Βρισκόμαστε στον Αύγουστο του ’74 και στο νησί έχουν κάνει απόβαση δύο 3κύλινδρες, δίχρονες Kawasaki 500 Mach III.

Πολύς θόρυβος (κυριολεκτικά) γίνεται στις Σπέτσες, όπως διαβάζω σε ανακοινώσεις και στα social media, σχετικά με το κατά πόσον επιτρέπονται, ή μη, στο νησί τα ηλεκτρικά, ή μη, αυτοκίνητα, τετράτροχα μηχανάκια (χυδαϊστί γουρούνες), τρίτροχα, δίτροχα και πάει λέγοντας.

Σοβαροί ερευνητές έχουν επανειλημμένως προσπαθήσει να απαντήσουν στο ερώτημα, αλλά γρήγορα στράφηκαν σε πιο απλά θέματα, όπως η Κβαντική Φυσική και η μετά θάνατον ζωή, μιας και είναι άμεσα αντιληπτό ότι απάντηση δεν υπάρχει. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να επιχειρήσουμε μερικές παρατηρήσεις σε γεγονότα του παρελθόντος. Κι ό,τι συμπεράσματα βγάλουμε.

Η ιστορία λέει ότι ένα από τα προσόντα του νησιού, κάποιες δεκαετίες πίσω, ήταν το ότι δεν επιτρέπονταν τα αυτοκίνητα (ακόμα το λένε, αλλά μετά γελάνε). Συνεπεία (και) αυτού, αρκετοί γονείς το προτιμούσαν για τις διακοπές τους (ήταν η εποχή που μπορούσες να διαλέξεις τον τόπο των διακοπών σου στην Ελλάδα ανεξαρτήτως οικονομικής επιφάνειας) για να είναι ήσυχοι ότι δεν θα «κόψει» τα βλαστάρια τους περαστικό αυτοκίνητο.

Αυτό βέβαια, χωρίς να λάβουν υπόψη ότι, με τη μορφή που είχαν οι «δρόμοι» (πλάκες ασφάλτου με χωρίσματα), δημιουργούνταν ιδανικές συνθήκες για εντυπωσιακές τούμπες με τα ποδήλατα, με φυσικό επακόλουθο τον, συνήθως «αλογίσιο» λόγω κόστους, αντιτετανικό και την αντίστοιχη δίαιτα. Το ίδιο και με τα αμαξάκια, τα οποία ναι μεν ήταν γραφικά, αλλά μερικά (λέγε με Λευτέρη) «τελίκιαζαν» και κάθε χρόνο όλο και κάποιο ατυχηματάκι γινόταν.

Μερικοί παλιότεροι θα θυμούνται ότι υπήρχε απαγορευτικό σήμα στο λιμάνι μέχρι και για τα ποδήλατα.

Το πρώτο αυτοκίνητο που θυμάμαι, εκτός από το αναπηρικό του Στέλιου, ήταν ένα λεωφορειάκι με καμιά 20ριά θέσεις που προφανώς είχε πάρει άδεια να κάνει δρομολόγια Ντάπια-Οικισμό Μηχανικών γύρω στο ‘68-‘69. Ατυχώς, μετά από λίγες μέρες, το λεωφορειάκι δοκίμασε τις κολυμβητικές του ικανότητες κατά τη διάρκεια ριζοσπαστικής διαμαρτυρίας των αμαξάδων που φοβόνταν τα διαφυγόντα κέρδη (ναι, το έριξαν στη θάλασσα).

Παρ’ όλα αυτά, είναι γνωστό ότι την πρόοδο δεν την σταμάτησε κανείς και, το επόμενο έτος, το λεωφορειάκι συνέχισε τα δρομολόγιά του. Ένα ήταν άλλωστε, δεν ενοχλούσε κανέναν, ίσα-ίσα που βόλευε όλον τον κόσμο. Όσον αφορά τα μηχανάκια όμως, υπήρχε ένα περίεργο καθεστώς. Επιτρέπονταν μεν, αλλά μόνο όσα ήταν μέχρι 50 κυβικά. Για όσους δεν γνωρίζετε –και δεν είναι και απαραίτητο, άλλωστε– πολλά από τα δίκυκλα αυτού του κυβισμού την εποχή που μιλάμε ήταν δίχρονα.

