Στο Lycabettus με τη Σάρλοτ Ράμπλινγκ

Το 1999 ο ιδανικός κι ανάξιος ως τότε εραστής τής Σάρλοτ Ράμπλινγκ βρέθηκα στη σουίτα της. Με υποδέχτηκε με ολόσωμο μαύρο κολάν, ξυπόλητη, με γυμνά πόδια, με δύο κολονάτα ποτήρια στο χέρι της...

 
3-ok

Σαν όνειρο. Σαν όνειρο όμως ρεαλιστικότατο, σας διαβεβαιώ…

Από μικρός κι εγώ είχα καημό με τη Σάρλοτ Ράμπλινγκ. Και ποιος δεν είχε άλλωστε, της δικής μου γενιάς, αλλά όχι μόνο.

Την είχα πρωτοδεί, της το είπα, μ’ αυτά τα μάτια της τ’ απίστευτα στους «Εκδικητές», σ’ ένα επεισόδιο με τον Πάτρικ Μακνί Τζων Στιντ και τη Νταϊάνα Ριγκ Έμμα Πηλ, και τα ’χα ψιλοχάσει από τότε, από αυτό το φοβερό και τρομερό… νακ της, μ’ εκείνο το πολύ νέο για τότε που ’φερνε ολόκληρη, σαν ομορφιά και σεξουαλικότητα. Μην πούμε μετά για «Καταραμένους» του Βισκόντι και «Θυρωρό της Νύχτας», και «Μαξ Μον Αμούρ», αλλά και για Τσάντλερ και Ρόμπερτ Μίτσαμ σε «Farewell, my Lovely» ανεπανάληπτα.

Μάλιστα, στην Έλσα Ροζάκη μου, στο μόνον της ζωής μου μπεστ-σέλερ, στις «Ξανθιές το Γλεντάνε» που έγραψα κάποτε με γυναικείο ψευδώνυμο για να δοκιμαστώ και στον μάλλον άγνωστο για την Ελλάδα στίβο των πορνό ιστοριών, μόνο μια δική της φωτογραφία έβαλα μέσα στο βιβλίο για εικονογράφηση, εκείνη την περίφημή της, όπου ολόγυμνη η Σάρλοτ σε τραπέζι παλιάς τραπεζαρίας πάνω μ’ ένα ποτήρι κρασί μόνο δίπλα της, τι άλλο να κάνει, μας κοιτάει διαπεραστικά πάλι, και βρισκόμαστε όλοι όπου Γης στο πιο ερωτικό ενώπιον εκτελεστικό απόσπασμα.

Πάλι ο Πανουσόπουλος φταίει, ο γνωστός ύποπτος. Ήταν στην Αθήνα η Ράμπλινγκ το ’99 γυρίζοντας μια ταινία εμπνευσμένη από τον Γκόμπροβιτς και με τον Καταλειφό μαζί της πριν φύγει για τη Βουλγαρία, νομίζω, για τον «Βυσσινόκηπο» του Κακογιάννη, κι είχε στο Μέγαρο μερικές σκηνές. Μου λέει ο Γιώργος: «Δεν πάμε να τη δούμε κι από κοντά; Είναι η Εμμανουέλλα βοηθός στην ταινία, θα μπούμε».

«Μπορώ να σας ρωτήσω κι εγώ κάτι οφ-δε-ρέκορντ, Sotiris? Πώς σας φάνηκα in flesh, που τόσα χρόνια από μακριά λέτε με θαυμάζετε; Σας κάλυψα ως… ποιητή;»

Πήγαμε, το είδαμε το είδωλό μου πανέμορφο πάντοτε κι από κοντά, στα 53 της τότε, μια χαρά λάμψη να εξακολουθεί να ’χει. «Αυτός», της λέει ο Πανουσόπουλος για μένα, «έχει γράψει ένα σωρό πράγματα για σας ξέρετε, σε διάφορα βιβλία του». «Όντως;», με ρωτάει εκείνη. «Όντως», της απαντάω. «Και δεν φταίω εγώ βέβαια, εσείς φταίτε. Λέτε να μπορούσαμε να τα πούμε και λίγο πιο ήσυχα από ’δω, πριν φύγετε, να σας πάρω μια συνέντευξη για το Symbol του Επενδυτή, το ένθετο περιοδικό μιας ελληνικής εφημερίδας;» «Ναι. Να μου δώσετε το τηλέφωνό σας, θα σας πάρω εγώ εγκαίρως πριν φύγω», μου απάντησε απλά κι ωραία.

Symbol, 1999. Η Σαρλότ Ράμπλινγκ με τον Δημήτρη Καταλειφό.

Η Σάρλοτ Ράμπλινγκ με τον Δημήτρη Καταλειφό (Symbol, 1999).

Ωραία! Με πήρε εγκαίρως πράγματι, συνεπέστατη στο φλου ραντεβού μας. «Μένω στο Lycabettus το ξενοδοχείο. Θέλετε να τα πούμε σε κανένα καφέ της πλατείας Κολωνακίου μήπως;» «Προς Θεού, όχι βέβαια! Δεν πρόκειται να βρούμε εκεί ηρεμία». «Δίκιο έχετε. Θα σας περιμένω εδώ, στο δωμάτιό μου».

