Βλαδίμηρος Κυριακίδης: «Όταν δεν έχεις τίποτα, δεν έχεις και τίποτα να χάσεις!»

Ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης θυμάται την εποχή που, πριν ακόμα γίνει ηθοποιός, κατέβηκε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Αδέκαρος, φιλοξενούμενος φίλων δεξιά και αριστερά, τρώγοντας μόνο ένα καλαμάκι την ημέρα...

 
vk5

«Με ένα πεντακοσάρικο παλιές δραχμούλες κατέβηκα από τη Θεσσαλονίκη. Πού να το φανταζόμουν ότι αυτό το ταξίδι θα κρατούσε μια ολόκληρη ζωή…»

Θολώνει η μνήμη με τα χρόνια, «ξεθωριάζουν» τα γεγονότα –όχι, όμως, όλα, ευτυχώς! Πάντα κάτι ξεμένει στη σαλονοτραπεζαρία των αναμνήσεων, να κρυφοκοιτάζει κάτω από τη φουστάνι της ζωής. Αρκεί να είσαι πρόθυμος να το ανασύρεις ατόφιο και διαυγές, δίχως φτιασίδια και στρογγυλέματα.

Αν νοσταλγώ κάτι από την εποχή της μεγάλης αφραγκίας, αυτό είναι η γύμνια της ανάμνησης. Η γύμνια η δική μου. Το πείσμα μου να επιβιώσω, τα τεχνάσματα της καθημερινότητας, τα ατέλειωτα βήματα στα στενά της Αθήνας με εκείνην την εξόχως αδικαιολόγητη αποφασιστικότητα. Με ένα πεντακοσάρικο παλιές δραχμούλες κατέβηκα από τη Θεσσαλονίκη. Τα έξοδα μιας εβδομάδας για να δω έναν κολλητό. Πού να το φανταζόμουν ότι αυτό το ταξίδι θα κρατούσε μια ολόκληρη ζωή…

Ένα μεσημέρι βλέπω σε ένα περίπτερο την «Αυγή» να έχει «χτύπημα» στο πρωτοσέλιδο για τον «Κλοιό». Δεν είχα μία στην τσέπη, αλλά «καιγόμουν» να δω τι γράφει η κριτική…

Ένα μεσημέρι κι ενώ ήμουν δεν ήμουν δυο-τρεις μέρες στην Αθήνα, μου λέει ο φίλος, «Ρε συ δεν πάμε πρώτα σε ένα κάστινγκ και μετά για καφέ;». «Και δεν πάμε…», απαντώ, και φεύγουμε για το κάστινγκ κάποιου σκηνοθέτη Κουτσομύτη. Άγνωστος τότε ο Κώστας, αναζητούσε ηθοποιούς για τον «Κλοιό». Ενώ περιμένω τον φίλο, βγαίνει κάποια στιγμή ο βοηθός του Κώστα και μου λέει «εσύ, τι περιμένεις, ηθοποιός είσαι;». Λέω «ναι» και πριν σταυρώσω άλλη κουβέντα με προλαβαίνει: «Ε, δεν πας και εσύ μέσα σιγά-σιγά;». Το σκέφτομαι στιγμιαία και καταλήγω «ας πάω, δεν έχω και τίποτα να χάσω». Και όντως δεν έχασα. Διότι τους άρεσα και, από από τύχη έστω, έπαιξα στον «Κλοιό»!

Να ’μαι, λοιπόν, κάτοικος Αθήνας. Αδέκαρος, φιλοξενούμενος φίλων δεξιά και αριστερά, να τρώω ένα καλαμάκι την ημέρα ‒στις καλές, ακόμα ένα το βράδυ. Ένα μεσημέρι (δεν θα το ξεχάσω ποτέ) ξεκίνησα με τα πόδια από τα Εξάρχεια για το Κουκάκι, να επισκεφτώ ένα νέο θεατράκι. Φτάνοντας, βλέπω σε ένα περίπτερο την «Αυγή» να έχει «χτύπημα» στο πρωτοσέλιδο για τον «Κλοιό». Δεν είχα μία στην τσέπη, αλλά «καιγόμουν» να δω τι γράφει η κριτική. Πλησιάζω δειλά-δειλά ως έμπειρος λαθραναγνώστης και ψαχουλεύω δήθεν τυχαία τις σελίδες, μπας και πάρει τίποτα το μάτι μου, ενώ ο περιπτεράς με κοιτάει καλά-καλά. Ξάφνου, περνάει πίσω ένας συνάδελφος ηθοποιός με το μηχανάκι του και μου φωνάζει: «Κουφάλα Κυριακίδη, πιάστηκες τώρα με την ταινία!». Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη σκηνή. Ήταν τόσο κωμικές οι αντιθέσεις της…

vk

Σκηνή από την ταινία του Κώστα Κουτσομύτη «Ο κλοιός» (1987). Ήταν η πρώτη εμφάνιση («έστω και από τύχη») του Βλαδίμηρου Κυριακίδη στο σινεμά.

Όταν δεν έχεις τίποτα, δεν έχεις και τίποτα να χάσεις. Έτσι, με έναν ανεξήγητο τρόπο, ως νέος και άφραγκος μπορεί να κάνεις τρομακτικές «τρέλες», που χρόνια μετά σε οδηγούν στο σημείο να αναρωτιέσαι «Εγώ τα έκανα αυτά;». Για παράδειγμα, ποτέ δεν θα καταλάβω πώς διάβολο βρήκα το θάρρος (ή μάλλον το θράσος) να κάνω το εξής αδιανόητο: Να πάρω τηλέφωνο τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και να του ζητήσω να μου βρει χρηματοδότηση για ένα δικό μου σενάριο, που ήθελα να κάνω ταινία! Μάλιστα, του μίλησα στον ενικό, «Έλα Θόδωρε, είμαι ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης κι έχω έτοιμο ένα σενάριο, δικό μου, να έρθω να τα πούμε;». Και μόνο που το σκέφτομαι σήμερα, ξεκαρδίζομαι, σχεδόν δεν το πιστεύω.

Το πιο φοβερό είναι ότι ο συγχωρεμένος ο Αγγελόπουλος, δέχτηκε να με συναντήσει. Και μάλιστα προσφέρθηκε να μου βρει και σχολή στη Γαλλία για να σπουδάσω σκηνοθεσία. «Πρώτα πρέπει να εκπαιδευτείς και μετά θα συζητήσουμε για το σενάριό σου», μου είχε πει. «Μα δεν έχω λεφτά για να πάω στη Γαλλία…», αντέτεινα και κάπως έτσι το σενάριο έμεινε στο ράφι. Θυμάμαι, φεύγοντας, από το σπίτι του Αγγελόπουλου με κοίταζε καλά-καλά και, πριν βγω απ’ την πόρτα μου λέει ψιλογελώντας: «Δεν ξέρω τι ακριβώς, αλλά είμαι σίγουρος ότι εσύ μια μέρα κάτι θα κάνεις».

Τα χρόνια της αφραγκίας με έμαθαν ένα πράγμα: Φτωχός είσαι μόνο όταν τα πάθη, οι ελευθερίες, οι απολαύσεις σου εξαρτώνται από τους άλλους. Σε κάθε άλλη περίπτωση είναι υγιές να είσαι αδέκαρος ανά εποχές.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top