Δυο φίλοι στις ίδιες πόλεις

Ο συγγραφέας Κώστας Θ. Καλφόπουλος και ο ηθοποιός Ακύλλας Καραζήσης καλύπτουν (με την όπισθεν της μνήμης) τη διαδρομή Χαϊδελβέργη-Αμβούργο-Αθήνα-Θεσσαλονίκη, όπου σφυρηλατήθηκε μια «συνενοχική» φιλία 39 χρόνων.

 
kalfopoulos-karazisis3

Ο Ακύλλας Καραζήσης και ο Κώστας Θ. Καλφόπουλος (από αριστερά) φωτογραφημένοι στη βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου Γκαίτε –σε ανάμνηση της φιλίας τους που ξεκίνησε στη Γερμανία.

Κώστας Θ. Καλφόπουλος: Ο Καραζήσης (σε τέσσερα ενσταντανέ)

Δεν θυμάμαι πότε συνάντησα για πρώτη φορά τον Ακύλλα Καραζήση στη Χαϊδελβέργη (Σεπτέμβριος ή Οκτώβριος του 75), θυμάμαι όμως κι εγώ τη συνάντησή μας στο ιστορικό Kakaobunker, ένα απογευματινό καταφύγιο «μοναχικών καρδιών» που είχε ζεστή σοκολάτα και ψωμάκια με σφιχτό αυγό κομμένο σε φέτες, στο υπόγειο του παλιού κτηρίου του Πανεπιστημίου, σε μια Γερμανία που θαρρείς πως έβγαινε μέσα από πλάνα του Φασμπίντερ, στον «Έμπορο των Τεσσάρων Εποχών» ή κάτι τέτοιο. Όμως, δεν κάθησε «σχεδόν αμέσως μαζί μας η Jeanette», τον βρήκα να είναι «μαζί με τη Jeanette». Είναι το κορίτσι που θα πρωταγωνιστήσει στην ύστερη εφηβεία μας, στη ζωή και τα γραπτά μας, που έπαιζε φλίππερ σαν ήρωας του «Οργισμένου Βαλκάνιου», μιλούσε καλά γαλλικά, αλλά «γερμανικά με ελληνική προφορά». Όμως, όχι, δεν θα «μπορούσαμε, ερήμην μας, να παίξουμε» το «Les Enfants du Paradis», γιατί, απλούστατα, (θα) ξαναζούσαμε, χωρίς τη θέλησή μας, το «Jules et Jim»…

Ο Καραζήσης, τότε, ήταν στην ΚΝΕ. Τον κυνηγούσε η οργάνωση, διότι παρεξέκλινε διαρκώς από τη γραμμή: πολιτικά, προσωπικά, αισθητικά, διαισθητικά. Έκανε παρέα με Ρηγάδες, «ανεξάρτητους» και διάφορους Γερμανούς, έπαιζε κιθάρα –και πάντα περίμενα να «πιάσει» τη «Θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη» («Τη νύχτα αυτή η αστυνομία μάζεψε τους αλήτες απ’ το πάρκο…)–, δεν έπαιζε όμως καθόλου καλό φλίππερ ούτε καν ποδόσφαιρο ή πρέφα κι ούτε είχε ποδήλατο. Ξεκινήσαμε μαζί στη Νομική και πηγαίναμε στο Seminar, να διαβάσουμε μαζί με μια ξανθιά Γερμανιδούλα, την Astrid, όμως ούτε μ’ εκείνη ούτε με την επιστήμη τα φτιάξαμε. Ύστερα, σπούδαζε Πολιτική και Ιστορία και διάβαζε σημαντικούς γερμανούς ιστορικούς και κοινωνιολόγους, που το ’68 τούς είχε διαγράψει, όπως τον Βέρνερ Ζόμπαρτ («Ο Αστός) ή τον Όσβαλντ Σπένγκλερ («Η Παρακμή της Δύσης»). Μας γοήτευε η RAF (κυρίως η Μάινχοφ), κι αγαπήσαμε το βιβλιοπωλείο του Μπούργκχαρντ, τις (χωριστές) βόλτες στον Νέκαρ, την Panoramastrasse, the long and winding road, that leads to her door…

Ο Κώστας Θ. Καλφόπουλος και ο Ακύλλας Καραζήσης φωτογραφημένοι –σε ανάμνηση της φιλίας τους, που ξεκίνησε στη Γερμανία– στη βιβλιοθήκη του Ινστιτούτου Γκαίτε.