Ακόμα όμως και να μη γνωρίζετε, είμαι σίγουρος ότι εύκολα θα ξεχωρίζατε τον θόρυβο ενός «πειραγμένου» (συνήθως στην εξάτμιση) Zündapp, π.χ., από ένα τετράχρονο μηχανάκι. Αυτός του Zündapp είναι που εύχεστε να τρακάρει στην επόμενη γωνιά. Ο λόγος που τα «έφτιαχναν» ήταν για να μην παραβαίνουν μεν τον νόμο, αλλά να πηγαίνουν πιο γρήγορα. Απλά πράγματα.

Ο νόμος από τη μεριά του εφαρμοζόταν, ή τουλάχιστον προσπαθούσε να εφαρμοστεί (όλα αλλάζουν κι όλα τα ίδια μένουν). Μερικοί παλιότεροι θα θυμούνται ότι υπήρχε απαγορευτικό σήμα στο λιμάνι μέχρι και για τα ποδήλατα (ναι, με είχαν σταματήσει).

Οι χωροφύλακες την έστηναν στις αφίξεις των πλοίων και εξαντλούσαν την εξουσία τους σε όποιον τολμούσε να φέρει μηχανάκι μεγαλύτερο από τα 50cc.

Οι (ακόμα τότε) χωροφύλακες, εκτελώντας σαφείς και αυστηρές εντολές από τον διοικητή, την έστηναν στις αφίξεις των πλοίων και εξαντλούσαν την εξουσία τους σε όποιον τολμούσε να φέρει κάτι μεγαλύτερο από τα 50 κ.ε. Παράδειγμα ο Δημητράκης Κ., που κατέβηκε από το πλοίο μ’ ένα τρίτροχο Honda ATC 90 (αυτό με τις ρόδες μπαλόνια που δεν έστριβε) και προσπάθησε να παραμυθιάσει το όργανον ότι ήταν 50άρι.

Έλα όμως που το όργανον είχε δει την ταινία του James Bond που τα έκανε αυτά διάσημα, και, αφού τον ρούμπωσε λέγοντάς του «ενενηντάρ’ είναι», του έδωσε την επιλογή ή να το αφήσει στον μόλο ή να πάρει το επόμενο καράβι και να γυρίσει πίσω.

Κάπου εκείνη την εποχή αντιληφθήκαμε, εμείς οι έξυπνοι, ότι μπορούσες να έρθεις με τη μηχανή μέχρι την Κόστα, να την περάσεις απέναντι και να πείσεις τις Αρχές ότι δεν θα την κυκλοφορήσεις, αλλά ότι θα την παρκάρεις έξω απ’ το σπίτι σου. Οπότε, κάτι που πραγματικά το μηχανάκι μου ήταν αθόρυβο (Honda CL 175), κάτι που έκαναν και τα στραβά μάτια λιγάκι οι Αρχές, όλο και ξεθαρρεύαμε και κυκλοφορούσαμε.

Υπήρχε κι ένα είδος δακτυλίου από την παραλιακή, για κάποιες ώρες, όπως και γενική απαγόρευση στις ώρες κοινής ησυχίας οι οποίες όμως συνέπιπταν με τις ώρες που κυκλοφορούσαμε, οπότε υπήρχε ένα ασύμβατο, αλλά η καλή θέληση υπήρχε.

Στις 3 τα ξημερώματα, ο διοικητής της Χωροφυλακής εμφανίστηκε στη Ντάπια με πιτζάμες και το σακάκι της στολής του από πάνω.

Οι δίχρονες Kawasaki 500 Mach III ήταν ό,τι ταχύτερο κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή (καλοκαίρι του 1974).

Αυτή ήταν μια μεγάλη εισαγωγή (θα μπορούσε να είναι πολύ μεγαλύτερη) για να αφηγηθώ μια ενδεικτική ιστορία, βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, μιας και έπαιξα ρόλο σε αυτή. Όχι πρωταγωνιστικό, αλλά βασικό (όπως είναι όλοι οι ρόλοι).

