Εγώ, η Συλβί και δυο Corona με lime στην παραλία Κολώνα

Κάποια καλοκαίρια μπορεί να ξεκινήσεις ένα ταξίδι με χαμηλές  προσδοκίες, αλλά, σε μια παραλία, μπορεί να σου δώσει αυτό που πραγματικά χρειαζόσουν για να βιώσεις το This Is Living. (Φωτογραφία: Δημήτρης Κυριακάκης/Unsplash)

Όχι, αυτό το ταξίδι δεν θα το έχανα με τίποτα. Τον χειμώνα, λίγο πριν χωρίσουμε, μου το είχες τάξει: το καλοκαίρι πάμε Κύθνο. Εκεί το αγαπημένο σου ταβερνάκι, εκεί η αγαπημένη σου παραλία των Κυκλάδων, εκεί το αγαπημένο σου μέρος για να πηγαίνεις να βλέπεις το ηλιοβασίλεμα στο Da Massimo Sunset Restaurant στη Δρυοπίδα, όπου έπαιρνες πάντα μια Corona με lime. Η Κύθνος μας.

Εισιτήριο κοινό δεν κλείσαμε ποτέ μαζί, αλλά εγώ, έμπειρη solo traveler, είπα να βουτήξω στα βαθιά. Θα έκανα μόνη ό,τι δεν θα κάναμε μαζί: όλη μέρα παραλία, μπίρες, βιβλία. Ο έρωτας έχει και την μοναχική πλευρά, πάντα στο έλεγα, πάντα γέλαγες, να τα τώρα.

Με το που έφτασα στο νησί, άφησα το μικρό σακ βουαγιάζ στο δωμάτιο που έκλεισα στο λιμάνι, πήρα μαζί το αγαπημένο σου (μας) βιβλίο της Μαργαρίτας Καραπάνου, δυο παγωμένες Corona με lime – μια για μένα και μια για να κάνω πως είσαι εκεί και θα την πιεις – και μπήκα στο πρώτο θαλάσσιο ταξί που βρήκα. Πήγαινέ με, όπου θέλεις, ταξιτζή. Όχι, όχι, πλάκα κάνω, στην Κολώνα πήγαινέ με. Στην Κολώνα για Corona. Για βουτιές.

Πρώτη φορά στην Κύθνο, πρώτη φορά στην Κολώνα, δεν είχα ιδέα τι να περιμένω, πέρα από μερικές φωτογραφίες που είχα χαζέψει. Μόλις έφτασα, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Η παραλία χωρισμένη στα δύο: ένα τμήμα στεριάς, με δυο τρία αρμυρίκια, χώριζε την θάλασσα στα δύο. Τι ομορφιά, τι μαγεία! Δεν ήξερα από ποια πλευρά να πρωτοβουτήξω. Περπάτησα. Τα πόδια μου πλατσούριζαν στα νερά, θέλησα να περπατήσω μέχρι το εκκλησάκι του Αγίου Λουκά, γιατί εκεί μου έλεγες συνήθιζες να πηγαίνεις όταν ερχόσουν στην Κύθνο, όταν ήθελες να μείνεις μόνος, να χαλαρώσεις και να σκεφτείς.

Μόλις έφτασα στην Κολώνα, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Τι ομορφιά, τι μαγεία! Δεν ήξερα από ποια πλευρά να πρωτοβουτήξω. Περπάτησα. Τα πόδια μου πλατσούριζαν στα νερά.

Από μια Corona με lime άρχισαν όλα

«Κι εσύ Corona με lime;», ακούω μια φωνή καθώς ατενίζω το γαλάζιο με την σκέψη μου στα χαμένα. Προτού καν γυρίσω, απαντώ: «Πάντα στην παραλία έπαιρνα Corona με lime. Έπαιρνε κι εκείνος και πίναμε μαζί μετά το μπάνιο».

Πώς το έλεγε ο Μπόγκαρτ στην Καζαμπλάνκα; «Αυτή μπορεί να είναι η αρχή μιας υπέροχης φιλίας».

Σιωπή. Γυρίζω. Μια καστανόξανθη, χρυσαφένια κοπέλα, μικρόσωμη και χαμογελαστή έχει μείνει παγωτό με την απότομη απάντησή μου. «Συγγνώμη», της λέω. Ελπίζω να το άκουσε.

«Πληγωμένη κι εσύ, ε;», μου λέει και μου τσουγκρίζει την μπίρα της, καθώς ήμασταν ξαπλωμένες στην ξαπλώστρα, εγώ στη δικιά μου, εκείνη στη δικιά της, και έσκαγε το κύμα στα πόδια μας.

The rest is history, αγάπη μου. Με την Συλβί, μισή Γαλλίδα, μισή Ελληνίδα, γίναμε φίλες αμέσως. Κάτι είχε ο τόνος της φωνής της, το νεύρο της, το στιλ της. Μου είπε μέσα στο επόμενο μισάωρο για τις δικές της πληγωμένες αγάπες. Ε, κι εγώ τι να έκανα; Να χάλαγα την παρέα; Της μίλησα για σένα, για εμάς. Μου είπε ότι αποκλείεται να μην είμαστε πάλι μια μέρα μαζί εμείς οι δύο. Της ζήτησα να μην μου δίνει ελπίδες.

