Ένα αυθεντικά ανδρικό road trip: στην Πίνδο με Ducati, 36 χρόνια μετά

Δυο παιδικοί φίλοι, στα 60τόσα τους, αποφάσισαν να ξανακάνουν το ίδιο ταξίδι που είχαν κάνει 36 χρόνια πριν: να διασχίσουν δηλαδή την Πίνδο, από τον Κορινθιακό μέχρι την Αλβανία, με μοτοσυκλέτα. Ο Βασίλης Χαρίτος το έζησε και γράφει.

 

Με τις Ducati Multistrada 1260 παρά θίνα λιμνός. Η εμπειρία της διάσχισης της Πίνδου, 36 ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη φορά, ήταν καταλυτική. Ο σχεδιασμός και η προσμονή έκαναν τις μέρες μέχρι το ξεκίνημα πιο ενδιαφέρουσες, η δε διαδρομή τις έκανε πιο δραστήριες, πιο χαρούμενες, πιο ελεύθερες…

Όταν, ξαφνικά και από το πουθενά, έπεσε η ιδέα να ξαναζήσουμε, μια ζωή μετά, την ίδια εμπειρία που ζήσαμε το 1983, και μιας και μ’ έτρωγε να αποκτήσω ξανά «μηχανάκι» –τελευταίο τέτοιο δικό μου ήταν μια Yamaha FJ 1100, στο Λονδίνο, το ‘92– πέταξα τόσο ψηλά τη σκούφια μου που μπήκε σε τροχιά.

Τον Αύγουστο του ‘83, που λέτε, έχοντας διαβάσει, στην ελληνική έκδοση του περιοδικού Motorrad, που τότε διηύθυνε ο Αντώνης Πανούτσος, για μια μικρότερη διαδρομή που είχαν κάνει φίλοι από τη λέσχη ΛΕΜΟΤ, αποφασίσαμε, δεν θυμάμαι καν πώς, να κάνουμε μια ανάλογη διαδρομή, με τις δικές μας Yamaha XT 550 και Honda XLS 500. Αυτή θα ξεκινούσε από τις βόρειες ακτές του Κορινθιακού για να καταλήξει στις κορυφές του Γράμμου, στα σύνορα με την Αλβανία. Θα ακολουθούσε δηλαδή την ραχοκοκαλιά της Πίνδου.

Μεγαλεπήβολο σχέδιο από δυο ελαφρόμυαλους νεαρούς, ειδικά αν σκεφτεί κανείς πως η διαδρομή θα ακολουθούσε άγνωστους χωμάτινους δρόμους, χωρίς αξιόπιστους οδικούς χάρτες (είχα αγοράσει, κάπου στην Πλατεία Κοτζιά, χάρτες από τη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού), χωρίς βέβαια GPS, χωρίς εξασφαλισμένα καταλύματα, χωρίς επιβεβαιωμένα σημεία ανεφοδιασμού και, το κυριότερο, χωρίς κινητά τηλέφωνα – μπορείτε ελεύθερα να κάνετε το «ελαφρόμυαλους» «άμυαλους». Είχαμε δε κανονίσει με τον Αντώνη Π. να δημοσιεύσουμε μετά τις εμπειρίες μας στο Motorrad. Όπερ και εγένετο, κάπου στο φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς.

FFWD το 2019. Όταν ο ένας από τους δυο φίλους, Δημήτρης “Cucina Caruso” Παπαζυμούρης –ο άλλος είναι βέβαια ο γράφων–, βρήκε, συγυρίζοντας, μια δική μας αδημοσίευτη φωτογραφία από εκείνη τη εξόρμηση, και την ανέβασε στο Facebook με τα σχετικά σχόλια, η ανταπόκριση ήταν απρόσμενα ευρεία. Και τότε ήταν που έπεσε η ιδέα να την ξανακάνουμε. Ο ρίψας ήταν ο φίλος Οδυσσέας Τσαγκάρης – του οποίου η σκούφια επίσης βάραινε.

Πρώτη μας επιλογή ήταν η Ducati Hellas, και λόγω παρελθόντος του γράφοντος με την αντιπροσωπεία Kosmocar.

Ό,τι λοιπόν καλύτερο για να αμβλυνθεί, έστω και προσωρινά, η κρίση μέσης ηλικίας στην οποία και οι δυο μας βρισκόμαστε από τότε που καταφέραμε να ξεπεράσουμε εκείνη της εφηβείας. Επόμενο βήμα ήταν να βρεθούν οι κατάλληλες μοτοσυκλέτες, που θα έπρεπε βέβαια να είναι “on/off”, να μπορούν δηλαδή να κάνουν και πολλά χιλιόμετρα άσφαλτο και χωμάτινες διαδρομές. Αυτό γιατί, από δίκυκλα, ο chef καβαλάει μια αμερικάνικη ντιβανοκασέλα, ενώ ο γράφων δυο ποδήλατα – όχι ταυτόχρονα.

Πρώτη μας επιλογή ήταν η Ducati Hellas, και λόγω παρελθόντος του γράφοντος με την αντιπροσωπεία Kosmocar. Επιλογή που ήταν τελικά και η μόνη μιας και η Ducati Hellas «αγκάλιασε» εξαρχής την ιδέα και, πολύ ευγενικά, μας διέθεσε δυο Multistrada 1260, συν τον απαραίτητο για το εγχείρημα εξοπλισμό ασφαλείας. Η «μητέρα» δε εταιρεία, εξίσου ευγενικά, μας παραχώρησε ένα Skoda Karoq 1.5 DSG-7 για να χρησιμεύσει ως όχημα ασφαλείας και ως σκευοφόρος.

Έγραψα «σκευοφόρος»… Βλέποντας τώρα τις φωτογραφίες από εκείνη την τρέλα του ’83, παρατηρώ (παρατάω εδώ το «γράφων» και συνεχίζω σε πρώτο πρόσωπο) πως εκείνα που είχαμε τότε μαζί μας, σε τσάντα με χταπόδια στη σχάρα (βγαίνει προφανές αστειάκι εδώ), για εξόρμηση τουλάχιστον μιας εβδομάδας, έπιαναν τον ίδιο χώρο με αυτά που σήμερα είμαστε σχεδόν υποχρεωμένοι να κουβαλάμε στο λεγόμενο νεσεσέρ μας (γυαλιά, βιταμίνες, υπογλώσσια για την πίεση κ.ά.). Εντάξει, κάπως βέβαια έπρεπε να αξιοποιήσουμε, οι πέντε μας, και τους χώρους του Karoq.

Γράφω «πέντε» γιατί τις δικές μας Multistrada θα ακολουθούσαν οι δυο GS 1200 (ψιθυριστά, BMW) του προαναφερθέντος Οδυσσέα και του αγαπητού κουμπάρου Νίκου Τσακωνιάτη, του οποίου η συντροφιά, και ως καταξιωμένου πλαστικού, επανορθωτικού χειρουργού, έγινε δεκτή με ιδιαίτερη χαρά. Το Skoda θα οδηγούσε ο Αλέξανδρος Κορέσσης, ο οποίος θα έκανε και χρέη φωτογράφου.

Οι διαχρονικά ελαφρόμυαλοι φωτογραφίζονται, το ’83, στη Νεράιδα Καρδίτσας. Οι εντυπώσεις τους, με απαραίτητα, αυτοσαρκαστικό, tongue-in-cheek τίτλο, δημοσιεύτηκαν στο Motorrad της εποχής.

Ημέρα 1η – ΣΕΑ Ασπροπύργου-Ναύπακτος (206 km – 11 lt)

Πριν συνεχίσετε το διάβασμα μπορείτε, αν φυσικά θέλετε, να δείτε ένα σύντομο video για τις μέρες που ακολούθησαν. Ή να το αφήσετε για το τέλος – εσείς αποφασίζετε.

Έτσι, ένα πρωί τ’ Αυγούστου, κοντά στη ροδαυγή (εντάξει, απομεσήμερο ήταν, αλλά δεν θα χαλάσω μια εισαγωγή με λεπτομέρειες), πέντε γελαστά παιδιά ξεκινήσαμε για την πρώτη μας διανυκτέρευση στη Ναύπακτο. Δεν θα μείνω σ’ αυτή τη διαδρομή μιας και ήταν αναμενόμενα προβλέψιμη, βαρετή και, με τον καλοκαιρινό απογευματινό ήλιο κατακούτελα, ατελείωτη. Να σημειώσω απλώς πως, ενώ μέχρι τότε ειρωνευόμουν την ύπαρξη cruise-control σε μοτοσυκλέτες, επέκεινα τη χαιρετίζω.

