
«Τόσο πολύ σας αγαπώ που θα γίνω προδότρα, είστε Ιταλός και σας παραδίνομαι εγώ αντί για την πατρίδα, και Τούρκος να ήσαστε τα ίδια θα έκανα» (εικονογράφηση: Milo Manara).
Λατέρνα, φτώχεια και…
Ελάτε μαζί μου σε αυτό το μικρό ασβέστινο σπίτι με την φροντισμένη αυλή και τον νεροχύτη από μάρμαρο να κάνουμε έρωτα. Αφήστε με να σας καθαρίσω μανταρίνια και να σας προσφέρω κρύο νερό, κόψτε λιγάκι γιασεμί και βάλτε το σε ένα ποτήρι της ρετσίνας, φάτε, πιείτε, ξεκουμπώστε το παντελόνι σας, κλείστε τα μάτια και αφεθείτε στο στόμα μου. Φορώ φουστάνι εμπριμέ κι έχω ελαφρώς ιδρώσει, οι μασχάλες μου αναδίδουν κολώνια Μυρτώ και ο χαλαρός μου κότσος λύνεται καθώς με ξεγυμνώνετε από πίσω.
Τα δάχτυλά σας αφήνουν σημάδια λίγων λεπτών στο λευκό μου δέρμα, βιαστείτε, σε λίγο θα γυρίσει το παιδί, τα παιδιά, σε λίγο θα γεράσουμε και δεν θα μπορούμε να παιρνόμαστε στα όρθια, βιαστείτε, χύστε μέσα μου, βαθιά, ζεστά, ζητήστε μου να σας σερβίρω το φαγητό σας, απ’ το πρωί βράζω και φουρνίζω για εσάς, για όλους. Είστε καπετάνιος, τσέλιγκας, είστε ο καφενετζής του χωριού κι είστε ο κύρης μου κι εγώ η κυρά σας, απόγονοι εμείς του Ομήρου και της Καλυψούς, να γράφουμε το όνομά μας στο χαρτί δεν ξέρουμε, αλλά αν μας έβλεπε ένας ποιητής θα μας αποκαλούσε ποίημα.
Οι μορφές μας χορογραφούνται με τα χρόνια, αλλαξοπιστούμε, αμπελοφιλοσοφούμε, μοχθούμε και παραπονιόμαστε, τσουγκρίζουμε, πενθούμε, κάνουμε έρωτα μπολιασμένο με χίλιες τύψεις, απέραντα ερεθιστικό, χριστιανικό, χύνουμε που να μας πάρει ο διάολος και διαλυμένοι απ’ την αγάπη μας και την ορμή καβαλάμε τις δεκαετίες, δείτε μας τώρα ασπρόμαυρους και το μπουζούκι του Χιώτη να διαπερνά την φαντασία μας σαν τρίτος εραστής ανάμεσά μας.
Χουφτώστε το στήθος μου σφιχτά έξω απ’ το κέντρο, μέσα από το παλτό μου, ξέρετε πως έχω έρθει κρυφά από τους γονείς μου, μοναχοκόρη καυλωμένη για χάρη σας, ερωτεύομαι τα δόντια σας, πότε επιτέλους θα γίνω δική σας, εσείς μουντζούρης τεκετζής κι εγώ αριστοκράτισσα, λένε πως πάτε στα μπορντέλα να ξεδώσετε, αλλά δεν με πειράζει, άντρας είστε, όταν δικό μου θα σας κάνω θα σας απομυζώ, θα σας βυζαίνω αμείλικτα, θα σας καταπίνω αχόρταγα, θα σας έχω πάνω μου κολλημένο και δεμένο, θα σας αγαπώ για πάντα, τα λεφτά δεν θα’ ναι θέμα ποτέ για εμάς, φιλήστε με να νιώσω την μουστάκα σας, την κρεμμυδίλα, τον καπνό, σας αγαπώ.

«Θυμίσου την αρχή μας και πήγαινέ με σ’ ένα ελληνικό χωριό, βάλε με να μυρίσω το θυμάρι που θα’ χει απομείνει και πήδα με ανθρωπινά και κτηνωδώς στην άκρη ενός ρέματος».
Κάτω από την μπότα του κατακτητή
Τόσο πολύ σας αγαπώ που θα γίνω προδότρα, είστε Ιταλός και σας παραδίνομαι εγώ αντί για την πατρίδα, και Τούρκος να ήσαστε τα ίδια θα έκανα, σε λίγα χρόνια θα το πει κι η Μαρινέλλα ‘’Χριστέ, ντρέπομαι τόσο και όμως το μπορώ’’ να χώνω την γλώσσα μου στο στόμα σας, να μου τραβάτε το χέρι στην ανυποχώρητη στύση σας, να κοκκινίζω ολόκληρη, να εκρήγνυμαι πάνω στα τρία μεσαία σας δάχτυλα, πίσω στο πλυσταριό, να ακούω τη φωνή της μάνας καθώς βογγάω πνιχτά στ’ αυτί σας, να γκαστρώνομαι, να κλεβόμαστε παράφορα μια νύχτα και λίγα χρόνια μετά να μάθουμε ότι ο πόλεμος τελείωσε και να’ μαστε κάτω από μια πορτοκαλιά στη γαλλική ριβιέρα εξόριστοι και το παιδί μας να μπουσουλά ήδη ανάμεσά μας, καρπός της ανυπομονησίας μας.
