; μήπως να κόψω λίγο τις τσόντες; μήπως να αρχίσω να βλέπω καμιά τσόντα; Τέτοια.

Ο χρόνος καθίσταται όλο και πιο σχετικός στον πλανήτη αυτόν, στον τρόπο αυτόν ζωής που κάνουμε ιδίως εμείς οι της Δύσης. Σε δέκα χρόνια θα λέμε άλλα. Σε πενήντα τελείως άλλα. Και σε έναν αιώνα, ίσως να μην υπάρχει καν το σεξ όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Είμαι υπέρ του να γαμιόμαστε — με τους όρους μας, με τον χρόνο μας, με το στιλ μας η καθεμιά και ο καθένας. Να μην ξεχνάμε όμως κι ένα πράγμα: it takes two to tango. Γι’ αυτό, χρειάζεται να καλλιεργήσουμε την επικοινωνία. Να μάθουμε να λέμε και να ακούμε το «θέλω» και το «δεν θέλω». Να αφουγκραζόμαστε την αβολοσύνη και την καυλοσύνη του άλλου, της άλλης. Να μην αντιμετωπίζουμε το σεξ σαν φάρμακο και αντίδοτο προσωπικών μας ελλειμμάτων, αλλά ως κομμάτι μιας υγιούς ζωής, της δικής μας.

 

Διαβάστε ακόμα: Sex Editor, oι δέκα εντολές του καλού σεξ.

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top