Διότι ένα από πλέον κουραστικά στοιχεία μιας μεγάλης διαδρομής με μοτοσυκλέτα σε εθνική είναι η κούραση από την αγκυλωτική θέση του δεξιού καρπού στο γκριπ. Βάζοντας το cruise-control της μεγάλης Ducati στα 130 km/h (που, με 6η σχέση, αντιστοιχεί σε περίπου 4,500 rpm) ήταν πρωτόγνωρη ανακούφιση. Οπότε, αυτό είναι που κρατώ από την πρώτη μέρα. Α, και το… υπήνεμο ταξίδι λόγω του αποτελεσματικότατου παρμπρίζ της Multistrada – που ρυθμίζεται μάλιστα σε ύψος μ’ ένα χέρι, αλλά καλύτερα όχι εν κινήσει.

Το άλλο ανακουφιστικό της πρώτης αυτής μέρας ήταν η ύπαρξη του Αλέξανδρου με το Skoda που, περνώντας μπροστά μας στα διόδια, τακτοποιούσε το οικονομικό, γλιτώνοντάς μας από το μαρτύριο του σταμάτα-βγάζε γάντι-άνοιγε τσέπη-βγάζε ψιλά-παίρνε ρέστα και απόδειξη-κλείνε τσέπη-βάζε γάντι-ξεκίνα. Που είναι το δεύτερο κουραστικό στοιχείο μιας μεγάλης διαδρομής με μοτοσυκλέτα σε εθνική.

Σύσκεψη στην Ευηνολίμνη. Ο δρόμος τώρα περνάει πάνω από το φράγμα στον Άγιο Δημήτριο. Το ηρώο στα Κοκκάλια μνημονεύει μια άγνωστη πτυχή της Ιστορίας. Όταν δεν ακούς το “say cheese”.

Ημέρα 2η – Ναύπακτος-Κορυσχάδες (145 km – 7 lt)

Προσπαθώντας να μείνουμε, όσο το δυνατόν, πάνω στη διαδρομή του ’83, επιλέξαμε αυτή που σήμερα ονομάζεται Επαρχιακή Οδός Ναυπάκτου-Πλατάνου-Ψηλού Σταυρού, η οποία, σε αντίθεση με τότε που ήταν όλη χωμάτινη, σήμερα είναι όλη ασφάλτινη. Ο δρόμος αρχικά ακολουθεί την κοίτη του Μόρνου, αφήνοντάς τη δεξιά του, και, ανηφορίζοντας, φτάνει στο φράγμα και στην τεχνητή λίμνη του Ευήνου. Η οποία, με το φράγμα στον Άγιο Δημήτριο, συμβάλει στην υδροδότηση της Αθήνας, ενισχύοντας, μέσω σήραγγας μήκους 30 χλμ, τη λίμνη του Μόρνου.

Η Ευηνολίμνη δεν υπήρχε βέβαια όταν πρωτοπεράσαμε από εκεί –οι εργασίες άρχισαν το 1992 για να ολοκληρωθούν το 2001– και ο δρόμος ακολουθούσε άλλη χάραξη, ανατολικότερα, προς την Περδικόβρυση και τα Κλεπά. Σήμερα, περνάει πάνω από το φράγμα, αφήνοντας αυτά τα χωριά δεξιά και ανατολικά. Νωρίτερα, είχαμε σταματήσει για καφέ, υποβρύχιο (εντάξει, με εισαγωγικά) και γλυκό του κουταλιού στην Άγονη Γραμμή στην Ποκίστα, το «ομορφότερο χωριό της Ευρυτανίας», σύμφωνα τουλάχιστον με τους κατοίκους του.

Αν κάτι, η πρώτη αυτή ορεινή, στριφτερή διαδρομή, χρησίμευσε για να πάρουμε μια πρώτη γεύση από τις δυνατότητες των Multistrada και εκτός εθνικής. Και αν η ικανότητά τους σε ανοιχτό δρόμο με συνεχείς καμπές ήταν αναμενόμενη, το στενό ανηφορικό στροφιλίκι μετά το φράγμα, στην καρδιά της περιοχής γνωστής ως «Κράβαρα», ανέδειξε και τη ροπή του 2κύλινδρου Testastretta DVT (Desmodromic Variable Timing) των 1262 κ.ε.

Πιάσαμε τα τσίπουρα στο «Αντάμωμα» του Ηλία, στην πλατεία του χωριού –εξαιρετικό τσίπουρο, by the way– όπου και στη συνέχεια δειπνήσαμε λιτά.

Στην ίδια διαδρομή, σε υψόμετρο 1.200 μ., βρίσκεται και το Χάνι Λιόλιου, με ιστορία από το 1820 – όταν περάσαμε το ’83 ήταν χάνι, με μια-δυο καλύβες τριγύρω, τώρα είναι μικρό χωριό. Τα συνηθισμένα σε σέλα Harley και La-Z-Boy, μαλακά μόρια του κ. Δημήτρη επέβαλαν στάση, για ελαφρύ γεύμα στη Δομνίστα. Λίγο αργότερα, κατηφορίζοντας για το Κρίκελλο, είχαμε και το πρώτο ψιλόβροχο, που παρέμεινε ψιλόβροχο χωρίς να μας ενοχλήσει ιδιαίτερα.

Μετά το Κρίκελλο, και λίγο πριν τη διασταύρωση με τον κεντρικό δρόμο που συνδέει τη Λαμία με το Καρπενήσι, οδήγησα το χαρωπό μας γκρουπ δεξιά, προς το μνημείο στα Κοκκάλια το οποίο είχα επισκεφτεί πριν πολλά χρόνια και μνημονεύει ένα από τα πλέον άγνωστα γεγονότα της ιστορίας της χώρας.

Διότι στην περιοχή αυτή έγινε, το 279 π.χ., μια πολυήμερη μάχη ανάμεσα σε ευάριθμους Αιτωλούς και Ευρυτάνες, από τη μια πλευρά, και σε πολυαριθμότερους Γαλάτες από την άλλη. Οι Γαλάτες είχαν εισβάλει στη χώρα και κατέβαιναν νότια με προορισμό τους Δελφούς – που, εκτός από το μαντείο τους, ήταν ίσως φημισμένοι και για τα τροφαντά τους αγριογούρουνα. Spoiler alert: νίκησαν οι δικοί μας. Υπάρχουν ακόμη, λένε οι ντόπιοι, στην περιοχή θρυμματισμένα κόκαλα σκορπισμένα στο έδαφος, εξ ων και «Κοκκάλια».

Να σημειώσω εδώ πως αυτή ήταν η πρώτη φορά που κινηθήκαμε σε χωματόδρομο, έστω σύντομο. Όπου η Multistrada 1260, παρά τα, οπτικά τουλάχιστον, προσανατολισμένα στην άσφαλτο Pirelli Scorpion Trail II –και μάλιστα σε όχι και τόσο χωμάτινες διαστάσεις 120/70 μπρος, 190/55 πίσω, σε 17άρες ζάντες μπρος-πίσω– ήταν αποκάλυψη. Για τα πρακτικά, η Multistrada 950 έχει 19άρη τροχό μπροστά και άρα, θεωρητικά, είναι ακόμα πιο ικανή σε ανώμαλο οδόστρωμα και χώμα.

Μεγάλο ρόλο σε αυτά παίζει βέβαια και η ανάρτηση Skyhook της Ducati που, εκτός των τεσσάρων σοφά προ-ρυθμισμένων mode (Urban, Touring, Sport, Enduro), επιτρέπει καμιά 400αριά επιπλέον επιμέρους διαφοροποιήσεις, διαβάζω. Εν πάση περιπτώσει, η συμπεριφορά της Ducati στο χώμα με γέμισε εμπιστοσύνη για τα περισσότερα –και πολύ δυσκολότερα– χωμάτινα χιλιόμετρα που θα ακολουθούσαν τις επόμενες μέρες.