«Βρε, άκου που σου λέω, εσείς οι δυο θα έρθετε μια μέρα εδώ με το οικογενειακό σας τζιπ. Θα πάρετε τον δρόμο προς Απόκρουση, άλλη υπέροχη παραλία αυτή, θα σε πάω αν κάτσεις μέχρι την Κυριακή. Και μέσα το σκυλί σας, τα παιδιά σας, ό, τι γουστάρετε εσείς. Σε τρία, πέντε, δέκα καλοκαίρια. Και θα βουτάτε αγκαλιά, θα σχεδιάζετε με ξύλα στην άμμο, το κύμα θα τα σβήνει, εσάς δεν θα σας νοιάζει. Κι αν δεν γίνει μ’ αυτόν, θα γίνει με άλλον. Μη σκας. Αλλά, όχι, όχι. Μ’ αυτόν θα συμβεί. Να την ακούς την Συλβί!».

Άλλο και τούτο. Να δύει ο ήλιος στο νησί που τόσο αγαπάς, κι εγώ με μια ξέμπαρκη αδερφή-ψυχή να σε συζητώ, να πίνω τη μπίρα μας, την ολόδική μας μπίρα που τόσες συναυλίες και ξενύχτια και μεσημέρια μας σφράγισε και να έχω πάνω μου αλάτια από την θάλασσα που ποιος ξέρει πόσες φορές σε είχε δεχτεί στην αγκαλιά της… Η Συλβί με λέει μελοδραματική. Είμαι -γούστο μου και καπέλο μου. Πιστεύω πως κι αυτή είναι. Απλώς το κρύβει για την ώρα. Την παρατηρώ. Διαβάζει κι αυτή κάτι -ξένη λογοτεχνία, αστυνομικό. Από το ψυγειάκι της βγάζει ένα πεπόνι. Με έχει από ώρα καλέσει κάτω από την ομπρέλα της και κάνει εκεί πέρα μια φανταστική σκιά. Η παραλία τα έχει όλα, είναι πραγματικά κούκλα. Ακόμα και ότι δεν έχει σκιά, είναι σαν τις αναγκαίες ατέλειες που πρέπει να έχουν τα τέλεια.

Όπως και να αρχίζει το καλοκαίρι, όπως και να νιώθεις όταν ξεκινάς τις διακοπές, στο τέλος όλα θα δεις ότι έχουν έναν λόγο, όλα αξίζουν και σε οδηγούν στην απελευθέρωση. This Is Living.

Λένε ότι το καλοκαίρι είναι για τους έρωτες. Για όλα είναι το καλοκαίρι -καμιά φορά και για τίποτα. Αξίζει όμως πάντα τον κόπο η ανακάλυψη μας καινούργιας παραλίας. Ειδικά αν αυτή είναι χωρισμένη στα δύο από μια λεπτή λωρίδα γης. (Φωτογραφία: Aleafar/Pixabay)

Από την παραλία στο πάρτι

Τρώμε πεπόνι. Πίνουμε δεύτερη Corona με lime -η Συλβί έχει κι άλλες. Οργανωμένο κορίτσι. Η παρουσία της με γεμίζει αισιοδοξία. Χαμογελάω εν τω μεταξύ σαν Τζοκόντα παραθαλάσσια, καλοκαιρινή, ηλιοκαμένη, ερωτοχτυπημένη.  Έχω μια χαρμολύπη, ένα summertime sadness που δεν με ενοχλεί καθόλου. Από το βάθος, σε βλέπω να πλησιάζεις. Είσαι εσύ, δεν το πιστεύω, είσαι εσύ, φοράς το κόκκινο μαγιώ σου. Κρατάς ένα μεγάλο κοχύλι, σχεδόν δεν χωράει στα δυο σου χέρια. Δες τι βγάζουν οι θάλασσες της Κύθνου! Πλησιάζεις και μου ζητάς λίγο πεπόνι. Από πότε σ’ αρέσει εσένα το πεπόνι; Σου δίνω λιγάκι. Η Συλβί άφαντη. «Φοβερή η θάλασσα. Άντε σήκω, έχουμε αρπάξει και οι δύο». Γελάς, το γέλιο σου αντηχεί σε όλη την παραλία. Σε κοιτάζω. Ακούω να λες το όνομά μου. Ξανά. Πόσο μου αρέσει το όνομά μου από το στόμα σου. Μη φωνάζεις, ντε, σ’ ακούω.

«Ξύπνα, παιδάκι μου, φεύγουμε!», λέει η Συλβί. «Σε άφησα μισή ώρα να κοιμηθείς, πρέπει να ονειρευόσουν. Έλα, σήκω, το βράδυ μάς κάλεσαν σε ένα πάρτυ γενεθλίων στη Χώρα. Θα πάμε εννοείται, ναι; Άντε, πρέπει να ετοιμαστούμε. Πού μένεις είπαμε εσύ;».

