O Nτέβιντ Μπέκαμ με διαφορετική… στολή εργασίας παραδίδοντας μαθήματα ποδοσφαίρου σε παιδιά στην Κίνα (Φωτογραφία: glamour.com).

Το «κυριλέ» στυλάκι το συνδέουμε συνήθως με μια συλλογή ενδυμάτων κατάλληλη για το εργασιακό περιβάλλον, με «στολές» που φοράμε με συμβατικό τρόπο, κάτι που δεν είναι επιθυμητό. Το κοστούμι δεν θεωρείται ένα είδος μεταμφίεσης, π.χ.;

Συχνά, το formal αντιμετωπίζεται ως κάτι που σου επιβάλλουν, οπότε έχουμε την τάση να αγοράζουμε ρούχα από υποχρέωση, δίχως να το φχαριστιόμαστε, σε πάκα, σε προσφορά, τα οποία πετάμε και μετά ξαναγοράζουμε. Το αποτέλεσμα είναι ένα στυλάκι correct, στο μυαλό κάποιων κομψό, κομμάτι όμως βαρετό, ένα look καθησυχαστικού συντηρητισμού, χωρίς ρίσκο.

Η αυστηρότητα ενός γκρι κοστουμιού μπορεί κάλλιστα να σπάσει συνδυάζοντάς το με μια πλεκτή γραβάτα.

Από την άλλη, το ντεκοντρακτέ ύφος έχει λιγότερους περιορισμούς. Οι κώδικές του είναι πιο ευρύχωροι, αφού εμπνέεται τόσο από τη μουσική σκηνή όσο κι από τον κόσμο του αθλητισμού. Από το παραδοσιακό polo ώς το sweatshirt με τις στάμπες, πρόκειται για ένα στυλ που επιτρέπει υψηλό βαθμό πρωτοτυπίας, αφήνει μεγάλα περιθώρια για να εκφραστείς αντί να κρύβεσαι κάτω από μια στολή. Σπάνια καταχωρείται ως εκλεπτυσμένο, ενώ αντιμετωπίζει τα ίδια προβλήματα διάρκειας. Πόσα T-shirts που δεν φορέσαμε ποτέ έχουμε αγοράσει τα τελευταία χρόνια;

Το πουκάμισο που βάζουμε δεν πρέπει να είναι ούτε ξενέρωτο ούτε υπερβολικά σοφιστικέ. Δεν οφείλει να βγάζει μάτι. Θα πρέπει να είναι δυνατόν να μπορείς να υιοθετήσεις ένα formal look και να νιώθεις καλά στο πετσί σου. Θα πρέπει να είναι δυνατόν να δείχνεις cool μέσα σ’ ένα κοστούμι. Να φοράς ωραία ρούχα, αθάνατα, χωρίς να έχεις ξοδέψει μια περιουσία. Θα πρέπει να είναι δυνατόν να μετατρέψεις το formal σε ντεκοντρακτέ.

Η λύση κατ’ εμέ είναι το formal informal και το ραφινάτο casual. Μπορούν να ταιριάξουν άψογα μαζί. Η αυστηρότητα ενός γκρι κοστουμιού μπορεί κάλλιστα να σπάσει συνδυάζοντάς το με μια πλεκτή γραβάτα. Και τα καλά δερμάτινα παπούτσια χαρίζουν ένα ενδιαφέρον twist σε μια χαλαρή εμφάνιση. Εν προκειμένω, η ιδέα είναι να εντάξεις ένα στυλάτο, ολίγον απρόσμενο, κομμάτι σ’ ένα ντύσιμο σχετικά κωδικοποιημένο. Ώστε να περνάς με άνεση από τη λευκοφορεμένη ροτόντα στον πάγκο του μπαρ.

Η δόμηση ενός προσωπικού βεστιαρίου απαιτεί παιδεία. Και γίνεται σταδιακά.

Η καθημερινή κομψότητα δεν πρέπει να είναι κοπιώδης, αλλά να βγάζει φυσικότητα, να περνάει μέσα από την επιλογή ενός στυλ που μας ταιριάζει, λαμβάνοντας πάντα υπ’ όψιν το κοινωνικό πλαίσιο και την περίσταση. Δεν πας να τρέξεις μαραθώνιο φορώντας εσπαντρίγιες. Είτε πρόκειται για sur-mesure είτε για prêt-à-porter, επιλέγουμε πάντα υφάσματα ποιότητας και κοψίματα που μας κολακεύουν μέσα στα οποία αισθανόμαστε άνετα. Και χρειάζεται να έχουμε την αίσθηση της ισορροπίας και της αρμονίας. Του ρούχου με τον εαυτό μας.