Λίγα γρήγορα χιλιόμετρα αργότερα, φτάσαμε στους Κορυσχάδες και στο Κορυσχάδες Village του Κώστα Λάππα. Και μιας και ήταν ακόμα σχετικά νωρίς, πιάσαμε τα τσίπουρα στο «Αντάμωμα» του Ηλία, στην πλατεία του χωριού –εξαιρετικό τσίπουρο, by the way– όπου και στη συνέχεια δειπνήσαμε λιτά. Μόνο μελανό σημείο ήταν το κλειστό, το άλλο πρωί, Μουσείο Εθνικής Αντίστασης, στο σχολείο του χωριού όπου, τον Μάιο του 1944, έγινε η πρώτη εθνοσυνέλευση της λεγόμενης Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) του ΕΑΜ.

Ανεβαίνοντας προς τα Άγραφα, στον αιωνίως υπό κατασκευή και συντήρηση δρόμο προς το πλέον απρόσιτο χωριό της χώρας. Άπλωμα του τραχανά στον Νερόμυλο. Συνάντηση με νεαρούς πεζοπόρους στο τρίστρατο της Νιάλας. Αλογάκια της λίμνης.

Ημέρα 3η – Κορυσχάδες-Καλύβια Πεζούλας (139 km – 8 lt)

Το Καρπενήσι, απ’ όπου πήραμε τον δρόμο για τα Άγραφα, είναι πάντως αγνώριστο. Η μάλλον κομψή, χτισμένη αμφιθεατρικά, κατά το κλισέ, κωμόπολη της δεκαετίας του ’80 είναι πλέον μια μάλλον άχαρη, προσανατολισμένη στον χειμερινό τουρισμό πόλη που ίσως ομορφαίνει, φωτισμένη, τα χιονισμένα βράδια. Αυτό που τη σώζει, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον, είναι το προαναφερθέν κλισέ.

Το ’83, τον δρόμο με τις ατέλειωτες στροφές που κατηφορίζει προς την κοιλάδα του Μέγδοβα/Ταυρωπού τον είχαμε κάνει, θυμάμαι, σβηστοί. Και για την ησυχία, και φυσικά για την οικονομία, μιας και δεν ξέραμε πότε θα ξαναβρίσκαμε βενζίνη. Δεν το τολμήσαμε τώρα, γιατί άλλο τα 130 κιλά μιας ΧΤ ή μιας XLS, έστω και με ταμπούρα, και άλλο τα 210 μιας σύγχρονης μεγάλης on/off. Αν και είμαι σχεδόν σίγουρος πως οι δίσκοι/πιατέλες σερβιρίσματος των 320 mm (εμπρός) και 265 mm (πίσω) των Multistrada 1260 δεν θα αντιμετώπιζαν κανένα πρόβλημα φτάνοντας κάτω στο Χάνι του Μέγδοβα και στην παλιά σιδερένια γέφυρα.

Μετά τον ελληνικό καφέ στο χάνι αρχίζουμε να ανηφορίζουμε προς το Κερασοχώρι (Κεράσοβο παλαιότερα, έδρα του ΕΛΑΣ στον πόλεμο) και την Κρέντη για να συναντήσουμε, λίγο παραπάνω, την κοίτη του Αγραφιώτη, παραπόταμου του Αχελώου που πηγάζει από τα βουνά των Αγράφων και καταλήγει στη λίμνη των Κρεμαστών. Την οποία θα έχουμε δίπλα μας μέχρι τα Άγραφα – την κοίτη, όχι τη λίμνη.

Τα τελευταία 15 περίπου ανηφορικά χιλιόμετρα πριν τα Άγραφα ήταν η πρώτη ουσιαστική εμπειρία με τις μεγάλες Ducati σε χώμα. Εντάξει, είχαμε την προηγουμένη ανέβει στα Κοκκάλια, αλλά εκείνα τα σκάρτα δυο χιλιόμετρα ήταν βόλτα, εδώ άρχιζαν τα άγνωστα και τα δύσκολα. Οι Multistrada και τα Pirelli τα πήγαν μια χαρά και στο χώμα/πούδρα που βρήκαμε ανεβαίνοντας προς το χωριό. Παρά μάλιστα τον 17άρη τροχό, η Ducati περνούσε άνετα τα νεροφαγώματα στον αιωνίως υπό κατασκευή ή/και συντήρηση δρόμο προς το πλέον απρόσιτο χωριό της χώρας. Έμενε τώρα να δούμε πώς θα συμπεριφέρονταν στο στενό ανέβασμα από τα Άγραφα προς το τρίστρατο της Νιάλας, στα 1600 μ.

Όσο για τα χτισμένα, σε υψόμετρο 840 μ., Άγραφα, δεν οφείλουν, όπως νομίζεται, την ονομασία τους στο ότι ήταν απάτητα, και άρα «άγραφα» και μη φορολογητέα, επί Τουρκοκρατίας. Αντίθετα, σύμφωνα τουλάχιστον με τον Βυζαντινό λόγιο του 11ου αιώνα Μιχαήλ Ψελλό, το χωριό και η γύρω περιοχή πήραν το όνομά τους την περίοδο της εικονομαχίας, επί εικονομάχου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε’ «Κοπρώνυμου» (741-775).

Διότι, γράφει ο κυρ-Μιχάλης, οι τοπικοί αρνήθηκαν την εφαρμογή κάποιου διατάγματος για αφαίρεση των εικόνων από τους ναούς τους και πέρασαν μαχαίρι κάποιους κρατικούς απεσταλμένους. Με αποτέλεσμα ο Κωνσταντίνος, εξοργισμένος (ήταν κι αυτό το παρατσούκλι που του είχαν κολλήσει οι αντίπαλοι εικονολάτρες), να διατάξει να σβηστεί η περιοχή από τους χάρτες. Αυτή ήταν μια παρένθεση που μόλις έκλεισε, πάμε παρακάτω. Παραπάνω, σωστότερα.

Λένε λοιπόν πως το καλύτερο γιατροσόφι για την ακροφοβία είναι η ψητή πέστροφα, ειδικά όταν συνοδεύεται από φρέσκες τηγανητές πατάτες και ντοματοσαλάτα – και ποιοι είμαστε εμείς που θα αμφισβητήσουμε την ομοιοπαθητική. Περιμένοντας το φάρμακο να ετοιμαστεί, ο Οδυσσέας και ο Νίκος έκαναν ένα, ας πούμε, μπάνιο (μπιντέ, καλύτερα) στις μικρές, φυσικές λεκάνες που σχηματίζει ο παραπόταμος του Αγραφιώτη που κυλά δίπλα στην ταβέρνα Νερόμυλος και στο μικρό εκτροφείο πέστροφας της οικογένειας Κίτσιου, κάτω από το χωριό.

Εμβολιασμένοι, πιάσαμε το ανέβασμα που ξεκινάει από την εκκλησία του Άη Γιώργη, στον «Λυκαβηττό των Αγράφων», που ήταν όσο ψαρωτικό το θυμόμασταν από το ’83. Ο δρόμος όλο και ανηφορίζει, με συνεχείς κλειστές φουρκέτες όπου, με βαριές μοτοσυκλέτες, χρειάζεται να κρατάς ένα στοιχειώδες momentum για να μη… στολάρεις και πας ‘σα κάτ’, που λένε.

Κάτι που δεν κατάφερε ο μνημειωδώς ακροφοβικός chef, με αποτέλεσμα, σε μια στενή, ανηφορική φουρκέτα 1ης, να ακουμπήσει τη Multistrada στο χώμα με πολλή προσοχή, είναι αλήθεια. Και να πού χρειαζόταν ο Αλέξανδρος, που σταμάτησε το ουραγό Skoda και βοήθησε στην επανανύψωση. Το δε VHC (Vehicle Hold Control) της Ducati, που βοηθάει στο ξεκίνημα σε έντονο ανήφορο, ήταν ό,τι πρέπει για την επανεκκίνηση.

Εντυπωσιάζει το πόσο εύκολα οι Ducati ανέβηκαν στα 1600 μ. με κακό χωματόδρομο και προσανατολισμένα στην άσφαλτο λάστιχα. Περιμένοντας το σήμα. Στο Χάνι του Μέγδοβα, ανάμεσα Καρπενήσι και Άγραφα. Ένα καρφί ήταν το μόνο μας απρόοπτο. Επισκευάζει ο Οδυσσέας, δίνουν οδηγίες οι υπόλοιποι.

