O Ρόθκο ζωγράφιζε μεγάλους καμβάδες θέλοντας να γίνει οικείος και ανθρώπινος (davidcharlesfox.com).

    Στρώσεις χρωμάτων, βύθιση μέσα σε πορτοκαλί, κίτρινα, μπλε ή κόκκινα πεδία. Πολύμορφες συνθέσεις από τις οποίες λείπουν οι ανθρώπινες μορφές, καίτοι με κάποιο αδιόρατο τρόπο περιέχονται. Μπορούν να γραφτούν (και έχουν ήδη γραφτεί) χιλιάδες λέξεις για το αν η ζωγραφική της τελευταίας περιόδου του Μαρκ Ρόθκο (γεννήθηκε σαν σήμερα 25 Σεπτεμβρίου 1903) συνιστά τέχνη ή απάρνησή της.

    Συγχρόνως, αν θεωρείται αποτέλεσμα εσωτερικής διεργασίας που αποτυπώθηκε στον καμβά ή ένα πείραμα που κατέληξε σε ορθογώνια αρχέτυπα. Κι όμως, όποιος προσπαθήσει να ζωγραφίσει κάποιον πίνακα του Ρόθκο (ακόμη κι έναν μονόχρωμο) θα καταληφθεί, αίφνης, από την αδυναμία της έκφρασης.

    Αυτά τα πολύμορφα σχέδια που έμελλαν να αποτελέσουν την καλλιτεχνική υπογραφή του, είναι αποτέλεσμα μιας ολόκληρης διαδικασίας ωρίμανσης. Δεν ξεκίνησε ζωγραφίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο καίτοι πάντα βρισκόταν στην περιοχή του αφηρημένου εξπρεσιονισμού (ακατάτακτος, γενικώς).

    Στις αρχές του 1949 παρουσίασε αυτά τα έργα στην Πινακοθήκη Betty Parsons. O κριτικός Χάρολντ Ρόζενμπεργκ θα μιλήσει για «αποκάλυψη». Μάλλον, κάπως έτσι θα πρέπει να του γεννήθηκαν και στο μυαλό: με την κρουστική δύναμη μιας αποκάλυψης, ενός οράματος.

    Σκοπός του ήταν να τυλιχθεί ο θεατής μέσα στους μεγάλων διαστάσεων πίνακές του.

    Το πρώτο πολύμορφό του το ζωγράφισε απομονωμένος στο σπίτι του στο East Hampton στο Long Island. O Ρόθκο βρισκόταν σε μια κατάσταση ψυχικής αναταραχής που έφτανε στα όρια της κατάθλιψης. Τον Οκτώβριο του 1948 είχε πεθάνει η μητέρα του, Κέιτ, βυθίζοντάς τον στη θλίψη.

    Ακόμη και σήμερα γίνονται μελέτες για τον τρόπο που ζωγράφιζε (davidcharlesfox.com).

    Οταν τελείωσε τον πρώτο πίνακα αυτής της νέας σύλληψης κάλεσε στο σπίτι του λίγους επιλεγμένους φίλους του, συμπεριλαμβανομένου και του Ρόζενμπεργκ. Οι αντιδράσεις τους τον έκαναν να αναθαρρήσει.

    Ο ίδιος έβλεπε τα ορθογώνιά του να μοιάζουν να θέλουν να ενωθούν με το έδαφος, συγκεντρώνοντας όλη την ουσία του χρώματος. Κι άλλες φορές, διέβλεπε ένα οπτικό τρεμόπαιγμα, ένα παιχνίδισμα μεταξύ των χρωμάτων: το πράσινο να εισχωρεί στο ματζέντα, το μαύρο να συμφιλιώνεται με το πορτοκαλί.

    Για τα επόμενα χρόνια θα ζωγραφίζει αποκλειστικά σε λάδι και μόνο σε μεγάλους κάθετους καμβάδες. Σκοπός του ήταν να τυλιχθεί ο θεατής μέσα στους μεγάλων διαστάσεων πίνακές του. Υπήρξαν κριτικοί της εποχής του που αντέτειναν πως το μέγεθος των καμβάδων του ήταν μια προσπάθεια του Ρόθκο να αντισταθμίσει την έλλειψη ουσίας εντός τους.

    Εκείνος απαντούσε: «Καταλαβαίνω πως ιστορικά οι μεγάλοι πίνακες είναι ταυτισμένοι με κάτι μεγαλοπρεπές και πομπώδες. Ο λόγος που ζωγραφίζω έτσι είναι επειδή θέλω να είμαι πολύ οικείος και ανθρώπινος. Το να ζωγραφίζεις μια μικρή εικόνα είναι σαν να βγάζεις τον εαυτό σου εκτός της εμπειρίας σου. Σαν να βλέπεις μια εμπειρία ως μια στερεοτυπική άποψη ή με ένα αναγωγικό γυαλί. Ωστόσο, όταν ζωγραφίζεις μια μεγάλη εικόνα, στην ουσία είσαι μέσα σ’ αυτήν».

    Πρότεινε, δε, στους θεατές του να στέκονται μόλις πενήντα εκατοστά από τους πίνακες του έτσι ώστε να βιώσουν μια αίσθηση οικειότητας, καθώς και δέος. Μια υπέρβαση του ατόμου, όπως και τη δύναμη του άγνωστου να τους τυλίγει.

    Καθώς ο Ρόθκο γινόταν ευρέως γνωστός, άρχισε να γίνεται ολοένα και και πιο προστατευτικός μετά έργα του, απορρίπτοντας πολλές πιθανές σημαντικές ευκαιρίες για πωλήσεις ή εκθέσεις. Έλεγε μονίμως: «Ένας πίνακας ζει με τη συντροφικότητα, επεκτείνεται και επιταχύνεται στα μάτια του ευαίσθητου παρατηρητή. Πεθαίνει με τον ίδιο τρόπο. Πολύ συχνά πρέπει να αφαιρείται το έργο από τα μάτια των χυδαίων και των ανίκανων να καταλάβουν».

