Άλλωστε, ν’ αλλάζουν τα γούστα σου είναι διαχρονικό, ο Σάκης Μπουλάς το τραγούδησε σε μια από τις πρώτες επιτυχίες του, στο Μπριγιόλ (1986).
«Είσαι μανάρι μου αλειμένη με μπριγιόλ
Κι από ρεμπέτισσα το παίζεις ροκ εντ ρόλ»
Ενώ, λίγο πιο πίσω, το 1982, το συγκρότημα Σπυριδούλα θίγει το ίδιο ζήτημα από την αντίστροφη, δηλαδή την μη αυθεντική οικειοποίηση μιας πολιτιστικής ταυτότητας, εν προκειμένω της ταυτότητας του νεορεμπέτη από παλιούς ροκάδες, με το τραγούδι Νάυλον ντέφια και ψόφια κέφια.
«Αγόρασες και τον λουλά
απ’ το Μοναστηράκι
ο Μάρκος θα σου τράβαγε τ’ αυτί»
Στην ουσία, τα 80s ήταν η περίοδος που η Ελλάδα βιώνει την «αλλαγή» και ο κόσμος ψάχνεται, όπως έκανε και θα κάνει πάντα. Αυτά για context, για να μη νομίζουμε πως είναι μόνο φαινόμενο σημερινό.
Στα μουσικά, λοιπόν, ο Παναγιώτης Μένεγος (News247, 2022) όσο και ο Δημοσθένης Γαβαλάς (Skrapunk, 2018) υποστηρίζουν ότι τα μεγάλα ρεύματα φασαίων ακολούθησαν την διαδρομή από το χιπ χοπ στη Θανασωκρατία (οι πιστοί οπαδοί του Θανάση Παπακωνσταντίνου και του Σωκράτη Μάλαμα, όρος που επικράτησε μετά τις συχνές κοινές εμφανίσεις των δυο σε συναυλίες ανά την επικράτεια) και ο Π. Μένεγος σχολιάζει και συμφωνεί με τον Νικόλα Καρακάση (Lifo, 2024) ότι το ίδιο πλήθος τώρα έχει αποικήσει τον πλανήτη ΛΕΞ.
Μάλιστα, στο άρθρο του ο Ν. Καρακάσης στέκεται στην ταχύτητα του σχολιασμού του πρόσφατου δίσκου που κυκλοφόρησε ο ράπερ από τη Θεσσαλονίκη. Λέει ότι οι φασαίοι που τον ανακάλυψαν, βιάστηκαν να βγάλουν συμπεράσματα λόγω της ανάγκης τους να ανήκουν κάπου παρά για την επιθυμία τους να απολαύσουν τον δίσκο.

Οι φασαίοι προσαρμόζονται στην περίσταση. Για παράδειγμα, σε μια συναυλία Μάλαμα/Θανάση Παπακωνσταντίνου, φασαίος είναι αυτός που πάει εξοπλισμένος με καπνογόνα και πειρατικές σημαίες και πάει μπροστά μπροστά στο μπούγιο για να αρχίσει το λεγόμενο pit (φιλικά σπρωξίματα). (Φωτογραφία: SOOC)
Οι φασαίοι του σήμερα, είναι τα fashion victims των 90s
Προσωπικά, πήγα στο λάιβ του ΛΕΞ στο ΟΑΚΑ και νομίζω όπως οι περισσότεροι φασαίοι ήμασταν εκεί για την πιθανότητα ιστορικότητας του λάιβ. Μάλλον δεν ξέραμε τους στίχους από τα περισσότερα τραγούδια, ειδικά από τους παλαιότερους δίσκους του και χωνόμασταν μόνο σε κάποια κουπλέ από τον τελευταίο. Όχι και άσχημα, αλλά όταν σε ρωτούσαν «πώς ήταν στον ΛΕΞ» δεν μπορούσες να πεις ακραία, πόσο μάλλον όταν έχουν προηγηθεί τα λάιβ στη Νέα Σμύρνη, στο Καυταντζόγλειο ή στη Λάρισα με τους πιστούς, κολλημένους οπαδούς.