Η διαδρομή, η δική μας τουλάχιστον, ίδια με εκείνη του ’83, καθ’ οδόν προς τη λίμνη Πλαστήρα, περνά από τα Πετράλωνα, 40 χιλιόμετρα από τα Άγραφα. Νωρίτερα, στα 15 περίπου χιλιόμετρα, είναι το διαβόητο, ανεμοδαρμένο, γυμνό τρίστρατο της Νιάλας, όπου έχουν ήδη ξεκινήσει εργασίες για τη δημιουργία αιολικού πάρκου – ήμασταν τυχεροί που το προλάβαμε απόρθητο.

Παρατηρώντας πάντως εκεί τις Ducati να κρυώνουν μετά το κοπιαστικό ανέβασμα, μου φαινόταν ακόμα απίστευτο το ότι έφτασαν εκεί πάνω, βρίσκοντας πρόσφυση στον χαλαρό ανηφορικό χωματόδρομο με τέτοια λάστιχα. Σημαντική πάντως βοήθεια έδωσε και το DTC, Traction Control της Ducati. Αυτό θα μπορούσα σχεδόν να το απενεργοποιήσω, μαζί με το Cornering ABS, επιλέγοντας το Enduro Riding Mode που κατεβάζει την ιπποδύναμη στα 100 άλογα, αλλά είπα να προτιμήσω το Urban Mode που και αυτό μειώνει την ιπποδύναμη, αλλά εμπλέκει DTC και ABS νωρίτερα. Βρήκα πάντως το Touring Mode, που αφήνει τα 158 άλογα ελεύθερα μεν, αλλά σχετικά χαλιναγωγημένα, ιδανικό default setting.

Το κατέβασμα από το διάσελο προς τα Πετράλωνα, ή Σάικα, ήταν λιγότερο αγχωτικό και, ειδικά από το σημείο που αντικρύζεις χαμηλότερα τη λίμνη Πλαστήρα, απολαυστικό. Λίγο πριν τη Σάικα ξεκινάει άσφαλτος η οποία, αφήνοντας δεξιά το Καροπλέσι, κατηφορίζει προς το Ανθηρό. Από εκεί, το ’83, είχαμε φτάσει στο φράγμα πλατσουρίζοντας με τις μοτοσυκλέτες στα νερά του Μέγδοβα – τώρα υπάρχει γέφυρα.

Αφήνουμε δεξιά μας διασταυρώσεις για Γιαννουσαίικα, Ίταμο, Καλλίθηρο και Καστανιά, για να φτάσουμε στο φράγμα, στη διάσχιση του οποίου πέσαμε σε μποτιλιάρισμα με άλογα, κανονικά αυτά, ελεύθερα και αχαλίνωτα. Η εικόνα με τα μικρά αλογάκια να προσκολλώνται φοβισμένα στις ανήσυχες μανάδες τους όσο περνούσαν δίπλα τους περίεργα, κακάσχημα, θορυβώδη ζώα ήταν από τις ομορφότερες της εξόρμησης.

Άφιξις εις Καλύβια Πεζούλας, τακτοποίησις εις εκεί ξενοδοχείον Μέγδοβας της οικογένειας Ζαρνάβαλου, ελεύθερον πρόγραμμα. Αυτά, μετά από μια στάση παρά θίνα λιμνός για τις ανάγκες της φωτογράφισης. Με έκδηλη την ανακούφιση στα πρόσωπα όλων μας μετά το πρώτο δύσκολο κομμάτι (που βγήκε ουσιαστικά αβρόχοις ποσίν, με εξαίρεση ένα καρφί που άρπαξε το πίσω ελαστικό της GS του Οδυσσέα και επισκευάστηκε επί τόπου, με την επισκευή να βγάζει μάλιστα όλη την υπόλοιπη διαδρομή) ακολούθησε δείπνο με νηστίσιμα λουκάνικα και παϊδάκια κάτω από τις κληματαριές της ταβέρνας της οικογένειας και αναμενόμενα αθώος και άδολος ύπνος.

Άμυαλα παιδιά, χαρά γεμάτα, σ’ ένα ακόμα χαρωπό ξεκίνημα μέρας. Στη σήραγγα της Γκρόπας. Η θέα από το θνησιγενές φράγμα της Μεσοχώρας. «Μωρέ παιδιά καημένα, παιδιά της Σαμαρίνας, κι ας είστε λερωμένα…»

Ημέρα 4η – Καλύβια Πεζούλας-Ζιάκας Γρεβενών (195 km – 11 lt)

Το άλλο πρωί, τρία χιλιόμετρα μετά τα Καλύβια, στρίβουμε αριστερά και, μέσω Κερασιάς και Ανθοχωρίου, αφήνουμε πίσω μας το φημισμένο (λόγω του, προ δημιουργίας της τεχνητής λίμνης, εκεί συμμαχικού αεροδρομίου) οροπέδιο της Νεβρόπολης (όπου νεβρός είναι το νεαρό ελάφι, για να μη λέτε ότι δεν μαθαίνετε εδώ) και κατεβαίνουμε στο Μουζάκι.

Από εκεί στην Πύλη και, στη συνέχεια, αφήνοντας δεξιά μας τον δρόμο που οδηγεί στην Ελάτη και το Περτούλι (που είχαμε πάρει το ’83, αλλά είναι τώρα ασφαλτοστρωμένος και αυτός, πολυσύχναστος και άνευ ενδιαφέροντος), στρίβουμε αριστερά στην οδό Τρικάλων-Άρτας. Καφές και γλυκό κουταλιού στη γραφική, belvedere πλατεία, με τον τεράστιο πλάτανο, στα Στουρναραίικα και συνέχεια για τη Μεσοχώρα, μέσω της σήραγγας της Γκρόπας, μήκους 1500 μ., που από το 2010 παρακάμπτει τον επικίνδυνο ομώνυμο αυχένα, κάνοντας ασφαλέστερη, ειδικά τον χειμώνα, και συντομότερη τη διαδρομή για την Άρτα.

Επόμενη στάση είναι το θνησιγενές φράγμα της Μεσοχώρας. Λίγα λόγια για το έργο: μέσα στην κοίτη του Αχελώου υπάρχουν, εδώ και 18 χρόνια, το εν λόγω φράγμα κι ένα πλήρως εξοπλισμένο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο, με αντλίες, τουρμπίνες κ.ά. Τα οποία δεν έχουν λειτουργήσει ούτε μια μέρα αφού η τεχνητή λίμνη που δημιουργήθηκε παραμένει πρακτικά άδεια και ότι νερό έχει μαζέψει το έχει μαζέψει από βροχή.

Το φράγμα, ύψους 150 μ., σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε για να αποτελέσει μέρος της πολυσυζητημένης εκτροπής του Αχελώου, έργου που υπήρχε ως ιδέα από τη δεκαετία του 1920. Σκοπός του κολοσσιαίου αυτού έργου ήταν η μεταφορά νερού από τον Αχελώο προς τον Πηνειό για να συμβάλλει στην κάλυψη των αρδευτικών αναγκών του θεσσαλικού κάμπου (βλ. υδροβόρο μπαμπάκι). Το νερό που η λίμνη, έκτασης σχεδόν 8 τετραγωνικών χιλιομέτρων, θα αποταμίευε, θα διοχετευόταν, μέσω σήραγγας μήκους 7,5 χιλιομέτρων, πρώτα προς το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο. για την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας, πριν συνεχίσει την πορεία του προς το επόμενο φράγμα, αυτό της Συκιάς, το οποίο δεν έφτασε καν στο στάδιο του θνησιγενούς.

Χωρίς το Skoda Karoq (και τους σπηλαιώδεις χώρους του) η εξόρμηση θα ήταν αδύνατη. Ξημέρωμα στη λίμνη Πλαστήρα (ο Αλέξανδρος ξυπνάει νωρίς). Αγία Παρασκευή: λούσιμο στη βρύση. Η γραφική La Verliga, στο Χαλίκι, μένει ανοιχτή όλον το χρόνο.