«Στη Χαϊδελβέργη (Σεπτέμβριος του 75;), στο ιστορικό Kakaobunker, δεν κάθησε ”σχεδόν αμέσως μαζί μας η Jeanette”, τον βρήκα να είναι ”μαζί με τη Jeanette”. Είναι το κορίτσι που θα πρωταγωνιστήσει στην ύστερη εφηβεία μας, στη ζωή και τα γραπτά μας, που έπαιζε φλίππερ σαν ήρωας του ”Οργισμένου Βαλκάνιου”». (Κώστας Θ. Καλφόπουλος)

Μια φορά (το ’81 ή το ’82;), καταμεσής του καλοκαιριού και της λεωφόρου Αλεξάνδρας, βρεθήκαμε, μετά από καιρό, τυχαία στο κράσπεδο του δρόμου, σαν ήρωες μιας ταινίας που είχαν ξεχάσει τους διαλόγους ή σαν τουρίστες που δεν ήξεραν πού να πάνε. Μια άλλη φορά, πήγαμε με παρέα να τον επισκεφτούμε στου Παλάσκα. Όλο το στρατόπεδο είχε βαρεθεί ν’ ακούει τ’ όνομά του από τα μεγάφωνα, εκτός από εκείνον, που κάπου λούφαρε με άλλους νεοσύλλεκτους και χαμπάρι δεν πήρε ότι είχε επισκεπτήριο. Χαϊδελβέργη, Αμβούργο, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, «τέσσερις προσανατολισμένες πόλεις» σε άλλοτε παράλληλες κι άλλοτε επάλληλες πορείες. Στο δικό μας «Πέρασμα του Χρόνου», δεν ξέρω ποιος θα ήταν ο Ρίντιγκερ Φόγκλερ και ποιος ο Χανς Τσίσλερ.

Διαβάστε ακόμα: Τα «ευαίσθητα δεδομένα» της φιλίας ενός «δύσκολου» με έναν «σπάνιο»

Χρόνια μετά, με φιλοξένησε δυο φορές επί σκηνής: στον «Στάλιν. Μια συζήτηση για το ελληνικό θέατρο» (ένα μοναδικό «συναισθηματικό ταξείδι» στην Ιστορία και το Θέατρο, την Πολιτική και την Ποίηση) και στην «Ουλρίκε», στις πρόβες. Στο πρώτο, έκανα τον «επισκέπτη» (μαζί με άλλους, εναλλάξ), κι είχα μπροστά μου τον Στάλιν (Καραζήση) και τον Τρότσκι (Μαρμαρινό), να με ανακρίνουν για την Επανάσταση. Η Τσε-Κα είχε ήδη αρχίσει πριν την έναρξη του έργου τις εκκαθαρίσεις, ανάμεσα στους θεατές, κι αναγκάστηκε να επέμβει, όταν ένας αφηρημένος, μάλλον βαρήκοος, θεατής κατέλαβε εξ απήνης τη σκηνή, ανατρέποντας ρυθμούς και διαλόγους. Στην «Ουλρίκε» παρακολουθούσα τον σκηνοθέτη Καραζήση, να προσπαθεί να εμφυσήσει στους πρωταγωνιστές (τη Μαρία, τον Μάκη, τη Δήμητρα) όσα είχαμε ζήσει (στη Γερμανία) κι όσα είχαμε διαβάσει (στα βιβλία) για την Ουλρίκε Μαρί Μάινχοφ. Παρατηρώντας τον, κατάλαβα τι σημαίνει η φράση από τον «Στάλιν», «Μαθητές πειθήνιοι, αυστηροί δάσκαλοι». Μού χρωστάει πάντως ακόμα ένα τραγούδι, που μού απέρριψε, αυτός και ο Μηλάτος: το Capri Fischer («Bella, bella Marie…»). Ίσως, μιαν άλλη φορά…

Όμως, για τον Ακύλλα Καραζήση, ένα έχω να πω: «Βάλτε Καλδάρα στ’ αγγλικά!».

***

«Μου στέλνει ακόμη Cartes Postales, τις ποιητικώτερες που έχω λάβει (πολλές). Σε κλασσικότερους χρόνους θα ’βγαζε γενναία το ψωμί του γράφοντας επιγράμματα κι εφευρίσκοντας αποφθέγματα. Και πρέφα και μπάλλα και ποίηση. Κάτι που με σόκαρε πάντα». (Ακύλλας Καραζήσης)

«Μου στέλνει ακόμη Cartes Postales, τις ποιητικώτερες που έχω λάβει (πολλές). Σε κλασσικότερους χρόνους θα ’βγαζε γενναία το ψωμί του γράφοντας επιγράμματα κι εφευρίσκοντας αποφθέγματα. Και πρέφα και μπάλλα και ποίηση. Κάτι που με σόκαρε πάντα». (Ακύλλας Καραζήσης)

Ακύλλας Καραζήσης: Ο Καλφόπουλος (σε έντεκα καρρέ)

1. Το όνομά του το άκουσα πρώτη φορά σε μια σοφίτα στην Καρλσρούη στα μέσα του ’70.

Λίγο αργότερα τον συνάντησα στη Χαϊδελβέργη, στο καταθλιπτικό υπόγειο κυλικείο του Πανεπιστημίου (τότε ακόμη που η όψη της Γερμανίας είχε κάτι φτωχό, κάτι χωριάτικο). Σχεδόν αμέσως κάθισε μαζί μας κι η Jeanette.

Τώρα πια μπορούσαμε, ερήμην μας, να παίξουμε το Les enfants du paradis. Όμως όχι.

2. Συμβίωση έρωτας χωρισμός έρωτας παλιννόστηση έρωτας ψυχωτικό επεισόδιο φυγή.

