
Ο Γιώργος Καραμίχος είναι πάντοτε ένας ενδιαφέρων συνομιλητής και αρκούν μερικές κουβέντες για να κατανοήσει κάποιος πόσο βαθιά βουτάει μέσα του και φέρνει την αλήθεια του προς τα έξω. (Photo credits: Αγγελική Κοκοβέ)
Ο Γιώργος Καραμίχος δεν αντιμετωπίζει την τέχνη του ηθοποιού αποκλειστικά ως επάγγελμα, αλλά και ως μια διαρκή άσκηση ενσυναίσθησης, μια συνεχή αναμέτρηση με το παρόν, το παρελθόν και τον Άλλο.
Στη συζήτησή μας, ο λόγος του κινείται ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη, στο τραύμα και τη φροντίδα, στον έρωτα και την απώλεια, χωρίς καμία διάθεση ωραιοποίησης. Από τα πρώτα του παιδικά βήματα στη σκηνή, μέχρι την τελευταία του επιτυχία, τον Vanya του Simon Stephens, ο Γιώργος Καραμίχος μιλά για την ζωή με τρόπο πηγαία ποιητικό, επειδή είναι συνειδητός. Πίσω από τις λέξεις και τις απαντήσεις του διακρίνονται μακρές, και όχι πάντοτε εύκολες, διαδρομές.

«Κάθε μέρα είναι ένας καινούργιος αγώνας. Κάθε πρωί που ξυπνάω κάνω διαλογισμό και οραματισμό, προκειμένου να αντεπεξέλθω». (Φωτογραφία: Γιάννης Τσιανάκας)
Ο Γιώργος Καραμίχος σε 17 απαντήσεις
– Πόσο συχνά νοσταλγείς ή μετανιώνεις για το παρελθόν;
Καθημερινά, ειδικά από μια ηλικία και μετά, η σύνδεση μνήμης και ονείρου είναι, νομίζω, αναπόφευκτη. Η μνήμη έχει να κάνει με το τι είχα ονειρευτεί πως θα γινόμουν και πόσο έχω φτάσει αυτό που ονειρευόμουν. Επειδή αισθάνομαι ότι έχω ξεπεράσει κατά πολύ τα παιδικά μου όνειρα με αυτό που ζω, δεν αναπολώ με πίκρα, ούτε μετανιώνω κάτι. Βοηθά, βέβαια, σε αυτό και η ψυχανάλυση που κάνω εδώ και χρόνια, ώστε, ό,τι από το παρελθόν γδέρνει εντός μου ή μου προκαλεί θυμό, να λειαίνεται και να με οδηγεί στο να είμαι περισσότερο παρών στο τώρα. Το τώρα, φυσικά, εμπεριέχει το παρελθόν… Δεν θα έλεγα ότι έχω μετανιώσει για κάτι ή ότι υπάρχει κάποια ανάγκη να μετανιώσω, αλλά πολλές φορές, η μνήμη μαζί με το ονείρεμα, φέρνει και σκοτάδια μαζί.
– Μνήμη όλων των πραγμάτων, καλών και κακών, ή λήθη;
Και των καλών και των κακών, γιατί δεν υπάρχει καλό και κακό. Με αυτή τη διάκριση ασχολούμαστε μόνο οι άνθρωποι, γιατί το σύμπαν τα έχει όλα. Η μνήμη είναι πολύ σημαντική και από μόνη της κάνει την δουλειά της. Υπάρχουν άνθρωποι και καταστάσεις που είναι αδύνατον να συγκρατήσω στο νου, ενώ, αντιθέτως, σε άλλες περιπτώσεις, θυμάμαι άτομα και περιστατικά τόσο ζωντανά, σα να τους έχω πίνακες στον τοίχο μου, καθημερινά. Η λήθη, προφανώς αν συμβαίνει, έχει κάνει καλά την δουλειά της, οπότε δεν θυμάμαι τι έχω ξεχάσει.