Στη Συκιά, στο πλαίσιο της εκτροπής, ήταν προγραμματισμένο να δημιουργηθεί μια άλλη, μεγαλύτερη λίμνη, μέρος των νερών της οποίας θα διοχετευόταν, μέσω μιας μακρύτερης σήραγγας, μήκους 17,5 χιλιομέτρων, στην ανατολική πλευρά της Πίνδου, στον θεσσαλικό κάμπο. Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε πως η εκτροπή του Αχελώου θα μετέφερε στον Πηνειό περίπου 1,2 δισ. κυβικά μέτρα νερού κάθε χρόνο.

Και μιας και η ΔΕΗ, και η οικονομική της διαχείριση, βρίσκεται σήμερα στο προσκήνιο, σύμφωνα με την ίδια την εταιρεία, το έργο έχει κοστίσει περίπου €500 εκατ., σε σημερινά χρήματα, ενώ για κάθε χρόνο που αυτό δεν λειτουργεί, η ΔΕΗ εκτιμά ότι χάνει περί τα €20-30 εκατ. από δυνητικά έσοδα. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από σχετική έρευνα της διαΝΕΟσις.

Κύριοι λόγοι που το έργο παραμένει ανενεργό –άλλωστε, η εκτροπή του Αχελώου έχει ουσιαστικά παγώσει– είναι αφενός το ότι η ΔΕΗ ξεκίνησε να κατασκευάζει ένα γιγάντιο έργο υποδομής με ελλιπή σχεδιασμό και χωρίς να έχει εξασφαλίσει ότι αυτό δεν θα ακυρωθεί στα δικαστήρια, και αφετέρου επειδή οι κάτοικοι της Μεσοχώρας, του γειτονικού μικρού χωριού με ελάχιστους πια μόνιμους κατοίκους –αλλά με «Σύλλογο Κατακλυζομένων Μεσοχώρας»–, συνεπικουρούμενοι από διάφορες περιβαλλοντικές οργανώσεις, αντέδρασαν εξαρχής και συνεχίζουν να αντιδρούν.

Γεγονός είναι πως βγαίνοντας από τη σήραγγα, ακριβώς πριν το φράγμα, αντικρίσαμε έναν γκρίζο, σκιασμένο κρανίου τόπο, μια Συκιά σε μικρογραφία. Όπως περιγράφει η διαΝΕΟσις, «η περιοχή έχει την απόκοσμη αύρα των τοποθεσιών που έχουν εγκαταλειφθεί, που έχουν αφεθεί έρμαια της φύσης για πολλά χρόνια. Παραδοσιακά κάθε χρόνο –συνήθως το καλοκαίρι, μετά το κοντινό river-party– ομάδες αντιεξουσιαστών περνούν από το φράγμα και αφήνουν τα μηνύματά τους με σπρέι στους τοίχους…».

Στη διασταύρωση, στην πέρα άκρη του φράγματος, ο δρόμος συνεχίζει αριστερά προς την Άρτα. Εμείς στρίψαμε δεξιά, προς το Αρματολικό, για να πιάσουμε τον χωματόδρομο που, έχοντας δεξιά του τον Αχελώο, βγάζει στη Γέφυρα Αλεξίου και στον οδικό άξονα Πύλη-Ελάτη-Περτούλι-Χαλίκι-Μέτσοβο –τον οποίο ίσως θυμάστε όσοι είστε ακόμη εδώ– είχαμε αφήσει νωρίτερα δεξιά μας, στρίβοντας προς Στουρναραίικα και Μεσοχώρα.

Τον είχα περάσει αυτόν, ανάποδα, με αυτοκίνητο 4×4 –και παλαιότερα με ποδήλατο, αλλά αυτή είναι μια άλλη περιπέτεια– και τον θυμόμουν. Αλλά όχι με τόσο σαθρό οδόστρωμα και σκόρπια πέτρα. Υπήρχαν σημεία με έντονο ανήφορο και μ’ αυτή την ποταμίσια κροκάλα όπου χρειαζόταν φόρα η οποία, ας πούμε, δεν ταίριαζε ακριβώς με τις επιθυμίες ή/και τις ικανότητές μας, αλλά ήταν απαραίτητη για να βγουν οι Multistrada στην κορυφή. Αξιέπαινα, τα κατάφεραν και εκεί. Ο γιατρός ακόμα γκρινιάζει πάντως…

Ο χωματόδρομος –αν σημείωσα σωστά, γύρω στα 14 km– γίνεται ομαλότερος προς το τέλος του και καταλήγει στη γεμάτη αραχτά γελάδια και ναρκοθετημένη με αχνιστές σβουνιές Γέφυρα Αλεξίου, πάνω απ’ τον Αχελώο. Άλλο παρατημένο έργο εδώ… Η μεγάλη ημικυκλική γέφυρα, που διόλου συνάδει με το τοπίο όπως αυτό παραμένει σήμερα, κατασκευάστηκε για να αποτελέσει μέρος του δρόμου που θα ένωνε την οδό Πύλης-Μετσόβου με την Τρικάλων-Άρτας (και το έργο της Μεσοχώρας) – του χωματόδρομου δηλαδή που μόλις περάσαμε.

Αφήνουμε αριστερά μας τη διασταύρωση για Αθαμανία και Γαρδίκι και κατευθυνόμαστε προς το Χαλίκι όπου έχει προγραμματισθεί μεσημεριανή στάση για… συντήρηση. Ο δρόμος αυτός ήταν χωμάτινος το ’83 (ως «γνήσιο εντουρόδρομο» τον είχαμε περιγράψει στο τότε άρθρο, αν θυμάμαι καλά). Τώρα είναι φαρδύς, αλλά σκονισμένος από χώματα που έχουν παρασύρει καλοκαιρινές μπόρες, ασφαλτόδρομος που θέλει προσοχή, ο οποίος ακολουθεί γενικά την κοίτη του νεαρού εδώ Αχελώου, αφήνοντας διάφορα χωριά (Μηλιά, Κρανιά, Ανθούσα κ.ά.) δεξιά και αριστερά του.

Η ψηλή γέφυρα της Εγνατίας ανάμεσα Μέτσοβο και Ανήλιο. Η πισίνα στον Ζιάκα, από τα highlights της εκδρομής. Ο chef με τη Βίκυ και τη μαμά Ευδοκία στο Αρμολόι, στην Πυρσόγιαννη. Αναστατώνοντας γελάδια στη Γέφυρα Αλεξίου.

Το Χαλίκι Ασπροποτάμου, σε υψόμετρο 1150 μ. –«παίζει αυτό», μας είχε απαντήσει τοπικός μπάρμπας σε σχετική ερώτηση τότε– κάτω από τον Λάκμο, είναι το παλαιότερο χωριό της περιοχής, με καταγεγραμμένη ιστορία τουλάχιστον επτά αιώνων. Η πλατεία του παραμένει όπως τη θυμάμαι, αν και με περισσότερο κόσμο τώρα. Η προαναφερθείσα συντήρηση, αναμενόμενα ασκητική, έλαβε χώρα στην ταβέρνα (αν αυτή είναι η σωστή λέξη για το πολύ όμορφα φροντισμένο αληθινά αξιοθέατο) La Verliga, του φιλόξενου και περιποιητικού Χρήστου Ζαχαρή, που μένει μάλιστα ανοιχτή όλον τον χρόνο.

Από το Χαλίκι, ο δρόμος ανεβαίνει, το ίδιο φαρδύς, σκονισμένος και γλιστερός, πριν κατηφορίσει προς το Ανήλιο, 20 χλμ από το Χαλίκι. Αυτόν τον θυμάμαι με άσπρη σκόνη το ’83. Τώρα είναι στενή άσφαλτος, μέσα σ’ ένα πανέμορφο… ανήλιο δάσος. Μπαίνοντας στο χωριό, δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις, στα αριστερά σου, την πανύψηλη γέφυρα της Εγνατίας που ζεύει τη χαράδρα ανάμεσα στο Ανήλιο και το Μέτσοβο.

Την οποία Εγνατία, από εκεί, βρίσκεις μόνο ρωτώντας ή με καλό GPS. Ο Οδυσσέας είχε από δαύτο, κάναμε και μια-δυο ερωτήσεις, και τελικά τη βρήκαμε. Τι ωραίος δρόμος είναι αυτός! Με σήραγγες, γέφυρες, καλό οδόστρωμα… Εντάξει, και με διόδια, αλλά ποιος διαμαρτύρεται όταν ταξιδεύει με ασφάλεια και ταχύτητα; Έτσι, γρήγορα φτάσαμε στο χωριό Ζιάκα των Γρεβενών και στο ομώνυμο ξενοδοχείο. Την πισίνα, τις μπύρες, και τα Campari-soda του οποίου τιμήσαμε επιπλέοντας.