Όπως όπως σηκώθηκα, τσέκαρα αν είχα κοκκινίσει. Θα πάω. Άκου κάτι πράγματα. Να σε ονειρεύομαι ξαπλωμένη στην αγαπημένη σου παραλία – τώρα και δική μου αγαπημένη. Να πίνω μπίρες. Κι από κει που έλεγα ότι θα κάθομαι στην παραλία και θα σε σκέφτομαι, τώρα  σκέφτομαι τι να βάλω το βράδυ στο πάρτι και πόσο κουλ είναι η Συλβί κι ότι η Κολώνα είναι πια η παραλία μας -χωρίς εσένα σε αυτό το μας. Θα πάω, εννοείται. Κι ας γίνει ό,τι θέλει. Την Συλβί πάντως δεν τη χάνω. Καιρό είχα να νιώσω πως είμαι έτοιμη για μια καινούργια φιλία. Και λένε ότι το καλοκαίρι είναι για τους έρωτες. Για όλα είναι το καλοκαίρι -καμιά φορά και για τίποτα. Αξίζει όμως πάντα τον κόπο η ανακάλυψη μας καινούργιας παραλίας. Ειδικά αν αυτή είναι χωρισμένη στα δύο από μια λεπτή λωρίδα γης.

Η Corona μας προσκαλεί να τσουγκρίσουμε τα μπουκάλια, να πούμε «This Is Living» και να πάρουμε μέρος στον διαγωνισμό για να κερδίσουμε ταξίδια 1.000 ευρώ σε Κύθνο, Χανιά ή Κουφονήσια.

Η Συλβί με έκανε να σε ξεχάσω. Το καλοκαίρι με γέμισε με νέα όνειρα. Το κύμα στη Κολώνα με ακολουθεί καθώς έχω πάει να ξεπλύνω τις παντόφλες από την άμμο. Πόσο καλοκαίρι το να ξεπλένεις τις παντόφλες σου από την άμμο, να τις φοράς και στα πρώτα 2 βήματα να έχουν γεμίσει ξανά άμμο; Σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή και εποχή, αυτό θα με ενοχλούσε. Όχι όμως το καλοκαίρι. Όχι το καλοκαίρι στην Ελλάδα. Το καλοκαίρι στην Ελλάδα πας κάπου ακόμα και μόνος για να αφήσεις πίσω ό,τι σε πλήγωσε, και στη διπλανή ξαπλώστρα βρίσκεται μια νέα γνωριμία, μια νέα περιπέτεια. Και ακολουθείς. Λες ναι σε κάθε πρόταση. Με τη Συλβί γυρίσαμε σε 3 ημέρες όλα τα μπαρ στο νησί, χορέψαμε και φλερτάραμε. Και μετά κάναμε για μια βδομάδα island hoping. Καλοκαίρι. Ελλάδα. Νησιά. Παραλίες. Ονειροπολήσεις. Καμένες πλάτες. This Is Living.

Πήραμε μέρος και σε έναν διαγωνισμό της Corona που στέλνει 10 άτομα στην Κύθνο, τα Κουφονήσια ή τα Χανιά. Κλείνει τα 100 χρόνια η Corona.Έχει επέτειο. Όπως θα είχαμε κι εμείς. Το παίρνω ως σημάδι της μοίρας και πείθω τη Συλβί να διεκδικήσουμε την τύχη μας. Θα ‘χε πλάκα να κερδίσουμε και να έρθουμε ξανά Κύθνο, να μην πάμε στο Πορί ή το Ελαφονήσι, αλλά να έρθουμε στην Κολώνα -είναι πια η παραλία μου και της Συλβί. Κι αυτή τη φορά η 2η Corona θα είναι για εκείνη.

«Συλβί, περίμενε! Έρχομαι…τι ώρα είναι το πάρτι απόψε και πού

* Για τέτοιες μοναδικές εμπειρίες, η Corona μας καλεί να λάβουμε μέρος στον διαγωνισμό της όπου 10 τυχεροί θα κερδίσουν ταξίδι αξίας 1.000 ευρώ σε ένα από τα 3 μέρη που φιλοξενούν τις 3 εμβληματικές παραλίες της Ελλάδας (Ελαφονήσι-Χανιά, Πορί-Κουφονήσια, Κολώνα-Κύθνος), ενώ 400 τυχεροί θα κερδίσουν πετσέτες Sun of A Beach, – ένα premium brand που ταυτίζεται με τη σύγχρονη φωνή του ελληνικού καλοκαιριού, με ρίζες στην Ελλάδα και παρουσία σε ξεχωριστές παραλίες όλου του κόσμου. Πάρε μέρος στον διαγωνισμό εδώ.

* Απολαύστε υπεύθυνα. www.apolafste.ypefthina.gr  

 

Διαβάστε ακόμη: Στην παραλία Ελαφονήσι ανακάλυψα το «This Is Living»

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top