Slow

Στην Ύδρα με τον Κουμανούδη

Έχω χρόνια να ξαναπάω στην Ύδρα. Όμως οι πολύ φωτεινές εκείνες μέρες, μαζί με τον πολυαγαπημένο φίλο μου –που δεν υπάρχει πια–, Στέφανο Κουμανούδη, παραμένουν μέσα μου φωτεινές κι αξέχαστες. Και η Ύδρα εκείνη η δική του δική μου πάντα.

 
Τζίμης Πανούσης, Σωτήρης Κακίσης, Στέφανος Κουμανούδης, 1989 (Φωτογραφία: Νανά Κακίση)

Τζίμης Πανούσης, Σωτήρης Κακίσης, Στέφανος Κουμανούδης, 1984 (Φωτογραφία: Νανά Κακίση)

Γνώρισα τον Στέφανο Κουμανούδη το 1969, πολύ μικρός εγώ σε ηλικία. Το πώς προτίθεμαι να το διηγηθώ σ’ ένα επόμενό μου κείμενο εδώ, που θα αφορά στις περιπέτειές μου με τα ποιήματα της Σαπφώς. Η αλήθεια είναι πως λίγα χρόνια μετά είχαμε γίνει πια φίλοι γκαρδιακοί με τον λαμπρό αυτόν επιστήμονα με την παγκόσμια φήμη στην επιγραφική αρχαιολογία, με την καρδιά και την ψυχή την παιδική πάντα, με το χιούμορ το έντονο, το δεικτικό, το ανεξαγόραστο. Και, βέβαια, από κάποια εποχή κι ύστερα, συνεργάτες και πνευματικοί συνομιλητές πάντα, περνάγαμε αρκετό καλοκαιρινό καιρό στην πολυαγαπημένη του Ύδρα, συνήθως εγώ φιλοξενούμενός του, ακόμα και στο καΐκι του στο Λιμάνι μέσα, στον ιστορικό «Γερο-Δημήτρη», που μοιράζονταν με τον φίλο του τον Τσακίρη.

Έχω χρόνια να ξαναπάω στην Ύδρα. Όμως οι πολύ φωτεινές εκείνες μέρες παραμένουν μέσα μου φωτεινές κι αξέχαστες, και η Ύδρα εκείνη η δική του δική μου πάντα, όπως φαντάζομαι θα είναι κι όλες οι άλλες Ύδρες τού καθενός, που την έχει μ’ οποιονδήποτε άλλο τρόπο αγαπήσει.

Photo Credit: Dave Sag/flickr

«Από κάποια εποχή κι ύστερα, συνεργάτες και πνευματικοί συνομιλητές πάντα, περνάγαμε αρκετό καλοκαιρινό καιρό στην πολυαγαπημένη του Ύδρα…» Photo Credit: Dave Sag/flickr

Ο Κουμανούδης, οπτικά σαν αρχαίος Έλλην φιλόσοφος, σαν τον Σωκράτη με το γενάκι του πλέον, πόζαρε γλυκά σε τουρίστες που τους κέρδιζε στιγμιαία η ιδιαίτερη μορφή του, τα μάτια του τα γαλάζια και το βλέμμα του το διαπεραστικό, κι ύστερα χαμογελαστός συμπλήρωνε ο ίδιος επί τόπου τη λεζάντα στη φωτογραφία του με τα λόγια: Typical greek fisherman!…

Ξυπνώντας από ύπνο ανέφελο και κυματιστό στο νερό πάνω μεσοβδόμαδα (γιατί τα Σαββατοκύριακα είχαν ήδη αρχίσει να γίνονται άγρια και νεόπλουτα δυστυχώς κι εκεί τα πράγματα…), ιδέες πολλές στο νου μας πλησίαζαν από της Σαπφώς που σας έλεγα και του Αλκαίου τα μεταφραστικά, ως και τα κοινά μας αργότερα πονήματα, στον Ηρώνδα και στον Αδιάφορο τού Προυστ. Αλλά, σε λίγο πάλι, εκεί, στης Ύδρας το… ένα για μας ακρογιάλι, παιδιών τις ζωές ξαναπαίρναμε, κι ο Στέφανος πρώτος και καλύτερος στο γέλιο, φως κι αυτός παρόμοιο με του Λιμανιού αυτού του προγονικού την αέναη συσπείρωση, αλλά και το νεώτερο τουριστικό και ντόπιο προπαντός διαρκές πηγαινέλα.