Ακολούθησε ένα ακόμη σεμνό δείπνο του οποίου ο ρυθμός μερικώς ανεκόπη λόγω διακοπής ρεύματος (υπήρχε ευτυχώς γεννήτρια) όταν, όπως μάθαμε το άλλο πρωί, ένα κουνάβι, νυφίτσα, ασβός ή κάτι τέτοιο, μπούκαρε σ’ έναν υποσταθμό και μασούλησε κάτι καλώδια, βυθίζοντας όλον το νομό Γρεβενών στο σκοτάδι.

“A clean machine runs better”, λέγαμε κάποτε. Το εγκαταλελειμμένο σχολείο στη Βούρμπιανη. Μαγαζί στον Γοργοπόταμο. Στο Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης Γράμμου. Όλος ο θίασος επί σκηνής.

Ημέρα 5η – Ζιάκας-Πυρσόγιαννη (185 km – 9 lt)

Να διευκρινιστεί εδώ πως δεν πήγαμε κατευθείαν στην Πυρσόγιαννη, απόσταση σημαντικά μικρότερη, αλλά προσπαθήσαμε αρχικά να μείνουμε και εδώ στη διαδρομή του ΄83, κατευθυνόμενοι αρχικά προς τη Σμίξη (γραφική τότε, με γέροντες που συνομιλούσαν μεταξύ τους στα κουτσοβλάχικα και επέμεναν να μας κερνάνε τσίπουρα, τι να κάναμε; είχαμε λυγίσει, μη μας έλεγαν ακατάδεχτους πρωτευουσιάνους) η πλατεία της οποίας είναι το καλοκαίρι απρόσιτη για τροχοφόρα, και στη συνέχεια προς τη Σαμαρίνα, με μια παράκαμψη ενδιάμεσα προς το χιονοδρομικό κέντρο της Βασιλίτσας, που το ’83 δεν υπήρχε βέβαια.

Εκεί μας είχε πιάσει τότε, θυμάμαι, μια μπόρα και βρήκαμε καταφύγιο σ’ ένα καλύβι μαζί με δυο τσοπάνους –Αστέριος Ανθούλης λεγόταν ο ένας απ’ αυτούς, πιστό αντίγραφο του Κώστα «Ζήκου» Χατζηχρήστου στο Της Κακομοίρας– που μας είχαν διασκεδάσει αφάνταστα με το κέφι και τα λεγόμενά τους – το θυμόμαστε, κι εγώ κι ο Δημήτρης, σαν να ‘ταν χτες… Σήμερα το μέρος είναι αγνώριστο και, ως purpose-built μέρος για χειμερινά σπορ, απρόσωπο το καλοκαίρι και σαν οποιοδήποτε άλλο χιονοδρομικό κέντρο.

Ο ξενώνας Αρμολόι, που «τρέχει» η αξιαγάπητη Βίκυ Κιάφα, έχει μπροστά του μια όμορφη μικρή πλατεία, μ’ έναν αιωνόβιο πλάτανο στη μέση της.

Μερικά χιλιόμετρα μετά μπαίνουμε στη Σαμαρίνα (από το Santa Maria χαρτών του 16ου αιώνα, αν ενδιαφέρεστε) που, με υψόμετρο 1500 μ., θεωρείται το υψηλότερο χωριό, όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και των Βαλκανίων, παρακαλώ. Το «μπαίνουμε» βέβαια είναι μια ευρεία έννοια, μιας και το χωριό ήταν σκαμμένο γύρω-γύρω, λόγω δημοσίων έργων ξερωγώ, και κάποιες προσβάσεις στην πλατεία ήταν μη προσβάσιμες.

Με τα πολλά, φτάσαμε στην πλατεία την οποία θυμάμαι όπως σχεδόν ήταν πριν 36 χρόνια. Και γεμάτη τώρα καφετέριες και ταβέρνες. Με μπόλικο αυγουστιάτικο παιδομάνι και ανάλογα πολύ θόρυβο. Έτσι, ακόμη και ο διαρκώς σε αναζήτηση γαστριμαργικής απόλαυσης chef (για επαγγελματικούς και μόνον λόγους, φυσικά) απετράπη από την κατανάλωση τοπικών, πιθανότατα αμφιβόλου ποιότητας σπεσιαλιτέ, περιορισθείς, όπως και οι υπόλοιποι, σε καφέ, άντε και παγωτό.

Και πολύ καλά έκανε, διότι λίγο παρακάτω, κατηφορίζοντας και έχοντας αριστερά μας τον Σμόλικα, προς τον οδικό άξονα Ιωαννίνων-Κοζάνης, συναντήσαμε το άλλο Κεράσοβο, ένα από τα Μαστοροχώρια της Ηπείρου, που σήμερα λέγεται Αγία Παρασκευή, και την όμορφη –και ιδιαίτερα ήσυχη– πλατεία του, όπου γευματίσαμε, ελαφρά όπως πάντα, με αυγά μάτια και φρεσκομαγειρεμένα φασολάκια, δίπλα στη βρύση.

Μια ακόμη παρένθεση εδώ, αν μου επιτρέπετε, με αφορμή τη μετονομασία του χωριού. Είναι (σχεδόν) πολύ ενδιαφέρουσα η διαδικασία αλλαγής της ονομασίας πολλών χωριών από σλαβικά, βλάχικα, αρβανίτικα και τούρκικα ονόματα σε ελληνικά – οι λόγοι δεν είναι της παρούσης. Αυτή άρχισε πρακτικά τη δεκαετία του ’20, αυξήθηκε τη δεκαετία του ’50 (ο Εμφύλιος ήταν πρόσφατος και εαμοκομμουνιστοσυμμοριτικοβουλγάρικα ονόματα έπρεπε να εξαλειφθούν από τους χάρτες) και συνεχίστηκε μέχρι και τον αιώνα μας.

Έτσι, χωριά με σλαβικά ονόματα εδώ, όπως Μποτσιφάρι, Βράνιστα, Κορτίνιστα, Γκρισμπάνι, Στράτσιανη και το συγκεκριμένο Κεράσοβο, εξελληνίστικαν, επί το ευγενέστερον, σε Μοναστήρι, Τράπεζα, Νικάνορα, Ελεύθερο, Πύργο και Αγία Παρασκευή, αντίστοιχα. Και ο κατάλογος δεν έχει τέλος… (σ.σ. βλέπω τώρα πώς το ίδιο είχα επισημάνει και στο άρθρο του ’83)

Μια σύντομη μπόρα μέχρι τη διασταύρωση πιο κάτω δεν μας πτόησε ιδιαίτερα –ο δρόμος γρήγορα στέγνωσε– και στρίψαμε δεξιά με κατεύθυνση την Κοζάνη, με τον ποταμό Σαραντάπορο στα αριστερά μας. Αφήνουμε την Κόνιτσα, «θέατρο» μεγάλης μάχης του Εμφυλίου τα Χριστούγεννα του ‘47, δεξιά μας και, μετά τη γέφυρα Σπηλιωτοπούλου, δεν στρίβουμε προς την Πυρσόγιαννη, αλλά συνεχίζουμε μέχρι να βρούμε τη διασταύρωση αριστερά προς την Κοτύλη και το Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης του Γράμμου.

Το οποίο βρίσκεται σ’ ένα οροπέδιο, στα λιβάδια της Κοτύλης, χωρίς ιδιαίτερη σήμανση, και φτάνεις σ’ αυτό μετά από τέσσερα περίπου χιλιόμετρα βατού χωματόδρομου. Έχοντας μείνει «στα μπετά» καμιά δεκαριά χρόνια, άρχισε να λειτουργεί το 2011 (εγκαινιάστηκε, ιδιαίτερα διακριτικά, το 2012) όταν το πήρε υπό την προστασία του το Ίδρυμα της Βουλής, της οποίας Πρόεδρος τότε ήταν ο Φίλιππος Πετσάλνικος που έλκει την καταγωγή του από την ευρύτερη περιοχή.