Και να’ ναι ξαφνικά πρωί ανοιξιάτικο και να’ μαστε φοιτητές στην Αθήνα πάλι, άλλοι πάλι, ίδιοι όμως χωρίς να το θυμόμαστε, να θέλουμε να ανατραπεί η Χούντα, αλλά να συναντιόμαστε στα αμφιθέατρα περισσότερο για να ιδωθούμε και ένα βράδυ να μείνω στο σπίτι σας, μέσα να κοιμούνται οι άλλοι δύο κι εμείς στο σαλονάκι να χοροπηδάμε, τα γόνατά μου να τρίβονται στο πράσινο βελούδο κι εσείς, νέε μου, να με ξεσκίζετε κάτω απ’ την φούστα και να μου απαγγέλλετε Μπρεχτ, Ρίτσο κι εγώ να μην ακούω καθαρά γιατί βουίζουν τ’ αυτιά μου και μετά να ξεραινόμαστε και το πρωί να με ξυπνά ο τούρκικος καφές που ψήσατε για μένα, για εμάς, στο μικρό, πενταβρόμικο κουζινάκι, να βλέπω έξω ένα σπουργίτι και να ξέρω πως θα πετύχει ο αγώνας, αρκεί να με γαμάτε έτσι τα βράδια, η επανάσταση δε λέει χωρίς έρωτα, ο έρωτας δε λέει χωρίς επανάσταση κι είναι τ’ αρχίδια σας τόσο επαναστατικά όπως χωρούν ακριβώς μέσα στη χούφτα μου, πάντα σας άρεσαν τα μακριά μου δάχτυλα.
Σεξουαλική επανάσταση
Γι’ αυτό, χρόνια μετά, μου ζητούσατε να σας ποτίζω χασίς κρατώντας το τσιγάρο εγώ μέσα στα χέρια μου, κουλουριασμένοι μαζί στην άκρη ενός έξαλλου πάρτυ, εσείς ακούτε ελληνικά, εγώ κορίτσι της ροκ αναγέννησης που με κάνει να ριγώ σχεδόν όσο το γλειφομούνι σας, ξέρω, θα φύγουμε από το πάρτυ, θα ανεβούμε στην μοτοσικλέτα σας που κάνει τη γειτονιά να βαρυγκομά, το μπλουτζίν μου θα σφίγγεται πάνω μου κι από κάτω η σέλα, θα με βρείτε έτοιμη εσείς και τα χείλια σας, θα κρατώ τα μαλλιά σας, όλο μπούκλες και χάρη καθώς το κεφάλι σας θα κάνει ό, τι ο αγαπημένος μου κιθαρίστας στον κόσμο στις χορδές της κιθάρας του.
Μιας κιθάρας που καθόλου δεν θα μοιάζει με την δική σας εκείνο το καλοκαίρι λίγο πριν το μιλένιουμ, όλο στα κλαμπ κι εσείς αγόρι μελαγχολικό με τους Πυξ Λαξ και τους Κατσιμιχαίους, αλλάξαν οι εποχές, σας λέω, και σχηματίζω προσεκτικά το eye liner μου και με κοιτάτε λάγνα, σα να έρχεστε από τα παλιά, σα να σας ξέρω από πάντα, είναι θέμα χρόνου να πηδηχτούμε, και δεν με νοιάζει αν θα τα φτιάξουμε, είμαι 17 χρονών και του χρόνου θα την κάνω για Βερολίνο, αλλά έτσι όπως με αφήνετε να έρθω πάνω σας και να σας χορέψω ολόγυμνη με το καυλί σας καυτό να σφαδάζει μέσα μου, νομίζω λιγάκι σας ερωτεύομαι κι έχω στ’ αυτιά μου το κωλοτράγουδό σας ‘’μια συνουσία μυστική της διαφθοράς’’, ω, ναι, είμαι διεφθαρμένη.

«Έτσι όπως με αφήνετε να έρθω πάνω σας και να σας χορέψω ολόγυμνη με το καυλί σας καυτό να σφαδάζει μέσα μου, νομίζω λιγάκι σας ερωτεύομαι» (εικονογράφηση: Milo Manara).