Σολέιγ Ματτέι, Στέφανος Κουμανούδης (Φωτογραφία: Σωτήρης Κακίσης)

Σολέιγ Ματτέι, Στέφανος Κουμανούδης (Φωτογραφία: Σωτήρης Κακίσης)

Τότε ήταν που χωρίζαμε ευθύμως τα καμάκια σε ηλικίες, σε καμακοβλάσταρα για τους πρωτάρηδες, και σε πουροκάμακες για τους παλιούς και σιτεμένους. Τότε ήταν που το Φλάιν από τον Πειραιά έφερε μόνο τον Κουμανούδη αναγκαστικά, γιατί ο Στέφανος, μία από τις ελάχιστες φορές που το είχε προτιμήσει, πως κατείχε «νόμιμον τίτλον επιβάσεως» εδήλωνε μετ’ επιτάσεως σε κάθε Αρχή, κι ο μάγκας καπετάνιος του που ήθελε να τον κατεβάσει και να τον στείλει με το επόμενο, του είχε πει αυθαδέστατα: «Έχεις πρόβλημα, ρε;» Υπό τα χειροκροτήματα όλων ο Κουμανούδης κατέβηκε καμαρωτός-καμαρωτός, μ’ όλο το Φλάιν δικό του, και του αντέτεινε με χαμόγελο σαδιστικό: «Είδατε ποίος είχε το πρόβλημα, τελικά;»

Το σινεμαδάκι της Ύδρας φιλοξενούσε κατά παράδοση τους Έλληνες στα ελληνικά έργα, τους ξένους στα ξένα, κι όλους μαζί στον Ζορμπά μόνο, όπου το ενδιαφέρον ήταν γενικό κι αμφίδρομο. Τι υπέροχος κι αυτός ο ουρανός κάτω από τον ουρανό, τι μαγεία με τη μαγεία ερωτευμένη, τι εποχές και για μας όλους απόλυτες! Κι ύστερα, τι κήπος κι εκείνος στου Ζωγραφάκη, με την Κατερίνα μας επί σκηνής, τι πιο σαγηνευτική ταβέρνα με τα μυρωδικά των δέντρων της ανάμεσά μας, βραδιές ονείρων οριστικές, με το ελάχιστο τόσο πολύ όμως, τελείως, μα τελείως ιδιωτικό μας.

Διαβάστε ακόμα: Με τον Χουλιαρά στην Αντίπαρο

«Γίναμε φίλοι γκαρδιακοί με τον Στέφανο Κουμανούδη (στη φωτογραφία), τον λαμπρό αυτόν επιστήμονα με την παγκόσμια φήμη στην επιγραφική αρχαιολογία, με την καρδιά και την ψυχή την παιδική πάντα, με το χιούμορ το έντονο, το δεικτικό, το ανεξαγόραστο».

«Γίναμε φίλοι γκαρδιακοί με τον Στέφανο Κουμανούδη (στη φωτογραφία), τον λαμπρό αυτόν επιστήμονα με την παγκόσμια φήμη στην επιγραφική αρχαιολογία, με την καρδιά και την ψυχή την παιδική πάντα, με το χιούμορ το έντονο, το δεικτικό, το ανεξαγόραστο».

Και, βέβαια, αργότερα και εξάπαντος μετά, ο προϊστορικός «Πειρατής», ο από Βασιλειάδου και Αυλωνίτη και τον… Κοντό κιόλας καθαγιασθείς και διάσημος, με τον Μενέλαο και τον Τάκη πιο πολύ πελάτες του εαυτού τους, παρά ιδιοκτήτες. Κι όλ’ αυτά δίπλα στη νυχτερινή ηρεμία του μαύρου νερού, μιας θάλασσας θεατή μας μόνιμου κι απρόσμενου, ωτακουστή θεϊκού για τις μουσικές και τα ποτά και τις κουβέντες, για τις πρόχειρες κι ανιδιοτελείς ανταλλαγές τόσων απελεύθερων κι απροβλημάτιστων έστω για λίγο καλοκαιρινών ανθρώπων.

Εκεί, στης Ύδρας το… ένα για μας ακρογιάλι, παιδιών τις ζωές ξαναπαίρναμε, κι ο Στέφανος πρώτος και καλύτερος στο γέλιο.

Και πάλι ξημέρωμα, πρωινό χωρίς σύννεφα και ήλιος ατρόμητος, και κέφια εξίσου ατελείωτα. Ο Κουμανούδης πολύ παλιά, πολύ πριν από μετά κι από τότε, είχε δει μου ’λεγε πως ένα καφενείο από τα πρώτα πρωτόγραφε στον κατάλογό του espresso, και παράγγειλε αμέσως, και το γκαρσόν του ’φερε ξεδιάντροπα έναν μέτριο, ελληνικό κανονικότατο, τούρκικο. Κι ο Στέφανος τόλμησε, λέει, να του πει: «Αυτός δεν είναι espresso…» Κι ο υπέροχος τού άσωτου τουρισμού μας μπαγαπόντης και πρόδρομος καταστροφικός τού απάντησε με προφορά βαριά, καραβλάχικη: «Μη μου τη σπας πρωί-πρωί!» Ο ίδιος και παγωτό Σικάγο μετά πρόσθεσε στο νεωτεριστικό μαγαζί του, και του σέρβιρε μιαν άλλη φορά το ίδιο παλαβωμένα ένα απροσδιόριστο λευκό πράμα, κι όταν πάλι ο Κουμανούδης διαμαρτυρήθηκε, με ακόμα πιο βαριά προφορά τού αποκρίθηκε ο δικός σου: «Δεν θα ’χεις φαίνεται ξαναδεί Σικάγου!»