    Σύμφωνα με τον Ρόθκο, τα έργο των νεωτεριστών είναι επηρεασμένα από την πρωτόγονη τέχνη και θα μπορούσαν να συγκριθούν με αυτά των παιδιών.

    Αν και τα πρώτα του έργα ανήκουν στον αφηρημένο εξπρεσιονισμό, στην πραγματικότητα είναι ακατάτακτος (davidcharlesfox.com).

    Οι πίνακες του τείνουν προς την πνευματικότητα, προς μιαν υπαρξιακή εμπειρία, αλλά και μια πλέρια ταύτιση με μιαν αυθεντική παιδικότητα. Αγαπούσε τις ζωγραφιές των παιδιών, τις μελετούσε. Δεν είναι τυχαίο ότι το 1936 άρχισε να γράφει ένα βιβλίο που δεν κατάφερε να ολοκληρώσει ποτέ, στο οποίο ήθελε να καταδείξει τις ομοιότητες στα έργα των σύγχρονων ζωγράφων με τις παιδικές ζωγραφιές.

    Σύμφωνα με τον Ρότκο, τα έργα των νεωτεριστών είναι επηρεασμένα από την πρωτόγονη τέχνη και θα μπορούσαν να συγκριθούν με αυτά των παιδιών. «Η παιδική τέχνη μεταμορφώνεται σε πρωτογονισμό. Το παιδί παράγει μια μίμηση του εαυτού του». Από νωρίς τέθηκε στην χάρη του χρώματος. Γι’ αυτόν ήταν το σημαντικότερο σε μια ζωγραφική σύλληψη. Κάτι που θα φανεί στην ώριμη περίοδό του.

    Μεταξύ του πρώιμου primitive στιλ, των παιχνιδιάρικων αστικών σκηνών, και του μετέπειτα στυλ του με υπερβατικά χρωματικά πεδία, μεσολάβησε μια μακρά περίοδος μετάβασης. Αυτή η εξέλιξη χαρακτηρίστηκε από δύο σημαντικά γεγονότα στη ζωή του: την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την ανάγνωση του Φρίντριχ Νίτσε, από τον οποίο γοητεύτηκε.

    Τα χρώματά του εκφράζουν ενέργεια και έκσταση. Γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’50 άρχισε να χρησιμοποιεί περισσότερο σκούρο μπλε και πράσινο, δείγμα του αυξανόμενου σκοταδιού που είχε καταλάβει την προσωπική του ζωή.

    Στις 25 Φεβρουαρίου 1970, ο βοηθός του τον βρήκε νεκρό στο πάτωμα της κουζίνας. Είχε αυτοκτονήσει.

    Για την μέθοδό του έχουν γραφτεί πολλά: πώς άπλωνε το χρώμα στον καμβά, ακόμη και με ποια ταχύτητα έκανε τις πινελιές του. Με την απουσία εικονιστικής αναπαράστασης, το δράμα που υπάρχει στον ύστερο Ρότκο το συναντάμε στην αντίθεση των χρωμάτων, που ακτινοβολεί το ένα το άλλο. Οι πίνακές του είναι σαν μουσική φούγκα: κάθε παραλλαγή αντισταθμίζεται η μια την άλλη, αλλά όλες υπάρχουν σε μια αρχιτεκτονική δομή.

    Το παιδί που γεννήθηκε με το όνομα Markus Yakovlevich Rothkowitz στην πόλη Daugavpils της Λετονίας, μετοικώντας στις ΗΠΑ μετoτονομάζεται σε Rothko θέλοντας να αποτινάξει από πάνω του κάθε στοιχείο που δηλώνει εβραϊκότητα. Φοβόταν πως ο αντισημιτισμός που έπληττε τα χρόνια του ναζισμού την Ευρώπη θα τον κυνηγούσε και στις ΗΠΑ. Ο φόβος ήταν σύμφυτος με τη ζωή του.

    Ta σκούρα μπλε και πράσινα δείχνουν την ψυχική του καταβύθιση (easyart.com).

    Στις αρχές του 1968, διαγνώστηκε ότι πάσχει από ανεύρυσμα αορτής. Παρά τις απαγορεύσεις των γιατρών του συνέχιζε να πίνει, να καπνίζει και να τρώει ακατάστατα. Αναγκάστηκε μόνο να ζωγραφίζει πίνακες σε μικρότερη κλίμακα. Ο γάμος του πήγαινε κατά διαβόλου, με αποτέλεσμα το 1969 να πάρει διαζύγιο από την γυναίκα του, Μελ. Μετακομίζει στο στούντιό του, και στις 25 Φεβρουαρίου 1970, ο βοηθός του τον βρίσκει νεκρό στο πάτωμα της κουζίνας.

    Είχε κόψει μια αρτηρία στον δεξί του χέρι με ξυράφι, αφού προηγουμένως είχε πάρει ισχυρή δόση βαρβιτουρικών. Δεν άφησε σημείωμα που να εξηγεί γιατί αποφάσισε να αυτοκτονήσει. Ήταν μόλις 66 ετών. Την ίδια ημέρα τα έργα του από τη σειρά Seagram Murals μόλις είχαν φτάσει στο Λονδίνο όπου θα φιλοξενούνταν από την Tate Gallery.

     

    Διαβάστε ακόμα: Με την κάμερα του Ορχάν Παμούκ – το ανεπανάληπτο πορτοκαλί φως της Πόλης

     

     

     

    x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

    Button to top