Αντίθετα με μια άλλη περίπτωση, την οποία κατέγραψαν οι United Fiasco σε πρόσφατο podcast τους (S12E29) σχετικά με το λαιβ των Turnstile, μιας hardcore μπάντας. Εντυπωσιάστηκαν, είπαν, καθώς παρότι ο δίσκος βγήκε 5 μέρες πριν από το λάιβ, ο κόσμος ήξερε όλους τους στίχους από τα τραγούδια! Αυτό δεν είναι φασεισμός, είναι μεν υπερβολικό, υπάρχει μια θρησκευτική λόξα εδώ, αλλά σίγουρα όσοι ήταν στο λάιβ ήξεραν πού πάνε και για ποιον λόγο (Χρήστος Κ. επιβεβαιώνει). Κατ’ αντιστοιχία, στο λάιβ των σαρωτικών Kneecap στη Μαλακάσα, του ιρλανδέζικου συγκροτήματος που έκανε άνω κάτω το Glastonbury με τις παρεμβάσεις του υπερ της Παλαιστίνης, το κοινό ήταν εξαιρετικά συντονισμένο και παρόν, αλλά κανείς δεν κατάφερε να τραγουδήσει, επειδή το γκρουπ τραγουδάει στην ιρλανδική γλώσσα, τα γαελικά.

Όταν ο ΛΕΞ έδινε συναυλίας 2 και 3 χιλιάδων πριν μια δεκαετία και τώρα έδωσε στο ΟΑΚΑ συναυλία 60.000, αυτό σημαίνει πως το κοινό επεκτάθηκε στην κατηγορία «φασαίοι». (Φωτογραφία: SOOC)
Όπως και να έχει, η οικονομία της εμπειρίας έχει αντικαταστήσει τον υλικό υπερκαταναλωτισμό των 90s, γι’ αυτό έχει δίκιο ο Γιάννης Δημητρέλλος (Reader, 2023) όταν λέει πως ο σημερινός φασαίος είναι το fashion victim των 90s. Ο φασαίος εμφορείται από τρελό FOMO. Στην πιθανότητα να μείνει στη συλλογική μνήμη ως ένα ιστορικό λάιβ, εκείνο με το μεγαλύτερο κοινό στην ιστορία του ελληνικού ραπ, ήσουν παρών και αυτό δε θα στο πάρει κανείς, ακόμα κι αν πήγες κάπως απρόθυμα.
Από τις συναυλίες στα νησιά, οι φασαίοι είναι παντού
Αντίστοιχα με τα λάιβ, πριν τις διακοπές αντηχεί σε πολλές παρέες (όλο και πιο εκνευριστικά) ο προβληματισμός “που είναι η φάση”, άλλωστε οι φασαίοι ανθίζουν το καλοκαίρι και μαραίνονται με τα πρωτοβρόχια. Γι’ αυτό και δεν εξεπλάγην όταν εντόπισα μια από τις πρώτες επίσημες καταγραφές του όρου στο τραγούδι του Σπύρου Γραμμένου, Από παγκάκι σε παγκάκι (2011), εκεί που ο ήρωας υποστηρίζει ότι ο γιατρός του συνέστησε island-hopping για να συνέλθει από μια δύσκολη συνθήκη, το τέλος δηλαδή του καλοκαιριού.
«Είμαι τίγκα στα ψυχολογικά ο γιατρός μου προτείνει Ηρακλειά
πέντε μήνες και άλλους τέσσερεις Σχοινούσα
Κουφονήσια, Ικαρία, Αμοργό και αμαρτία
θα ‘ναι αν δεν πάω λίγο στην Δονούσα
Θέλω τάνγκο και σουβλάκια και ρετσίνα στα παγκάκια
Θέλω να ‘μαστε όλη νύχτα αγκαλιά
Να μην έχω άλλα χρέη να ζηλεύουν οι φασαίοι
και να ζω σε μια σκηνή στην αμμουδιά»
Οι φασαίοι, πάντως, τα τελευταία χρόνια αρχίζουν να απεμπλέκονται από τις μεγάλες παρέες των 20 ατόμων με κιθάρες, γιουκαλίλι, φούντα και τσίπουρο (που έχουν παρωδήσει στο Μετέχνιο με το σοκιν βίντεο «Λεύτερος σαν το πουλί» ήδη από το 2013), και αναχωρούν για πιο ψαγμένες φασούλες. Η ανάγκη να βρεις ένα ήσυχο νησί χωρίς πολλά πολλά και να κάτσεις εκεί για μέρες φάνηκε -περισσότερο- από τον χαμό που έκανε το περσινό τρολ του Κώστα Μανιάτη για την Ψίμυθο και -λιγότερο- από την εκδοτική επιτυχία της Γραμμής του Ορίζοντος.
