Ελισσαίος Βλάχος: «Το μηχανιλίκι το ένιωθα σαν αβαρία, ήθελα μόνο το θέατρο»

Η εμπειρία της παράστασης «Βόυτσεκ» και η μεγάλη απόφασή του να αλλάξει ζωή και να ανέβει στο σανίδι αφήνοντας πίσω τις σπουδές του. Ο Ηθοποιός Ελισσαίος Βλάχος συστήνεται στο Andro.

 

«Την ενασχόλησή μου με το θέατρο την ξεκίνησα όταν μπήκα στο Πολυτεχνείο να σπουδάσω Χημικός Μηχανικός».

– Έχετε δημιουργήσει μια θεατρική ομάδα, την «ομάδα Ξανθίας». Πώς πήρε το όνομά της και τι εκπροσωπεί η ομάδα αυτή;
Ξανθίας ονομάζεται ο υπηρέτης του Διονύσου στους Βατράχους του Αριστοφάνη. Θεωρώ αυτόν τον ρόλο μια αρχετυπική μορφή της κωμωδίας. Της λαϊκής κωμωδίας. Εξ αρχής είχαμε την πρόθεση να καταπιαστούμε με τη λαϊκή κωμωδία και το λαϊκό θέατρο. Το θέατρο όπου οι θεματικές του, οι ήρωές του, καθώς και οι αποδέκτες του είναι οι άνθρωποι που χωρίς αυτούς δεν θα υπήρχε Ιστορία, αλλά η ιστορία σπανίως θα γράψει για αυτούς.

– Γιατί επιλέγετε κλασικά κείμενα, συνήθως 19ο αιώνα;
Είναι μια εποχή που οι συγγραφείς αρχίζουν να αποτυπώνουν το εδώ και τώρα της εποχής τους, που ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται πια για ρομαντικές ιστορίες και καταστάσεις ιδεατές και στην πράξη ξένες με τη ζωή του. Για μας είναι μια ευκαιρία να βρούμε ρίζες, ιδίως όταν μιλάμε για κείμενα της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας.

«Είναι η πρώτη φορά που καταπιανόμαστε ως ομάδα με το κείμενο ενός ξένου συγγραφέα».

– Γιατί επιλέξατε να καταπιαστείτε με ένα από τα δυσκολότερα στοιχήματα του σύγχρονου κλασικού Θεάτρου: το έργο Βόυτσεκ;
Θα τολμούσα να πω και από άγνοια. Ένα πολύ γοητευτικό, ελλειπτικό κείμενο, με έναν αντι-ήρωα, που κινείται και σε ένα οριζόντιο κοινωνικό επίπεδο και ένα κάθετο εσωτερικό τοπίο. Σε γοητεύει να καταπιαστείς, αλλά παρότι το έχεις διαβάσει, δεν αντιλαμβάνεσαι τις δυσκολίες του παρά μόνο όταν σκύψεις με συστηματική δουλειά πάνω του.

Ο «Βόυτσεκ» είναι ένα σχολείο για όλους τους συντελεστές μιας θεατρικής παράστασης.

– Πώς δουλέψατε ως ομάδα, και σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη Κώστα Παπακωνσταντίνου, για τη διαμόρφωση της παράστασης; Αλλάζει μορφή το εγχείρημα στη φάση της υλοποίησης;
Για μια ακόμη φορά με τον Κώστα, ξεκινήσαμε διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το κείμενο. Δουλέψαμε πάνω σε μια καινούρια μετάφραση και δραματουργική σύνθεση των σκηνών από τον ποιητή Αλέξιο Μάινα και είχαμε την τύχη να τον έχουμε μαζί μας σε αρκετές πρόβες στο ξεκίνημα, και να μπορούμε να συζητάμε, να λύνουμε απορίες και να ανοίγουμε οπτικές πάνω στο κείμενο. Ταυτόχρονα ο Κώστας σε συνεργασία με την κινησιολόγο Κατερίνα Γεβετζή, δούλευε στο δέσιμο του συνόλου και στην αναζήτηση μιας κινησιολογικής φόρμας που θα μας βοηθούσε να ενώσουμε πρακτικά και δραματουργικά τις πολλές (28! στη δραματουργία του Αλ. Μάινα) σκηνές του έργου. Αρκετά αργότερα, σε σχέση με παλιότερες παραστάσεις, ξεκίνησε η υποκριτική δουλειά. Και φυσικά όσο προχωράγαμε, άλλαζαν πράγματα. Είναι μια ζωντανή διαδικασία. Ένας ζωντανός οργανισμός, που κάθε τι που προστίθεται ή αφαιρείται, απαιτεί καινούριες ισορροπίες.