Αγανακτισμένοι και καυλωμένοι
Λιώμα θα με μαζεύετε δεκαπέντε χρόνια μετά, εσείς τώρα νεότερος, εσείς αγανακτισμένο νιάτο των πλατειών και των διαδηλώσεων, από ένα μπαρ, μία μουλάρα ετών σαράντα, φρεσκοχωρισμένη από τον άντρα μου που με κεράτωνε με μία τσούλα από το Facebook, γαμώ την τεχνολογία μου γαμώ, εγώ ούτε αμάξι δεν οδηγώ, μα τι δουλειά έχει ένα εικοσάρης με μένα που πασχίζω να κρύψω τις σακούλες κάτω απ’ τα μάτια; Μου δίνετε νερό, με κοιμίζετε στην αγκαλιά σας, πόσο τρυφερός μπορεί να είναι ένας άντρας, με κοιμίζετε κάτω από την μάλλινη κουβέρτα της μάνας σας, ξέρει η μάνα σας πως το πρωί ο πούτσος σας κοντεύει να εκραγεί κι εγώ ξυπνάω και αυτομάτως κατεβαίνω κάτω από την κουβέρτα να σας τον καταπιώ μια στιγμή; Πόσες φορές, νέε μου, τον παίξατε κάτω από αυτήν την κουβέρτα με Pronhub και φαντασιώσεις εφηβικών μουνιών που μισογευτήκατε στο λύκειο; Μη, σας παρακαλώ, μη με ερωτευτείτε…
Όπως ερωτεύτηκα εγώ η βλαμμένη στην καραντίνα εσάς, εσάς που πια, τόσα χρόνια μετά, σε μια Ελλάδα όμοια με κάθε άλλη μοντέρνα πόλη στον κόσμο, κλείστηκε μέσα, φόρεσε μάσκα και συγκατοίκησε αναγκαστικά για να μην χάσει τη βολή της; Μη λέω βλακείες, άλλοι χωρίσανε, εγώ είχα την φαεινή ιδέα να έρθω σπίτι σας, εργένη γιάπη της εσπρεσιέρας και του μακ μπουκ, δε λέω γαμιόμασταν καλά, αλλά πόσο ν’ αντέξει το γαμήσι με φόντο τόσο Netflix και τόση μοναξιά;
Το ροκ -fuck- του μέλλοντος μας
Πού θα βρισκόμαστε, καυλιάρη μου, εσείς κι εγώ σε χίλια και βάλε χρόνια; Ποιο σεξ σε γλώσσα ελληνική με όλους τους φθόγγους και τα βαχ να μας βαστάξει; Θα λέγεται ακόμα η λέξη ‘’χύνω’’ ή θα θεωρείται απόκληρη και μη συμπεριληπτική για εκείν@ που δεν μπορούν να έρθουν σε οργασμό λόγω τραυμάτων από την υπερβολική χρήση της τεχνητής νοημοσύνης; Αν συνεχίσουμε να συναντιόμαστε μες στις δεκαετίες, θυμίσου την αρχή μας και πήγαινέ με σ’ ένα ελληνικό χωριό, βάλε με να μυρίσω το θυμάρι που θα’ χει απομείνει και πήδα με ανθρωπινά και κτηνωδώς στην άκρη ενός ρέματος, πλύνε με μετά με παγωμένο νερό, αν είναι ακόμα καθαρό και αν δεν είναι πλύνε με με τα σάλια σου, δεν μπορεί, θα έχουμε ακόμα σάλια, κάπου μέσα απ’ το δασάκι θα περάσει ένας Πάνας, μία νύμφη, ένας Έρως κι η Αντιγόνη, να μας θυμίσει πως γεννηθήκαμε για ν’ αγαπάμε, όχι να μισούμε, να μας πάρουν τα βέλη και τα βελάσματα, να γίνουμε πάλι θεοί, να γίνουμε ένα.
Γιατί αν ένα πράγμα κάνουμε καλά εμείς οι Έλληνες, μωρό μου, είναι να ποθούμε, να ποθούμε κι ας μην πετυχαίνουμε τον πόθο μας πάντα, να με ποθείς, μωρό μου για πάντα, να μη φοβάσαι την φθορά, να τη νικάς μαζί μου, να με συναντάς σε κάθε ενσάρκωση, σε κάθε υπόσταση, να είμαστε ο Αχιλλέας κι ο Πάτροκλος και να ξεκωλιαζόμαστε, να είμαστε η Σαπφώ και η Ατθίδα, να είμαστε ο Καραγκιόζης κι η γυναίκα του η πολύτεκνη, να είμαστε η Μαρία κι ο Αρίστος να μας κλαιν στις σκάλες του Μιλάνο, να είμαστε οι ανώνυμοι γαμιάδες του Κορυδαλλού και του Κολωνακίου, να είμαστε οι επώνυμοι σύζυγοι της μικρής οθόνης, να είμαστε τα νέα ελληνόπουλα της Αφρικής και της Ασίας με καυτά φιλιά στην Τρίτης Σεπτεμβρίου, να καταλύσουμε τον χρόνο και να γίνουμε πίσσα, στάχτη κι ίσως ένα στιχάκι κάποιου σπουδαίου ποιητή αγέννητου ακόμα.
Διαβάστε ακόμα: Sex Editor. η αρχιτεκτονική μιας ανέλπιστης παρτούζας (part 1)