– Πώς εναρμονίζεται η προσωπική σου ζωή με την κοινωνική/παγκόσμια; Αν δηλαδή είσαι ευτυχισμένος στη ζωή σου, όμως το κοινωνικό γίγνεσθαι προκαλεί θλίψη και αποπνέει κάτι το απάνθρωπο, νιώθεις ενοχές;
Είναι πολύ δύσκολο να κρατήσουμε το κεφάλι πάνω από το νερό αυτές τις εποχές, με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Τα σκάνδαλα είναι φρικτά, η απάθειά μας επίσης είναι φριχτή. Το ότι ανεχόμαστε τέτοιου είδους συμπεριφορές που μάς βάζουν σε μια συνθήκη θύματος-από μόνο του, το θύμα ενέχει μια συνθήκη ναρκισσισμού. Σαν κοινωνία, μετεωριζόμαστε ανάμεσα στο ναρκισσισμό, την θυματοποίηση και την πολύ βαθιά κατάθλιψη. Δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη της ευτυχίας μας! Δεν είναι πολύ εύκολο αυτό, ούτε στην Ελλάδα, ούτε στο εξωτερικό, σε όσες χώρες τυχαίνει να επισκέπτομαι και να δουλεύω τα τελευταία χρόνια. Παντού, όπως λέει ο ποιητής, είναι δύσκολο να διαφύγουμε τη διάνοια των πονηρών. Υπάρχει ένα πονηρό πνεύμα που πηγάζει από φόβο και τρομακτική ανασφάλεια. Πάντα υπήρχε, αλλά τώρα είναι πιο συνειδητό, μιας που δεν έχουμε άλλοθι αγνωσίας. Η πρόσβασή μας στην πληροφορία είναι απρόσκοπτη, συνεχής.
– Κάνεις κάτι για να θωρακιστείς από όλο αυτό που περιγράφεις;
Κάθε μέρα είναι ένας καινούργιος αγώνας. Κάθε πρωί που ξυπνάω κάνω διαλογισμό και οραματισμό, προκειμένου να αντεπεξέλθω. Πολλές οι ελλείψεις τριγύρω: από αυτές εντός των εδράνων της Βουλής, μέχρι τις διαβάσεις για ανάπηρα άτομα που δεν σέβεται κανείς, τα σκουπίδια, την αγένεια. Πολλοί οι λόγοι για να θυμώνεις. Παράλληλα, αν κοιτάξεις και πιο πέρα, υπάρχουν και άνθρωποι που συνειδητά προσπαθούν να βελτιώσουν τους εαυτούς τους και τον κόσμο, την κοινωνία. Δύσκολη ισορροπία.

«Θα έλεγα ότι είμαι υπέρμαχος ενός πιο σκεπτόμενου, συνειδητού αυθορμητισμού».
– Τι κυριαρχεί στη ζωή σου; Το αυθόρμητο ή το καλά σχεδιασμένο;
Γενικώς, έκανα σχέδια για χρόνια και συνειδητοποίησα ότι μου προκαλούν πολύ μεγάλο στρες. Έτσι, τα τελευταία χρόνια, προσπαθώ να είμαι πιο αυθόρμητος -λόγω και υποχρεώσεων βέβαια, με παιδιά, σκυλιά, σπίτι και όσα με χρειάζονται καθημερινά. Εστιάζω, πάντως, στο κομμάτι του να δίνω περισσότερο χρόνο να ακούσω, να αισθανθώ, να αντιδράσω σε κάποιο ερέθισμα. Θα έλεγα ότι είμαι υπέρμαχος ενός πιο σκεπτόμενου, συνειδητού αυθορμητισμού.
– Σε επαινείς ή σε τιμωρείς περισσότερο;
Θέλω σιγά σιγά να μην με τιμωρώ πολύ και να μην με κατηγορώ. Να απολαμβάνω και να αναγνωρίζω, σιγά σιγά, την διαδρομή και τα στάδιά της. Ο έπαινος δεν έχει να κάνει με το να πεις ένα «μπράβο», απλά στον εαυτό του. Το ζητούμενο είναι η αναγνώριση του αγώνα και της κούρασης. Προσπαθώ τελευταία να παραδεχθώ ότι είναι φυσιολογικό να αισθάνομαι κούραση από έναν ωραίο, δίκαιο αγώνα. Θεωρώ ότι στην ζωή μου έχω παλέψει δίκαια.
– Τι σκέφτεσαι όταν ακούς τη λέξη «απώλεια»;
Η απώλεια είναι ένα κουτί συνειρμών που, από την μία, έχει έναν βάλτο, ένα έλος, από την άλλη έχει μια τεράστια, ανοιχτή θάλασσα. Αντιλαμβάνομαι την απώλεια ως υγρό στοιχείο, ως συναισθηματικό τοπίο που απαιτεί πολύ καλή προπόνηση, αντοχές. Να θυμόμαστε ότι βρισκόμαστε εδώ για πολύ λίγο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι πεθαίνουμε και πεθαίνουν κι οι άλλοι γύρω μας. Άρα, έχει αξία να προσπαθούμε να είμαστε ουσιαστικά παρόντες. Όταν είσαι στον βάλτο δεν είναι εύκολο αυτό. Όταν είσαι στην θάλασσα, το πράγμα αλλάζει.. Ρίχνεις και μερικές απλωτές με την ψευδαίσθηση ότι μπορεί και να νικήσεις τον θάνατο.