Γεγονός είναι πάντως πως ούτε οι γύρω κάτοικοι, ούτε οι τοπικές αρχές, ούτε φυσικά οι οικολόγοι (τα κτήρια βρίσκονται σε περιοχή Natura, μαθαίνω) ενθουσιάστηκαν με την ύπαρξή του. Άσε τη δαπάνη, εν μέσω Μνημονίων, για την κατασκευή, τη λειτουργία και τη φύλαξη, ειδικά τον χειμώνα, ενός πρακτικά λευκού ελέφαντα, στη μέση του πουθενά, Όπως και να ‘χει, όταν φτάσαμε εμείς ήταν θεόκλειστο, αφύλακτο και παντέρημο.

Μετά τη φωτογράφιση τύπου εναλλακτικού “end of the road”, ξεκινήσαμε για την Πυρσόγιαννη όπου και θα διανυκτερεύαμε. Στον δρόμο, περάσαμε το (κλειστό) Μουσείο του ΔΣΕ (Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας, για όσους γεννήθηκαν χτες), στο χωριό Θεοτόκος, και λίγο μετά στρίψαμε δεξιά για την Πυρσόγιαννη, τη Βούρμπιανη και τα άλλα Μαστοροχώρια.

Ο ξενώνας Αρμολόι, που «τρέχει» η αξιαγάπητη Βίκυ Κιάφα, έχει μπροστά του μια όμορφη μικρή πλατεία, μ’ έναν αιωνόβιο πλάτανο στη μέση της, και, σημαντικότερα, μια εξαιρετική κουζίνα που κοσμεί με τις δημιουργίες της η κυρία Ευδοκία, μητέρα της Βίκυς, και οι δυο τους ακόλουθες του chef, μάθαμε. Οπότε, φάγαμε καλά, με την καλή έννοια, και κοιμηθήκαμε ακόμα καλύτερα.

Έμενε τώρα να πάρουμε αξιόπιστες πληροφορίες για το πώς θα φτάναμε, το άλλο πρωί, στο Μνημείο του Γράμμου. Που ήταν αυτό που μου τριβέλιζε το μυαλό απ’ την αρχή…

Λίγο πριν το τέλος (βγαίνει εδώ αστειάκι με την πινακίδα). Το ηρώο του Εθνικού Στρατού, στην κορυφή Γκέσος του Γράμμου, στα 2163 μ. Φύλακες άγγελοι στην Πυρσόγιαννη. 1561,3 km με μέση κατανάλωση 5 lt/100 km. Διόλου άσχημα για τα 1262 κ.ε. και τα 158 άλογα της Multistrada 1260 S.

Ημέρα 6η – Πυρσόγιαννη-Αθήνα (@650 km – 35 lt)

Όπως λοιπόν πληροφορηθήκαμε, από τοπικούς και από το εκεί Αστυνομικό Τμήμα, για να φτάσεις από την Πυρσόγιαννη στην κορυφή Γκέσος του αιματοβαμμένου Γράμμου, ορμητήριου και τελευταίου καταφύγιου του ΔΣΕ στον Εμφύλιο, όπου βρίσκεται το ηρώο του «μοναρχοφασιστικού» Εθνικού Στρατού, στα 2163 μ., κατευθύνεσαι προς τη Βούρμπιανη, όπου είχαμε διανυκτερεύσει το ’83, και το Πληκάτι.

Μετά τη Βούρμπιανη και τον Γοργοπόταμο, είτε ακολουθείς τον δρόμο που διασχίζει την κοίτη του ποταμού (δεν έχει γέφυρες εκεί, οπότε μόνο καλοκαίρι) είτε, όπως κάναμε εμείς, συνεχίζεις προς το Πληκάτι και, μετά την έξοδό του, λίγο πριν τον ξενώνα Αγριολούλουδο του Γράμμου, ακολουθείς τον χωματόδρομο δεξιά που διασχίζει τον ίδιο ποταμό, αλλά πιο πάνω, για να φτάσεις στο ηρώο, 17 χλμ πολύ κακού χωματόδρομου μετά, όπως μας είπε ο ξενοδόχος.

Αυτό ήταν… Εκεί ήταν που ανακρούσαμε πρύμναν. Γιατί δεν ήταν μόνο αυτά τα 17 άγνωστα χιλιόμετρα –που το ’83 ανεβήκαμε με τις πανάλαφρες XT και XLS με χωμάτινα λάστιχα–, ήταν και τα άλλα τόσα για να κατέβουμε ξανά κάτω. Συν βέβαια τα καμιά 500αριά, και βάλε, της επιστροφής στην Αθήνα, η οποία έπρεπε να γίνει την ίδια μέρα. Εξάλλου, είχαμε ήδη «συμφιλιωθεί» με τον Γράμμο στο Πάρκο την προηγουμένη. Οπότε η επιστροφή στην Αθήνα, όσο μάλιστα οι μοτοσυκλέτες και το Karoq παρέμεναν υγιή, ήταν μεταφορικά και κυριολεκτικά μονόδρομος.

Έτσι, μετά από μια σύντομη στάση στην Πυρσόγιαννη, πήραμε όλοι τον μακρύ δρόμο της επιστροφής. Όλοι; Όχι, διότι εγώ ήθελα οπωσδήποτε, το τράβαγε ο οργανισμός μου, να επισκεφτώ το Μουσείο του ΔΣΕ στη Θεοτόκο που την προηγουμένη ήταν κλειστό, θυμάστε, για να ξαναβρώ τους άλλους στο δρόμο για τα Γιάννενα. Το οποίο Μουσείο ήταν, Σάββατο πρωί, και πάλι θεόκλειστο. Τι διάολο; Τόσους πιστούς συντρόφους έχουν στο ΚΚΕ και στο ΠΑΜΕ, δεν βρέθηκε ένας να χρεωθεί να ξεκλειδώνει το λουκέτο, Σαββατοκύριακα και εορτάς, μπας και μπει κάνας χριστιανός που θέλει, έτσι από βίτσιο, βρε αδερφέ, να δει και την άλλη πλευρά της Ιστορίας; Ας είναι…

Ο Αμβρακικός ήταν εκεί μπροστά και μια βουτιά, έστω και σε νερό-σούπα, ήταν αναζωογονητική.

Έπρεπε τώρα να βάλω το κεφάλι κάτω για να φτάσω τους υπόλοιπους. Άλλο που δεν ήθελα, μετά από πέντε μέρες αυτοσυγκράτησης. Riding Mode λοιπόν στο Sport, που κάνει τα 158 άλογα ζωντανότερα (και τα 130 Nm ροπής μεστότερα), μειώνοντας ταυτόχρονα την παρεμβατικότητα των DTC (Ducati Traction Control), Cornering ABS και DWC (Ducati Wheelie Control – μακριά από μας), και αρχίζω να απολαμβάνω τον έρημο και με καλό οδόστρωμα δρόμο προς τα Γιάννενα. Εκεί ήταν που, απόλυτα συγκεντρωμένος, χάρηκα και το DQS (Ducati Quick-Shift) που σου επιτρέπει να μην ακουμπάς καν τον λεβιέ του συμπλέκτη, είτε ανεβάζοντας είτε κατεβάζοντας ταχύτητες.

Έφτασα το convoy κάπου κοντά στην Κόνιτσα και, παρασύροντας τον Οδυσσέα λόγω κεκτημένης ταχύτητας και πρωτογενούς πλεονάσματος αδρεναλίνης, ανεβάσαμε οι δυο μας ρυθμό απολαμβάνοντας το ορεινό στροφιλίκι πριν το Καλπάκι. Όπου επιβεβαίωσα πως, παρά την απρόσμενη ικανότητά της και σε χωματόδρομους, η Multistrada 1260 είναι περισσότερο ένα ψηλό superbike και λιγότερο μια μεγάλη on/off.

Μετά τον ανεφοδιασμό πριν τα Γιάννενα και τον βαρετό περιφερειακό της πόλης, πήραμε την Ιονία Οδό με κατεύθυνση την Άρτα. Βάζω και πάλι το cruise-control στα 130τόσα και τα χιλιόμετρα μέχρι την έξοδο για την Άρτα, όπου χρειάζεται να βγεις αν θες να πας στο Μενίδι (που θέλαμε, μιας και είχαμε ραντεβού εκεί με κάτι μαλακόστρακα), παρά τη ζέστη, περνούν χωρίς να το καταλάβουμε.