Σπουδαίο (και πολύ αυθεντικό) κείμενο για τον θερινό εποικισμό είναι και το «φασαίοι το ζείτε όντως» της Ρωξάνας Θεοδώρου (FaultyFiction, 2024), η οποία έχει ικαριώτικη καταγωγή και περιγράφει πως αισθάνεται να την εκτοπίζουν αυτές οι ορδές. Εκεί, γίνεται μια ιστορική καταγραφή της μετάβασης από τους γκρούβαλους στους φασαίους, των οποίων οι ορέξεις είναι ακόρεστες, και αποκορύφωμα είναι η αποικιοκρατική συμπεριφορά τους στα τοπικά πανηγύρια.

Φωτογραφία από την Ικαρία (Faulty Fiction, 2024)
Καταλαβαίνω όμως, ότι όπως οι πολιτικές κινήσεις ήθελαν αυτούς τους αμέτοχους συντρόφους, επειδή τουλάχιστον έρχονται στα πάρτυ και αγοράζουν μπύρες (Indymedia forum, 2016), έτσι ενδεχομένως και οι ντόπιοι να ανέχονται τη μετατροπή των πανηγυριών σε μικρά φεστιβάλ φασεισμού επειδή τους αφήνει ένα καλό ταμείο στους συλλόγους τους για τη χρονιά. Δεν ξέρω δηλαδή αν αυτοί που παραπονιούνται περισσότερο είναι πράγματι οι ντόπιοι ή όσοι τουρίστες συνηθίσαμε με έναν τρόπο στα καλά του ελληνικού καλοκαιριού με έναν ρομαντικό τρόπο και αναζητάμε το βαλσάμωμα των αναμνήσεων.
Τα situationships και τα ψεύτικα ναυάγια
Παρεμπιπτόντως, μιας που αναφερθήκαμε στο Μετέχνιο, δεν μπορώ να μην κάνω μια αναφορά σε μια από τις πρώτες παρωδίες του πρωτοφασαίου. Μιλάω για το viral video Hey Panos που ανέβηκε το 2010 και μετράει ένα εκατομμύριο views. Ένας χαζός, κυνικός υπερόπτης που επιχειρηματολογεί πάντα βάζοντας τον εαυτό του στο επίκεντρο, όπως λένε οι ίδιοι οι δημιουργοί του χαρακτήρα.
Αυτός ο ψευτομποεμ τύπος ίσως να είναι και αντιπροσωπευτικό του ποιος γκομενίζεται σε αρκετές γειτονιές της Αθήνας. Δεν είναι άλλοι από αυτούς που μπλέκουν σε situationships, δηλαδή σε «φασούλες», χαλαρά και βλέπουμε, όπως παρατηρεί η Χ. Γιαβάσογλου (Η Πόλη Ζει, 2025). Αντιμετωπίζουν τις σχέσεις και τους ανθρώπους που μπλέκονται σε αυτές με μια sprezzatura (ο όρος χρησιμοποιείται καταχρηστικά), που πέφτει σαν κουρτίνα για να κρύψει τον φόβο της απόρριψης, της απώλειας, της διάψευσης, της αποτυχίας εντέλει. Περαστικά.
«Πνίγουν τους έρωτες τους» στο Μπάτμαν και στον Αρχάγγελο (Π. Μενέγος, 2022, αλλά και αυτοψία του γράφοντος), παριστάνοντας τους καψουρεμένους, μετατρέποντας τα μαγαζιά σε μουσειακές αναμνήσεις μιας πόλης που κάποτε είχε τουλάχιστον θάρρος να ερωτεύεται. Στέκονται ανά συστάδες και δε σηκώνουν το βλέμμα τους, σε μαγαζιά που έχουν κάνει πήχτρα, λες και είναι στο Κάιν ή στο Κόμπρα. Έτσι, δεν αφήνουν χώρο στη μπάρα για κάποιο από τα ελάχιστα ναυάγια που επιμένουν να πελαγοδρομούν κι έχουν πραγματικά την ανάγκη να απαγκιάσουν. Ο φασαίος δεν προσπαθεί, δεν χάνει, και έτσι δεν έχει ποτέ την ανακούφιση να κάνει λάθος.
Τέλος πάντων, για να το κάνω και πενηνταράκια, όποιος πηγαίνει ως τη Νέα Πέραμο για όστρακα είναι μύστης. Όποιος αλλάζει γειτονιά για να πάει σε κάποια ψαγμένη λαϊκή είναι υπερφασαίος. Θεμελιώδης διαφορά.
Υ.Γ. Όπως λένε στη χώρα των Βάσκων, οι πάπιες κλαίνε μόνο μια φορά. Σκεφτείτε το…