– Αν συναντούσες τον παιδικό σου εαυτό, τι πιστεύεις ότι θα σου έλεγε και τι θα του έλεγες;
Νομίζω ότι αν με συναντούσε θα μου έλεγε «μπράβο σου, μπαγάσα, που είσαι ακόμα ζωντανός και ακόμα δημιουργικός!». Αν τον συναντούσα εγώ θα του έλεγα «Γιώργη, να εκφράζεσαι, να μην ντρέπεσαι όταν υγραίνονται τα μάτια σου».
– Τι είναι για σένα ο έρωτας;
Είναι το άγνωστο ο έρωτας. Όταν μια μαύρη τρύπα ερωτεύεται έναν κόκκινο γίγαντα στο σύμπαν. Είναι τα πάντα! Έχω αρκετό καιρό να ερωτευτώ, αλλά, από ό, τι θυμάμαι, ο έρωτας είναι ένα είδος απώλειας. Απώλειας ελέγχου, εαυτού, αυτοσυγκέντρωσης, αυτοσυγκράτησης, ακόμα και αξιοπρέπειας μερικές φορές. Ο έρωτας είναι ένα καινούργιο αξιακό σύστημα που εξαρτάται από την επιθυμία.

«Με θλίβει πολλές φορές η τάση του ανθρώπου προς την εντροπία, το να τεμπελιάζουμε, το να βρίσκουμε συνεχώς άλλοθι κατηγορώντας τους άλλους για τα δικά μας τα δεινά».
– Πώς αντιλαμβάνεσαι την πατρότητα και πώς σε άλλαξε ως άνθρωπο;
Η πατρότητα είναι μια ταυτότητα που με βοήθησε να επιβιώσω. Μου ήρθε πολύ αυθόρμητα και σε μικρή ηλικία. Μου βγήκε αβίαστα το ένστικτο του να φροντίζω. Όντας περισσότερα χρόνια πατέρας στην ζωή μου από ό,τι δεν είμαι, ειλικρινά, δεν ξέρω πώς είναι να μην είμαι πατέρας. Σαφέστατα, η πατρότητα με έχει κρατήσει ζωντανό. Ευγνωμονώ τα παιδιά μου. Χάρη σε αυτά, υπάρχω ακόμη.
– Είναι αληθινή τελικά η ευτυχία;
Είναι, ναι. Δεν την ξεχνάς, γιατί είναι στιγμές. Τις στιγμές της καλής τύχης, νομίζω δεν τις ξεχνάμε εύκολα. Φροντίζω, πια, να τις αναγνωρίζω όταν συμβαίνουν, ακόμα και αν μιλάμε για το τυχαίο πέρασμα του φωτός πάνω από ένα φύλλο.
– Πώς αντιμετωπίζεις την έννοια του Θεού;
Η λέξη Θεός από μόνη της μας πονάει γιατί έρχεται σε συνάρτηση με την θρησκεία και με τους ανθρώπους που χειρίζονται την θρησκεία και την εξουσία που την συνοδεύει. Τα πάντα, όμως, είναι Θεός και τον εντοπίζω μέσα, έξω και παντού. Το σημαντικό είναι να είμαστε παρόντες και να θέλουμε να βελτιωνόμαστε. Την βελτίωση την αντιλαμβάνομαι πάντοτε σε συνάρτηση με την αγάπη, το να μάθουμε να αγαπάμε και να αγαπιόμαστε περισσότερο. Ο Θεός είναι αγάπη.
– Τι σε θλίβει περισσότερο στον άνθρωπο και τι σε γεμίζει αισιοδοξία;
Με θλίβει πολλές φορές η τάση του ανθρώπου προς την εντροπία, το να τεμπελιάζουμε, το να βρίσκουμε συνεχώς άλλοθι κατηγορώντας τους άλλους για τα δικά μας τα δεινά. Αυτό που με γεμίζει αισιοδοξία είναι το χαμόγελο των παιδιών -όχι μόνο των δικών μου, όλου του κόσμου.
– Πορεύονται τελικά στη ζωή μας όλα από εμάς τους ίδιους ή εξαρτώμαστε και από τους άλλους;
Γενικά, βλέπω ανθρώπους που φαίνονται να μην εξαρτώνται από άλλους, αλλά, για μένα, έχω να πω πως βρίσκομαι σε συνάρτηση με πολύ κόσμο. Ακόμα και όταν είμαι σε φάση διαλογισμού και όταν αισθάνομαι ότι δεν είμαι ιδιαίτερα συνδεδεμένος με το φυσικό σώμα, γνωρίζω ότι νοητικά και πνευματικά, όλα είναι σε συνάρτηση με τους άλλους. Ακόμη και ο τρόπος που σκέφτομαι και μιλώ αυτή τη στιγμή, είναι απόρροια όσων έχω δει, διαβάσει, απόρροια των συνυπάρξεών μου, όλα είναι μια αλληλουχία. Η έννοια «εξάρτηση» δεν μου αρέσει και πάρα πολύ, γιατί σε σχέσεις εξάρτησης, όσες φορές έχω πέσει, το έχω πληρώσει πολύ ακριβά.