–  Τι είναι διαφορετικό αυτή τη φορά σε σχέση με άλλες παραστάσεις σας;
Είναι η πρώτη φορά που καταπιανόμαστε ως ομάδα με το κείμενο ενός ξένου συγγραφέα. Η ομάδα έχει δραματοποιήσει τους «Χαλασοχώρηδες» του Παπαδιαμάντη, τη «Μαζώχτρα» του Αργύρη Εφταλιώτη και το διήγημα «Αυτόχειρ» του Μιχαήλ Μητσάκη. Υπάρχει μια αγάπη για τη λογοτεχνία και για το πώς μετατρέπεται η λογοτεχνική αφήγηση σε θεατρική. Φέτος, μαζί με τον Βόυτσεκ, υλοποιήσαμε και μια ακόμη παραγωγή δραματοποιώντας το διήγημα «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως» του Γεωργίου Βιζυηνού στη Μουσική Βιβλιοθήκη του Μεγάρου Μουσικής. Έτσι, μέχρι τώρα οι δουλειές μας αντλούσαν το υλικό τους από τη Νέα Ελληνική Λογοτεχνία. Τώρα είχαμε ένα κείμενο γραμμένο, έστω και ημιτελές, εξαρχής για το θέατρο.

«Το περιβάλλον μου αντιμετώπισε την απόφασή μου να ασχοληθώ με το θέατρο με σκεπτικισμό, αλλά δεν με εμπόδισε».

– Τι θα συμβουλεύατε μια άλλη ομάδα που θα ήθελε να ανεβάσει «Βόυτσεκ»;
Να το τολμήσει, γιατί είναι ένα σχολείο για όλους τους συντελεστές μιας θεατρικής παράστασης. Και να βουτήξει στο κείμενο, που σου αποκαλύπτει συνέχεια πράγματα.

– Σε ποιο σημείο της ζωής σας και γιατί επιλέξατε το Θέατρο ως την τέχνη που θα υπηρετούσατε; Ήταν μια αλλαγή ρότας; Ποιες ήταν οι αντιδράσεις του στενού περιβάλλοντος στην επιλογή σας να πορευθείτε ως ηθοποιός;
Την ενασχόλησή μου με το θέατρο την ξεκίνησα όταν μπήκα στο Πολυτεχνείο να σπουδάσω Χημικός Μηχανικός. Εκεί μπλέχτηκα με τη θεατρική ομάδα του Ε.Μ.Π., έμαθα να λειτουργώ στο πλαίσιο μιας ομάδας και έμαθα να κάνω τα πάντα που μπορεί να σχετίζονται με το ανέβασμα μιας παράστασης. Μου πήρε οκτώ χρόνια για να αποφασίσω να πάω σε Δραματική Σχολή και να σπουδάσω Υποκριτική. Παρά την αναποφασιστικότητά μου, το τι ήθελα να κάνω είχε ξεκαθαρίσει μέσα μου. Το μηχανιλίκι το ένιωθα σαν αβαρία, ενώ στη θεατρική ομάδα έτρεχα με ενθουσιασμό. Το περιβάλλον μου αντιμετώπισε την απόφασή μου με σκεπτικισμό, αλλά δεν με εμπόδισε.

«Θα ήθελα να μου δοθεί η ευκαιρία να εμπλακώ με ρόλους που θα με ξεκουνήσουν από τις ευκολίες μου».

– Τι σημαίνει η υποκριτική ως επάγγελμα στις μέρες μας; Το να είναι κανείς «θεατράνθρωπος» διαφέρει από άλλα επαγγέλματα;
Κάθε επάγγελμα έχει υπέρ και κατά. Είναι πολύ ωραίο να αγαπάς το επάγγελμά σου και σίγουρα προσφέρει συγκινήσεις, εναλλαγές, γνωριμίες. Είσαι συνέχεια στο κυνήγι της επόμενης δουλειάς. Δουλεύεις βράδια και Κυριακές, είσαι σε αντίθετη κίνηση με τον περισσότερο κόσμο, και δυστυχώς υποαμοίβεσαι, οπότε είσαι αναγκασμένος να κάνεις τρία πράγματα ταυτάχρονα. Κατά τα άλλα δεν είμαστε κάτι ξεχωριστό. Είμαστε κομμάτι αυτής της κοινωνίας.

«Χωρίς τον θεατή δεν έχουμε θέατρο. Δεν μπορείς να μην τον λάβεις υπόψη».

– Εκτός από την προφανή κειμενική και κινησιολογική εγρήγορση που έχει ένας ηθοποιός επί σκηνής, τι άλλο συμβαίνει μέσα του; Πώς θα περιγράφατε την εμπειρία του «παιξίματος» μπροστά σε κόσμο από την εσωτερική της οπτική, αυτήν του ηθοποιού;
Νομίζω πως είναι από τα πράγματα που βιώνονται και δύσκολα περιγράφονται. Μόνο κάτι γενικό μπορώ να πω, που μπορεί κάποιος να το έχει νιώσει στο δικό του πεδίο δραστηριοτήτων. Πρέπει να γνωρίζεις πολύ καλά αυτό που έχει συμφωνηθεί να κάνεις και να πεις, να είσαι πολύ συγκεντρωμένος σ’ αυτό, και ταυτόχρονα να έχεις όλες τις κεραίες ανοιχτές για αυτό που συμβαίνει ζωντανά, την κάθε μέρα και την κάθε στιγμή, για να το αρπάξεις, να μην το αφήσεις να πέσει κάτω.