Βρισκόμαστε στον Αύγουστο του ’74 (μόλις είχαμε μεταπολιτευθεί) και στο νησί έχουν κάνει απόβαση δύο 3κύλινδρες, δίχρονες Kawasaki 500 Mach III, οι οποίες, εκτός του ότι ήταν ό,τι ταχύτερο κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή, λόγω και κάποιων μικροεπεμβάσεων στις εξατμίσεις, έκαναν και θόρυβο αντίστοιχο με τις σάλπιγγες της Αποκάλυψης και της πτώσης των τειχών της Ιεριχούς μαζί. Και όλα αυτά παιγμένα στις 78 στροφές.

Κάτι το οποίο, στις 3 τα ξημερώματα που αποφάσισαν τα παλληκάρια που τις είχαν να αναχωρήσουν από τα μπουζούκια του Σωκράτη και να πάνε για ύπνο κάπου κοντά στον κινηματογράφο Τιτάνια, είχε σοβαρές επιπτώσεις στην πανίδα του νησιού, με κυριότερη σε αυτή του διοικητή της Χωροφυλακής, ο οποίος εμφανίστηκε (πολύ γρήγορα, είναι αλήθεια) στη Ντάπια με πιτζάμες και το σακάκι της στολής του από πάνω και είναι σίγουρο ότι, εάν τους είχε μπροστά του, θα τους έστελνε στον άλλο κόσμο με συνοπτικότερες διαδικασίες από αυτές που χρησιμοποιούντο επί Γ’ Ράιχ.

Βέβαια, τα συναισθήματα του διοικητή τα συμμεριζόταν και το υπόλοιπο νησί, το οποίο είχε βγει αγουροξυπνημένο στα μπαλκόνια και προσπαθούσε να καταλάβει εάν υπήρξε νέο «κίνημα» και τους λόγους για τους οποίους αυτό έμελλε να ξεκινήσει από τις Σπέτσες.

Με απευθείας διαταγή, και απειλή καθαιρέσεως, τα λαγωνικά της Χωροφυλακής είχαν επιδοθεί στο κυνηγητό των δύο μοτοσυκλετών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι λεβέντες που τις οδηγούσαν να το πάρουν είδηση και να αποφασίσουν, προς μεγάλη τέρψη των ξενύχτηδων της πλατείας (εδώ μπαίνω εγώ), να διασκεδάσουν λίγο ακόμα.

Έτσι, περνούσαν μέσα από τη Ντάπια και, μετά το Ποσειδώνιο, περίμεναν «σβηστοί» στη γωνία μετά το εργοστάσιο μέχρι να φανεί το εκπληκτικά αργοκίνητο και χωρίς καμία λογική ύπαρξης για τους δρόμους του νησιού ARO («τζιπ» ρουμανικής κατασκευής και ελληνικής ρεμούλας) της Χωροφυλακής. Οπότε, βάζοντας μπροστά τις μηχανές, πέρναγαν από δίπλα του προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Το σκηνικό επαναλήφθηκε δυο-τρεις φορές ξυπνώντας και τους τελευταίους κοιμισμένους της περιοχής. Μετά από αυτά, τα παλληκάρια εξαφανίστηκαν και μείναμε όσοι καθόμασταν στου Παλαιολούγκα να συνεχίσουμε τις βαθιές φιλοσοφικές συζητήσεις που μας κρατούσαν ως το πρωί.

Όπως έγινε και με τα θαλάσσια ταξί που περιόρισαν τα καΐκια και με τα χερσαία ταξί που πήραν δουλειά από τους αμαξάδες, τα αυτοκίνητα πλήθυναν και σήμερα φυσικά δεν χωράνε όλοι.

Έχοντας παρκάρει το δικό μου Honda στο ξενοδοχείο Star, δεν φαντάστηκα την εξέλιξη της ιστορίας. Διότι ναι μεν ήταν παρκαρισμένο, αλλά ήταν και το μοναδικό που μπορούσε να «συλληφθεί» από τον διοικητή (νομίζω ότι λεγόταν Δημητρίου). «Τίνος είν’ αυτό;» βροντοφώναξε η Αρχή, και βάλθηκε να το κουνάει λες και το μηχανάκι θα εξαφανιζόταν ή θα τελείωναν όλα με αυτή την κίνηση.