Δεν πρέπει να συγχέουμε την κομψότητα με τον κολλημένο συντηρητισμό. Οι καινοτομίες που αποδεικνύουν την αξία τους, σταδιακά γίνονται αποδεκτές από το Λονδίνο και το Μιλάνο ώς το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη. Μία απ’ αυτές είναι τα τζην, μια άλλη τα Tod’s. Και σίγουρα η δερμάτινη σόλα των παπουτσιών περνάει στην ιστορία. Ωστόσο, η δόμηση ενός προσωπικού βεστιαρίου απαιτεί παιδεία. Και γίνεται σταδιακά. Σαν τη διακόσμηση ενός διαμερίσματος. Διαφορετικά, δεν καταλαβαίνεις τι σου γίνεται.

Δεν πρέπει να συγχέουμε την κομψότητα με τον κολλημένο συντηρητισμό (Τhe Sartorialist.com).

Επιμένω στο θέμα της κουλτούρας. Δεν μαθαίνεις να ντύνεσαι στρώνοντας κώλο σε δικηγορικό γραφείο. Χρειάζεται η οικογενειακή παράδοση, να ξέρεις καλά την ιστορία του κάθε ρούχου. Χρειάζεται να σε έχει κουβαλήσει μαζί του ο ντιλετάντης θείος με το tweed σακάκι, το μπαστούνι και το καβουράκι στα υφασματεμπορικά. Να τον έχεις χαζέψει μικρός πώς σταυρώνει τα πόδια στο καφενείο, τι κάλτσες φοράει, τι παπούτσια, πώς βάζει τα χέρια στις τσέπες και σε ποιες.

Εντέλει, το θέμα έχει ως εξής: Την ώρα που διασχίζεις την πλατεία, να σού ‘ρθει η μπάλα στα πόδια και συ με την κοστουμιά και το χέρι στην τσέπη να τριπλάρεις 2-3 πιτσιρίκια.

Δεν είναι τυχαίο πως το σημείο αναφοράς του πρακτικού ντυσίματος είναι η ενδυματολογία των Εγγλέζων. Αυτοί δημιούργησαν το κλασικό ανδρικό στυλ ή αυτό που ένας Αμερικανός αποκάλεσε «σταθερή μόδα». Το 18ο αι., ενώ η γαλλική αριστοκρατία ζούσε στη βασιλική Αυλή, οι Άγγλοι ομόλογοί τους περνούσαν τον περισσότερο καιρό στα υποστατικά τους στην εξοχή. Η αγαπημένη τους ασχολία ήταν το κυνήγι της αλεπούς κι αυτό απαιτούσε νέο στυλ ντυσίματος. Έτσι, το παλτό κόντυνε, γιατί ήταν εμπόδιο την ώρα της ιππασίας, και τα παντελόνια στένεψαν.

Mόλις το 19ο αι. το χρώμα φεύγει απ’ το κοστούμι. Το γκρίζο και το μαύρο πάει ταμάμ στους λασπωμένους δρόμους της εποχής.

Κι αν αναρωτιέστε, μόλις το 19ο αι. το χρώμα φεύγει απ’ το κοστούμι. Πρέπει να καταλάβουμε ότι, κατά βάση, το στυλ δεν είναι σανσόν κι αρώματα. Υπακούει σε κανόνες πρακτικούς. Το γκρίζο και το μαύρο πάει ταμάμ στους λασπωμένους δρόμους της εποχής, με τον αέρα της πόλης τίγκα απ’ τους καπνούς του κάρβουνου.

Μόνο στην εξοχή γινόταν αντιληπτή η αντίθεση. Οπότε τα χρώματα της φύσης αναπαράγονταν στα ρούχα. Σ’ αυτούς τους gentlemen χρωστάμε τη δημιουργία του σύγχρονου κοστουμιού. Ο φούφουτος που φτιάχνεται στην ιδέα της επίσημης αμφίεσης να ξέρει ότι του την παίξανε: πρόκειται απλώς για τη σκούρα εκδοχή ενός άνετου ρούχου.

Εντέλει, το θέμα έχει ως εξής: Την ώρα που διασχίζεις την πλατεία, να σού ‘ρθει η μπάλα στα πόδια και συ με την κοστουμιά και το χέρι στην τσέπη να τριπλάρεις 2-3 πιτσιρίκια προτού σκοράρεις και το πανηγυρίσεις. Να βολτάρεις στην παραλία με blazer, για να καταλήξεις στο ουζερί στην ακροθαλασσιά αφήνοντας το ψαθάκι σου ξεφυσώντας πάνω στο τραπέζι. Οι ταβερνιάρηδες έχουν τη μυστηριώδη ικανότητα να αντιλαμβάνονται ποιοι είναι οι πούροι και ποιοι οι δήθεν, με αποτέλεσμα εσύ να φας τη φρεσκότερη ψαρούκλα, ενώ ο ψευτοκυριλάτος τα δολώματα.

 

Διαβάστε ακόμα: Πώς φοριέται η ζακέτα (για να μην είναι ξενέρωτη).

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top