Φωτογράφηση δεν ήθελε. «Υπάρχουν χιλιάδες φωτογραφίες μου καλές, θα σας δώσω κι εγώ κάποιες, δεν προλαβαίνουμε και για φωτογράφηση αυτή τη φορά. Να μου φέρετε όμως τα βιβλία σας, που γράφετε για μένα και μ’ έχετε μέσα, αν θέλετε, παρακαλώ».

Με δύο, ως συνήθως, μαγνητοφωνάκια και παραπάνω από δύο βιβλία μου ανά χείρας, ο ιδανικός κι ανάξιος ως τότε εραστής της, βρέθηκα, αυθημερόν θυμάμαι, στο ξενοδοχείο της. Η Σάρλοτ Ράμπλινγκ με υποδέχτηκε με ολόσωμο μαύρο κολάν, ξυπόλητη, με γυμνά πόδια, με δύο κολονάτα ποτήρια στο χέρι της. Στο τραπέζι της σουίτας της είχε ανοιγμένο ένα κρασί λευκό, και τη θέα της Αθήνας από το παράθυρο της τη θυμάμαι επίσης καταπληκτική. Πόσω μάλλον τη θεά μέσα από το παράθυρο αυτό, που με κοίταγε.

Σωτήρης Κακίσης, «Έλσα Ροζάκη-Οι Ξανθιές το Γλεντάνε».

Σωτήρης Κακίσης, «Έλσα Ροζάκη-Οι Ξανθιές το Γλεντάνε».

Μιλήσαμε, τα είπαμε. Ήταν και άνετη, και θηλυκότατη, και τολμηρή μαζί. Και σε όσα μου είπε για την καριέρα της ως τότε, και στο πώς αναφέρθηκε στην παγκόσμια γοητεία της όλ’ αυτά τα χρόνια, και για τη σχέση της με την ηθοποιΐα και το σινεμά. Μιλήσαμε, επίσης θυμάμαι, και για τον κοινό μας γνωστό, τον Γούντι Άλεν και το «Stardust Memories» τους, και γι’ άλλα πολλά. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε μερικές μέρες μετά, αυτούσια αλλά παντελώς αδιαφήμιστη και χωρίς εξώφυλλο, στα πλαίσια της διαρκούς υποβάθμισης που απολάμβανα στα διάφορα έντυπα μάλλον αδιαμαρτύρητα επί πολλά χρόνια εγώ, από πολλούς και διάφορους κατά καιρούς απηνείς διώκτες μου.

«Τώρα που τελειώσαμε, μπορώ να σας ρωτήσω κι εγώ κάτι οφ-δε-ρέκορντ, Sotiris?» «Παρακαλώ». «Πώς σας φάνηκα in flesh, που τόσα χρόνια από μακριά λέτε με θαυμάζετε; Σας κάλυψα ως… ποιητή; Σας απογοήτευσα μήπως;» «Καθόλου. Το αντίθετο», της ομολόγησα. Κι ήθελα κι άλλα πολλά να της έλεγα, να της έδινα κι εγώ μια συνέντευξη για τη Σάρλοτ, όσο γινότανε πιο αναλυτική. Δίστασα, ντράπηκα, μπερδεύτηκα, σηκώθηκα να φύγω χωρίς εκείνη να με διώχνει. Δεν ξέρω γιατί. Ή μάλλον ξέρω, μην κοροϊδευόμαστε: δύσκολη φάση, πολύ δύσκολη. Πώς να γίνει η οθόνη δέρμα ξαφνικά, πώς να ισορροπήσει κανείς ενώπιον ενός τόσο σύντομου μέλλοντος τόσο αγκαλιασμένου μ’ ένα τόσο διαρκές παρελθόν; Πώς να τα καταφέρω;

Φαίνεται πως ταράχτηκα όντως ιδιαίτερα, γιατί, κάτι πολύ ασυνήθιστο για μένα, ξέχασα και τα δύο μου μαγνητόφωνα, και το κανονικό και το πάντα αναπληρωματικό του, στο δωμάτιό της, κι αναγκάστηκε να με κυνηγήσει εκείνη στο διάδρομο με τη μοκέτα –θυμάμαι καλά; –, να με προλάβει και να μου τα δώσει πριν το ασανσέρ…

Δεν την έχω ξαναδεί, δεν την ξαναείδα, δεν ξαναμίλησα από τότε ποτέ μαζί της. Κι έχει και μια παράξενη υποσημείωση όλη αυτή υπόθεση: είναι η μόνη συνέντευξη από τις πάνω από 700 που έχω κάνει, που δεν έχω πια τον ήχο της, που κατά λάθος την έσβησα κι από τα δύο (!) μαγνητόφωνα μετά κι αφού είχε ήδη δακτυλογραφηθεί, γυρίζοντας και τις δύο (!) κασέτες αφηρημένος ανάποδα, για να γράψω πάνω τους μια επόμενη φωνή.

Τι να πω; Έτσι ήτανε να γίνει. Σαν όνειρο. Σαν όνειρο όμως ρεαλιστικότατο, σας διαβεβαιώ, συν-θαυμαστές μου, θαυμαστές της.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top