«Συνήθως ήμουν φιλοξενούμενος του Κουμανούδη, ακόμα και στο καΐκι του στο Λιμάνι μέσα, στον ιστορικό ‘’Γερο-Δημήτρη’’».

«Συνήθως ήμουν φιλοξενούμενος του Κουμανούδη, ακόμα και στο καΐκι του στο Λιμάνι μέσα, στον ιστορικό ‘’Γερο-Δημήτρη’’».

Τέτοια. Τέτοια πολλά, αμέτρητα. Και υπέροχα σύντομα μπάνια στη Σπηλιά, κι εγώ τότε κάτω από τον Βράχο με της Σπηλιάς την είσοδο γκολπόστ, από τη Βουλιαγμένη με τα παιδιά της Ύδρας τερματοφύλακας και συμπαίκτης, κι ο Στέφανος από πάνω στα βραχάκια ξαφνικά, χαρούμενος που ήμουνα και κάπως εγγράμματος μαζί με αθλητής. Κι από τη Λαγουδέρα μπροστά πέρασμα πολλές φορές τη μέρα, και στο Καμίνι βόλτα εσπερινή για φαγητό βραδινό, και «Τρία Αδέλφια» δεξιά από το Λιμάνι για το μεσημεριανό μας, και καφεδάκι και με τον Γιάννη τον φίλο μας στο ευάερο Μιράντα. Και θέματα συζητήσεων ανούσια, τα περισσότερα για τα κορίτσια εννοείται, για των γυναικών τον επίμονα άγνωστο κόσμο, πιο πολύ για ζωντανή ζωή πάντα.

Συνωστισμός μέγας μέσα μου αναμνήσεων. Τι μαγεία με τη μαγεία ερωτευμένη, τι εποχές απόλυτες, τι βραδιές ονείρων οριστικές…

Και μια μέρα άλλη, με το κουπί από τον Δοκό να θέλει να με γυρίσει ο ηρωικός Στέφανος, με μια βαρκούλα που η μηχανή της άναβε κι έσβηνε σαν άνθρωπος εγωιστής και ξεροκέφαλος. Και μούντζα του Κουμανούδη σχεδόν εξ επαφής σε κρούζερ απόγευμα Σαββάτου πανελλήνιου, που ο ιδιοκτήτης του από πάνω με τηλεβόα στη μέση τού χάους των μπλεγμένων αγκυρών, διέταξε ένα γέρο ψευτο-ναύτη του, λες κι ήταν αεροπλανοφόρου αμερικάνικου πλοίαρχος: «Πόντισον!» Πολλά, πάρα πολλά. Συνωστισμός μέγας μέσα μου πάλι αναμνήσεων. Εντάσεις θερινές ολόγλυκες στο νησί αυτό όπου όλα του σε χώρο πρόδηλο και περίκλειστο, σ’ εποχή άλλη, με όλους μας αλλιώς, εξαίσια αλλού.

Έχω χρόνια να ξαναπάω στην Ύδρα μετά τον Κουμανούδη. Θέλω να ξαναπάω σύντομα, φέτος. Γιατί πολύ πεθύμησα να ξαναβρεθώ στις ανηφόρες της, να ξαναπερπατήσω στην ιδιαίτερή της αγκαλιά. Πώς θα ’ναι άραγε; Ποιους ακόμα εκεί θα ξανασυναντήσω; Ποιος ξέρει; Άλλωστε, ο τόπος αυτός που σας μίλησα, εδώ και χρόνια είναι αλώβητος στο νου μέσα, συναισθημάτων μου Πανδώρα και παραγωγός, ίδιος πια για πάντα, πάντα για μένα εκεί.

Υ.Γ.: Συνειδητοποιώ τώρα πως δεν έχω ούτε μια φωτογραφία με τον μεγάλο, πολυαγαπημένο μου φίλο στην Ύδρα, ούτε στο Λιμάνι, ούτε στο καΐκι, ούτε πουθενά. Αδιάφορον! Τι να σου κάνει μια φωτογραφία φτωχή, όταν ο τόπος που σας λέω σαν χαλί ιπτάμενο τόσο μεταχρονολογημένα, το είδατε, πάει, μπορεί και με ξαναπάει σε κάθε της γωνιά;

Διαβάστε ακόμα: Στο Lycabettus με τη Σάρλοτ Ράμπλινγκ

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top