Έως ότου δοθούν οι εξηγήσεις, με έβαλε να το σπρώξω σβηστό μέχρι το Τμήμα όπου μου απήγγειλε κατηγορία για παράνομο παρκάρισμα και παρακώλυση της κυκλοφορίας των άλλων οχημάτων. Κι όλα αυτά στις 4 το πρωί σ’ ένα νησί που δεν είχε (τότε) αυτοκίνητα.

Για καλή του (ή μάλλον κακή του, όπως αποδείχτηκε αργότερα) τύχη, τα όργανα ανακάλυψαν παρκαρισμένη τη μία από τις δύο μοτοσυκλέτες και, με κίνδυνο ανηκέστου ορθοπεδικής βλάβης της υγείας τους και την ανάγκη φιλοτιμία ποιήσαντες, τρεις από αυτούς τη μετέφεραν σηκωτή στο Τμήμα, δημιουργώντας νέο πηγαδάκι μεταξύ των παρευρισκομένων που για πρώτη φορά έβλεπαν από κοντά μια τόσο προχωρημένη μορφή της ιαπωνικής τεχνολογίας και έκαναν και τα ανάλογα σχόλια: «Πόσα πάει, ρε;». «250!». «Ω ρε μάνα μου…», κ.λπ.

Έχοντας πιάσει λοιπόν το λαβράκι, ο Δημητρίου δεν είχε παρά να περιμένει την επομένη τον ιδιοκτήτη και, με τη σκέψη τού τι θα του έκανε, αποφάσισε ότι θα μπορούσε τώρα να συνεχίσει την τόσο βάναυσα διακοπείσα νυχτερινή του ανάπαυση. Το μόνο κακό ήταν ότι την άλλη μέρα που πήγε στο Τμήμα τον περίμενε μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη με τη μορφή του προέδρου των δικαστών του Αρείου Πάγου, ή κάτι τέτοιο, ο οποίος ήταν πατέρας του ιδιοκτήτη της μοτοσυκλέτας.

Όπως ήταν επόμενο, το θέμα ξεκαθαρίστηκε εντός δεκαλέπτου με τον Δημητρίου να ζητάει επανειλημμένες συγγνώμες και φυσικά με όλη του την καταπιεσμένη οργή να στρέφεται τώρα στον επόμενο κατηγορούμενο. Ο οποίος ήμουν εγώ.

Έλα όμως που το μηχανάκι ήταν στο όνομα του πατρός, ο οποίος με συνόδευε, και, αφού έδειξε την ταυτότητα του απόστρατου αξιωματικού του Βασιλικού Ναυτικού στον αποσβολωμένο Δημητρίου, του είπε ότι «δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά» και φύγαμε, αφήνοντας τον διοικητή ένα ράκος.

Αυτά το ‘74 με το νησί να γεμίζει σιγά-σιγά με κάθε τύπου μηχανάκια και μοτοσυκλέτες. Η δε διάταξη για τα 50 κυβικά εκατοστά κάπου χάθηκε και τα τελευταία χρόνια, έχοντας πια περάσει στην ηλικία των γονιών μας, προσπαθήσαμε να ήμαστε όσο πιο διακριτικοί γίνεται.

Όπως είπαμε όμως και στην αρχή, η πρόοδος δεν σταματάει. Όπως λοιπόν έγινε και με τα θαλάσσια ταξί, που περιόρισαν τα καΐκια και με τα χερσαία ταξί που πήραν δουλειά από τους αμαξάδες, τα αυτοκίνητα πλήθυναν και τώρα φυσικά δεν χωράνε όλοι. Το δε αστείο είναι ότι όλοι αυτοί που τότε έκαναν σαματά, σήμερα γκρινιάζουν. Μην ανησυχείτε όμως. Με το που θα μπει ο Σεπτέμβρης θα λυθούν τα προβλήματα. Του χρόνου πάλι.

 

Διαβάστε ακόμα: Ο Αλέξανδρος Κορέσσης μας μεταφέρει στη δεκαετία του ’60, τότε που το να παίζεις τένις σε κατέτασσε αυτομάτως στους πλούσιους ή τους φλώρους.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top