«Η συμπόρευσή μου με τον Vanya και τον Θείο Βάνια, αλλά και όλους τους ήρωες αυτού του έργου μοιάζει σα να έχω ζήσει δεκαπέντε ζωές σε μία».
– Υπήρξε μια καθοριστική στιγμή ή άνθρωπος που «άναψε» μέσα σου την ανάγκη να γίνεις ηθοποιός;
Από πολύ μικρός ήθελα νομίζω να κάνω κάτι σε σχέση με το κοινό. Ναι, ήθελα να εκτεθώ σε άλλα νερά, γιατί προφανώς μου φαινόντουσαν θολά τα «νερά» στα οποία μεγάλωσα, στην Βέροια και στους Γεωργιανούς, το χωριό. Πρώτη φορά, έπαιξα στα πέντε μου, έναν σκυλάκο. Καθοριστική στιγμή, όμως, ήταν στην τρίτη λυκείου, όταν έπαιξα στα Παντρολογήματα του Γκόγκολ, με τον καθηγητή Γιάννη Καισαρίδη που είχε τελειώσει το Κρατικό και σκηνοθετούσε την παράσταση. Το σαράκι της έκθεσης άρχισε από τότε να τρώει την «πανοπλία» και νομίζω ότι εκείνη την περίοδο πήρα την απόφαση να γίνω ηθοποιός. Βέβαια, δεν επετράπη από το σπίτι να δώσω εξετάσεις απευθείας σε θεατρική σχολή, οπότε πέρασα πρώτα στο Ιστορικό, στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και κατευθείαν ξεκίνησα να παίζω στην κερκυραϊκή σκηνή.
– Υπάρχει ρόλος που έχεις παίξει που σε βοήθησε να καταλάβεις καλύτερα τον εαυτό σου;
Πιστεύω πως όλοι οι ρόλοι έχουν καθορίσει αυτό που είμαι τώρα και με επηρεάζουν καθημερινά όταν παίζω, ακόμα και ρόλοι που δεν με έχουν ενθουσιάσει τόσο πολύ ή που για κάποιο λόγο η συνθήκη και η συνεργασία με την ομάδα ή τον σκηνοθέτη να μην ευοδώθηκε. Κάθε ρόλος μού έχει αφήσει ένα στίγμα, γιατί η αρχική μου απόφαση να παίξω έναν ρόλο απαντούσε σε κάποια ερωτήματα πολύ ενεργά και ζεστά την περίοδο που έλεγα το εκάστοτε «ναι». Οι πιο καθοριστικοί, ωστόσο, ρόλοι, νομίζω τηλεοπτικά είναι ο Μανώλης από την σειρά «Μια νύχτα του Αυγούστου» που υπάρχει ακόμα στο Ertflix και από την «Οικογένεια Ντάρελ» ο θείος Στεφανίδης. Θεατρικά, θα πω για την παράσταση «Η Ζάλη των Ζώων πριν την Σφαγή», κείμενο Δημητριάδη, σκηνοθεσία Χουβαρδά στο Θέατρο Αμόρε, αλλά και «Η μέθοδος Gronholm» στο Τέχνης που πήγε για πολλά χρόνια, σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου. Φυσικά, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στο «Outro», σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Βασιλακόπουλου στο ΠΛΥΦΑ και στον Vanya στο Υπόγειο του Κουν.
– Τι θα κρατήσεις για πάντα μέσα σου από την εμπλοκή με τον Θείο Βάνια του Τσέχωφ, με τον οποίο αναμετράσαι εδώ και τόσον καιρό;
Η συμπόρευσή μου με τον Vanya και τον Θείο Βάνια, αλλά και όλους τους ήρωες αυτού του έργου μοιάζει σα να έχω ζήσει δεκαπέντε ζωές σε μία. Το βασικό, νομίζω, στοιχείο που μου δίνει αυτή η παράσταση, κάθε φορά που ανεβαίνω στην σκηνή, είναι το να μπαίνω στην θέση του άλλου. Αυτή η αίσθηση ότι όλοι οι άνθρωποι, ως έναν βαθμό, αισθανόμαστε αδικημένοι με κατακλύζει. Μπαίνοντας στην θέση ακόμα και ενός «θύτη», κατανοείς ότι ακόμα και αυτός πασχίζει για την δική του δημιουργικότητα και ότι σίγουρα έχει κι αυτός, όπως όλοι και ο καθένας ξεχωριστά, το δίκιο του…
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.