Τη ζέστη βέβαια την καταλαβαίνεις όταν, φασκιωμένος με μακριά παντελόνια, τζάκετ, κράνη, γάντια κ.λπ. κατακαλόκαιρο, σταματήσεις με τον κινητήρα καυτό ανάμεσα στα σκέλη. Ο Αμβρακικός όμως ήταν εκεί μπροστά και μια βουτιά, έστω και σε νερό-σούπα, ήταν αναζωογονητική. Ακολούθησε επιστημονικό degustation με ψητές, βραστές και τηγανητές γαρίδες στου Γεράσιμου, προκειμένου να διαμορφώσει ο chef αξιόπιστη γνώμη, αντιλαμβάνεσθε, σχετικά με το ποιος τρόπος μαγειρέματος αναδεικνύει καλύτερα το ατυχές αιτωλοακαρνανικό αρθρόποδο.

Το ότι τρεις περίπου ώρες αργότερα, μετά από έναν ακόμα ανεφοδιασμό, βρισκόμασταν στην Αττική Οδό είναι ύμνος στην άνεση, ασφάλεια και ταχύτητα που μια Ducati Multistrada είναι απόλυτα ικανή να προσφέρει. Κάποια στιγμή μάλιστα βρέθηκα να ταξιδεύω με ταχύτητα πολύ κοντά στην τρίτη εκατοντάδα (είδα το κοντέρ και το διαπίστωσα) και έπεσα ξανά στα 140-150, από αίσθημα αυτοσυντήρησης και μόνο.

Έτσι, έξι μέρες, 1561,3 χιλιόμετρα και 80 περίπου λίτρα μετά (ήτοι, με μια αξιοπρεπέστατη μέση κατανάλωση 5 λίτρα για κάθε 100 χιλιόμετρα, υπάρχει και φωτογραφία) το όνειρο έγινε πραγματικότητα, 36 ολόκληρα χρόνια μετά. Χρόνια τα οποία βέβαια δεν είναι απλώς ένας αριθμός, αλλά, όσο και να επιμένεις να μην το παραδέχεσαι, δυσβάστακτο πολλές φορές φορτίο στις πλάτες (και στα γόνατα) ενός 60άρη.

Ούτε θυμάμαι πόσες φορές μίλησα, οδηγώντας, με τον εαυτό μου, πόσα τραγούδια τραγούδησα φωναχτά μέσα στο Arai, πόσο χάρηκα την επιτάχυνση, την ταχύτητα, τις στροφές, το πλάγιασμα.

Επί προσωπικού, το ταξίδι αυτό άλλαξε τα πάντα: ο σχεδιασμός του και η προσμονή έκαναν τις μέρες μέχρι το ξεκίνημα πιο ενδιαφέρουσες, το ίδιο δε το ταξίδι τις έκανε πιο δραστήριες, πιο χαρούμενες, πιο ελεύθερες… Ούτε θυμάμαι πόσες φορές μίλησα, οδηγώντας, με τον εαυτό μου, πόσα τραγούδια τραγούδησα φωναχτά μέσα στο Arai, πόσο χάρηκα την επιτάχυνση, την ταχύτητα, τις στροφές, το πλάγιασμα…

Ναι, «οι μοτοσυκλέτες είναι επικίνδυνες». Από την άλλη, το να αποφεύγεις κάθε ρίσκο ίσως είναι χειρότερο. Και στο κάτω-κάτω, αν είναι να σε βρει, καλύτερα να σε βρει στη σέλα παρά στον καναπέ – όποιος φοβάται πέφτει και κοιμάται, λέγαμε κάποτε. Αν αυτό δεν μπορείτε να το καταλάβετε, διαβάστε κάτι άλλο, εδώ στο Andro – για ρούχα, καφέδες, κρασί, βιβλία… Αν όμως αυτό το κομμάτι, που ναι, βγήκε πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο προστάζει το internet, σας κέντρισε το ενδιαφέρον και έχετε αρχίσει να το σκέφτεστε να ανεβείτε (ξανά ή για πρώτη φορά) σε μοτοσυκλέτα, μην περιμένετε, κάντε το τώρα.

Συμπερασματικά, αυτές ήταν έξι μέρες που άλλαξαν τον κόσμο μου. Τόσο που, αμέσως μετά, απέκτησα τη δική μου Multistrada. Την οποία ήδη απολαμβάνω, νιώθοντας 36 χρόνια νεότερος.

Υστερόγραφο:

Επειδή είμαι και πεισματάρης, λίγες μέρες μετά την επιστροφή, πήρα ένα μπροστοκίνητο Dacia Duster, και ξαναπήγα στον Γράμμο. Έμεινα ξανά στο Αρμολόι, στην Πυρσόγιαννη, και το άλλο πρωί ξεκίνησα να ανέβω στο ηρώο. Μόνος και χωρίς ρεζέρβα, με kit επισκευής που είναι βέβαια άχρηστο σε σκισμένο λάστιχο – η αμυαλιά, βλέπετε, με συνοδεύει και πολύ φοβάμαι πως θα με συνοδεύει εσαεί.

Πήρα λοιπόν, πολύ προσεκτικά, αυτόν τον εγκαταλελειμμένο δρόμο που διόλου χρησιμοποιείται μιας και, εδώ και χρόνια, έχει πάψει να συντηρείται από τον στρατό – είναι ζήτημα αν έβαλα πουθενά 2η ταχύτητα. Θα τα ανεβοκατέβαιναν αυτά τα 15+15 χιλιόμετρα (τόσα ήταν τελικά) αλώβητες οι μοτοσυκλέτες μας, ακόμα και με χωμάτινα λάστιχα; Εμφατικά όχι! Θα τον ανέβαιναν οι on/off της νιότης μας, που όμοιές της δεν υπάρχουν σήμερα. Πιθανότατα ναι. XΤ και XLS λείπετε…

Έμεινα στο ηρώο κάμποση ώρα, νιώθοντας τη θλιβερή, απόκοσμη μαγεία του τόπου όπου το πείσμα και η ιδεοληψία ενός μοιραίου ανθρώπου –και συγγνώμη αν διαφωνείτε– οδήγησε στον τάφο χιλιάδες νέους και νέες. Πόσο διαφορετική αλήθεια θα ήταν σήμερα η Ελλάδα χωρίς τον μάταιο εκείνο πόλεμο…

Κι άλλο υστερόγραφο:

Οι περισσότερες φωτογραφίες είναι του Αλέξανδρου Κορέσση. Οι υπόλοιπες δικές μου. Με την αφορμή, όσοι δεν ακολουθήσατε το link για το video στην αρχή, μη ξεχάσετε να το κάνετε τώρα. Υπόχρεος.

 

Διαβάστε ακόμα: Αυτή είναι η μυθική οικία του Πάτρικ Λη Φέρμορ στην Καρδαμύλη.

 

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Πιο δημοφιλή

Παράδειγμα ευψυχίας και αγάπης για τη ζωή. Ο Αλέξανδρος Ταξιλδάρης μετέτρεψε το κινητικό του πρόβλημα σε ακατάβλητη δύναμη προσφοράς. Μιλάει στο Andro για το νόημα της ζωής, την μετά θάνατον ζωή, τις χαρές και τις λύπες του, αλλά τα όνειρά του για το μέλλον.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Μπορεί να ήταν εκνευριστικό, ειδικά όταν ταξίδευες στην εθνική οδό, όμως το «σύνδρομο του παρμπρίζ» τείνει να εκλείψει σε ανησυχητικό βαθμό. Αιτία και πάλι ο άνθρωπος και ο τρόπος που συμπεριφέρεται στο οικοσύστημα. Κοινώς: την βάψαμε. Γράφει ο Γιώργος Κωνσταντινίδης.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Είναι κάτι παραπάνω από χαζομπαμπάς που χαίρεται με τις επιτυχίες του γιου του. Είναι ο προπονητής και μέντοράς του. Είναι ο άνθρωπος που τον έσωσε από βέβαιο πνιγμό πριν από χρόνια.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Ο γνωστός σεφ του κρητικού εστιατορίου «Χαρούπι», αν και Χανιώτης, γράφει μια ερωτική -σχεδόν- επιστολή προς τη Θεσσαλονίκη.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή
Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Andro