«Το βανάκι της ΧΑΝΘ, ο Όμηρος και οι απαγγελίες της μάνας μου»

Ο συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης διηγείται πώς, με τις απαγγελίες της μάνας του, αισθάνθηκε μικρός πρώτη φορά «τη βαθιά συγκίνηση, τον συγκλονισμό που προκαλεί η ποίηση, η μεγάλη λογοτεχνία».

 

«Νομίζω ότι μάλλον και πιο πολύ με καθόρισε από μικρόν ο Όμηρος. Με τις απαγγελίες της μάνας μου αισθάνθηκα πρώτη φορά την υπέρτατη δύναμη του μύθου, της αφήγησης», γράφει ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης. (Φωτογραφία: Γιώργος Πούπης).

Δεν ξέρω αν το να υποστηρίζεις πως κάποιο βιβλίο σού άλλαξε τη ζωή είναι μια επινόηση, μια φτιαχτή μνήμη, μια πόζα, ή μια αλήθεια. Έπειτα, η ζωή σου δεν αλλάζει τόσο εύκολα, εκτός κι αν είχες τη ροπή από πριν, ήσουν έτοιμος, είχες την κλίση να πορευτείς προς κάποια κατεύθυνση κι ένα βιβλίο, ή δύο, ή τρία, σου έδωσαν μια ώθηση, ή αποτέλεσαν κάποιου είδους καμπή.

Πάντως, απ’ όσο θυμάμαι και με βάση το ότι η μνήμη ίσως τα νοθεύει όλα, από τα πρώτα βιβλία που μ’ εντυπωσίασαν ήταν «Το Κόκκινο και το Μαύρο» του Σταντάλ  και «Ο Φιλαράκος» του Γκύ Ντε Μωπασσάν. Τα δανειζότανε η μητέρα μου από την κινητή βιβλιοθήκη της ΧΑΝΘ, ένα βανάκι που ερχότανε κάθε βδομάδα στη γειτονιά μας.

«Τα βιβλία τα δανειζότανε η μητέρα μου από την κινητή βιβλιοθήκη της ΧΑΝΘ, ένα βανάκι που ερχότανε κάθε βδομάδα στη γειτονιά μας».

Από εκείνο το βανάκι διάβασα και Καζαντζάκη, Καραγάτση και άλλους – αλλά νομίζω ότι από πριν είχα επηρεαστεί βαθιά από την ίδια τη μάνα μου, που απάγγελνε από στήθους όλο τον Όμηρο, κυρίως την «Ιλιάδα». Την άκουγα, μικρός, κι έκλαιγα, ιδίως στο σημείο όπου ο Πρίαμος επισκέπτεται τη σκηνή του Αχιλλέα να τον παρακαλέσει να του δώσει πίσω το νεκρό σώμα του γιού του Έκτορα, θυμίζοντάς του πως κι εκείνος, ο Αχιλλέας, είχε έναν πατέρα που τον περίμενε: «Θυμήσου παλικάρι μου τον γέρο σου πατέρα, ίσως κι αυτόν να τυραννούν άλλοι γειτόνοι γύρω, και να μην έχει συντροφιά να ζει με την ελπίδα να δει τον λατρευτό του γιο. Μ’ αλίμονο σε μένα, όπου έχασα τόσα παιδιά. Και το καλύτερό μου τα χέρια σου το αφάνισαν…». Θυμάμαι ότι απάγγελνε ακόμα και Γρυπάρη, Ζαλοκώστα («Ο βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει»), Λάμπρο Πορφύρα, την ιστορία της Κασσιανής και άλλα.

«Η μάνα μου απάγγελνε από στήθους όλο τον Όμηρο, κυρίως την ‘‘Ιλιάδα’’. Την άκουγα, μικρός, κι έκλαιγα».

Δεν θυμάμαι πολύ τα παραμύθια που διάβαζα. Αλλά μετά με συνέπαιρναν τα Κλασσικά Εικονογραφημένα, ο Μικρός Ήρως, τα Μίκυ Μάους, τα αστυνομικά, τα ερωτικά περιοδικά (Καρδιοχτύπι κ.λπ.), ο Πιτιγκρίλι και, βεβαίως, η καλή, βαριά λογοτεχνία.

Όσο μεγάλωνα τόσο και διάβαζα συχνότερα, με αυξανόμενο πάθος. Στην εφηβεία μου ήξερα απέξω πολλά ποιήματα του Ελύτη, του Σεφέρη και του Ρίτσου. Και διάβαζα Σαρτρ, γενικά ξένους, αλλά και Έλληνες, Σολωμό, Παπαδιαμάντη, Ροΐδη – γύρω στα δέκα οχτώ αγάπησα και μερικούς Θεσσαλονικείς, τον Πεντζίκη, τον Ιωάννου, τον Καζαντζή.

Πάντως νομίζω ότι μάλλον και πιο πολύ με καθόρισε από μικρόν ο Όμηρος, δηλαδή οι απαγγελίες της μάνας μου. Τότε αισθάνθηκα πρώτη φορά, ή, ένιωθα κάθε φορά, τη μεγάλη, βαθιά συγκίνηση, τον συγκλονισμό που προκαλεί η ποίηση, η μεγάλη λογοτεχνία. Την υπέρτατη δύναμη του μύθου, της αφήγησης.

 

//Το τελευταίο βιβλίο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Casa Μπιάφρα» κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2019 από τις Εκδόσεις Πατάκη.

 

Διαβάστε ακόμα: Γιώργος Σκαμπαρδώνης – «Κάποτε στη ΔΕΘ».

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close