– Ποιον ρόλο θα θέλατε να παίξετε και ποιον θα αποφεύγατε αν σας τον πρότειναν;
Δεν είναι κάποιος συγκεκριμένος. Θα ήθελα να μου δοθεί η ευκαιρία να εμπλακώ με ρόλους που θα με ξεκουνήσουν από τις ευκολίες μου. Που θα με κάνουν να νιώσω άβολα. Πρωτίστως όμως με ενδιαφέρουν οι υγιείς συνεργασίες και μετά οι ρόλοι.

– Στην Αθήνα υπάρχουν πάμπολλες, ιδίως μικρές, θεατρικές σκηνές και ανεβαίνουν εκατοντάδες παραστάσεις τον χρόνο. Πώς βλέπετε το φαινόμενο αυτό;
Μεγάλη ανάγκη για έκφραση! Φανταστείτε να ήταν και ένα επάγγελμα καλά αμοιβόμενο. Δεν θα βρίσκαμε θεατές. Θα ήταν όλοι επί σκηνής ή θα κάναν πρόβες.

– Ο θεατής τι ρόλο παίζει κατά τη γνώμη σας; Τι μπορεί να ζητήσει ο κόσμος από αυτούς που κάνουν θέατρο σήμερα;
Χωρίς τον θεατή δεν έχουμε θέατρο. Δεν μπορείς να μην τον λάβεις υπόψη. Θα ήταν αυνανιστικό. Αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να του κάνεις τα γούστα. Αλλά σε ενδιαφέρει η αντίδρασή του. Μετακινήθηκε; Συγκινήθηκε; Προβληματίστηκε; Ξεβολεύτηκε; Γέλασε; Θύμωσε; Τον πήρε ο ύπνος; Ο κόσμος ζητάει κυρίως μέσα από την αποδοχή ή την απόρριψη. Όχι ρητά. Σπανίως. Βασικά μέσα από την προσέλευση ή όχι. Ακόμα και σε αυτό που λέμε εμπορικό θέατρο. Κάτι σημαίνουν τα πολλά εισιτήρια. Ασχέτως αν εμείς θα βάζαμε ως πρώτο στόχο την εμπορική επιτυχία. Σίγουρα πάντως ο κόσμος εκπαιδεύεται γύρω από μια τέχνη, όπως εκπαιδεύεται στα γράμματα, στα αθλήματα και όπου αλλού. Αυτό είναι μέριμνα πολιτειακή. Είτε κεντρικά, είτε αυτοδιοικητικά, είτε μέσα από μικρότερους φορείς. Θέτονται άξονες, ξεκινάει η δουλειά και ο κόσμος το αγκαλιάζει ή το απορρίπτει. Για να γυρίσει ο ήλιος, σίγουρα θέλει δουλειά πολλή.

 

// Ο Ελισσαίος Βλάχος παίζει στην παράσταση «Βόυτσεκ» της ομάδας Ξανθίας στο Θέατρο Σημείο (σκηνοθεσία Κώστας Παπακωνσταντίνου). Η παράσταση παίζεται Παρ./Σαβ. 21:00 και Κυρ. 20:00, έως 21.4.2019

Φωτογραφίες: Νίκος Βαρδακαστάνης

INFO

Θέατρο Σημείο, Χαριλάου Τρικούπη 4, (Καλλιθέα πίσω από το Πάντειο Πανεπιστήμιο).
ΒΟΫΤΣΕΚ
Ημέρες και ώρες παραστάσεων:
Παρασκευή- Σάββατο 21.00, Κυριακή 20.00
Έως 21.4.2019

 

 

Διαβάστε ακόμα: Takis, ο τελευταίος Τζεντάι.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Πιο δημοφιλή

Αυτές είναι πέντε από τις πιο πολύτιμες συμβουλές («ένα απόσταγμα σοφίας») του Άντονυ Μπουρνταίν προς όσους θέλουν πραγματικά να γίνουν σεφ. Μέσα από το βιβλίο του «Κουζίνα Εμπιστευτικό», με αφορμή τον ένα χρόνο σήμερα από όταν επέλεξε να φύγει απ’ τη ζωή.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Ο κορυφαίος σύγχρονος ταξιδιωτικός συγγραφέας αφηγείται μια συνάντησή του, τον Μάιο του 1993, με έναν περιπλανώμενο άγιο της Ινδίας στα Ιμαλάια. Εκεί όπου συνέλαβε την ιδέα για το βιβλίο του «Ιερή Ινδία», που εκδόθηκε το 2009 –πριν από δέκα χρόνια.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Υποδεχόμαστε την πρώτη μέρα του καλοκαιριού με δέκα από τα ωραιότερα –και πιο αντιπροσωπευτικά– νεοελληνικά ποιήματα του είδους. Μαζί με μουσικές στο πνεύμα της εποχής.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή

Η ποίηση στα χρόνια της κρίσης, μέσα από ανέκδοτη δουλειά των πιο ταλαντούχων νέων ποιητών μας.

Andro Ο Άνδρας από την αρχή
Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close

Andro