3. Δυο έφηβοι μες στη Χούντα τελειώνουν τη Γερμανική Σχολή, ο ένας Αθήνα, ο άλλος Θεσσαλονίκη, φεύγουν για σπουδές στη Γερμανία, τους κυνηγάει η Μεταπολίτευση, ερωτεύονται κι οι δυο μια Σουηδέζα, που μιλάει γερμανικά με ελληνική προφορά.

4. Οι δυο νέοι μιλούν μόνο έμμεσα, γνήσια παιδιά του καιρού τους, παγιδεύουν συνέχεια τη φιλία τους με φόντο τούς θορύβους του φοιτητικού συλλόγου, στο κέντρο της αίθουσας σκαρφαλωμένος στην καρέκλα ο αλήτης-Penner James φωνάζει: Αθηναίοι Σπαρτιάτες, η Ευρώπη ακολουθεί το παράδειγμά σας – και γύρω του αριστεροί διαλυμένοι εκφραστικά.

Διαβάστε ακόμα: Η φιλία δυο διάσημων Ελλήνων με σκηνικό το Χόλιγουντ

5. Αυτό που γεννιέται έχει πάνω του κολλημένο το παληό που το γεννάει. Έτσι κι οι δυο μας ξεκινήσαμε γέροι στα είκοσι. Αυτός, όπως λέει κι ο ίδιος, κοψιά μπαλλαδόρου του ’30 (πριν λίγα χρόνια τον είδα να φοράει κορδέλλα πένθους σε καλοκαιρινὸ κοντομάνικο), ένας παληός άνθρωπος, ένα παληό παιδί.

6. Και πρέφα και μπάλλα και ποίηση. Μου στέλνει ακόμη Cartes Postales, τις ποιητικώτερες που έχω λάβει (πολλές). Σε κλασσικότερους χρόνους θα ’βγαζε γενναία το ψωμί του γράφοντας επιγράμματα κι εφευρίσκοντας αποφθέγματα. Και πρέφα και μπάλλα και ποίηση. Κάτι που με σόκαρε πάντα.

7. Ο τρόπος που μιλάς για τον φίλο σου μαρτυράει την εποχή σου, όχι το σήμερα, την εποχή της καταγωγής σου. Ειλικρίνεια / ψέμμα / έρωτας / αγαπάω / κλαίω / ο πατέρας μου / μάνα, οι λέξεις αυτές για τα παιδιὰ του ’75 θέλουν νέον ορισμό. Όπως κι η λέξη επανάσταση. Μόνον η λογοτεχνία, ερήμην της, μιλάει γι’ αυτά, τώρα που όλο το γύρω έχει αμήχανα αλλάξει, εξετάζοντας τις λέξεις, μιλώντας για μας, γι’ αυτές, για μας.

«Κι οι δυο μας ξεκινήσαμε γέροι στα είκοσι. Αυτός, όπως λέει κι ο ίδιος, κοψιά μπαλλαδόρου του ’30 (πριν λίγα χρόνια τον είδα να φοράει κορδέλλα πένθους σε καλοκαιρινὸ κοντομάνικο), ένας παληός άνθρωπος, ένα παληό παιδί». (Ακύλλας Καραζήσης)

«Κι οι δυο μας ξεκινήσαμε γέροι στα είκοσι. Αυτός, όπως λέει κι ο ίδιος, κοψιά μπαλλαδόρου του ’30 (πριν λίγα χρόνια τον είδα να φοράει κορδέλλα πένθους σε καλοκαιρινὸ κοντομάνικο), ένας παληός άνθρωπος, ένα παληό παιδί». (Ακύλλας Καραζήσης)

8. Οι λέξεις σ’ αυτό το βιβλίο* μιλούν για κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που φαίνεται να λένε. Θραύσματα απ’ την στιγμιαία λάμψη μιας νιότης θαμμένης στα γεράματα. Δεν τα χαρήκαμε τα νειάτα μας (όπως και κανείς άλλωστε), μας φάγαν τα τραγούδια τού καιρού μας.

9. Κάθε λέξη σ’ αυτό το βιβλίο έχει στον πυρήνα της δυο μάτια γκρίζα που δεν σε κυττούν, μόνο βλέπουν τρεις-τέσσερις καθισμένους σε καρέκλες φερ-φορζέ, ένας με μακρυὰ μαλλιά, μια όμορφη κοπέλλα προφίλ, Αθηναίοι σε μπαλκόνι, νέοι, 1978, βουβό. Καμμιά φορά τα παιδιά μοιάζουν με τρόπο αφόρητο στους γονείς τους.

10. Στην Ελλάδα οτιδήποτε οργανικὰ ριζοσπαστικὸ κολλάει στο απλό γεγονός ότι αν το παρακάνεις, οι γονείς σου θα σού κόψουν το χαρτζηλίκι, επίδομα, νοίκι, διαμέρισμα στον κάτω όροφο, τάπερ της μαμάς κλπ. Ναι, οι λέξεις μιλούν για κάτι άλλο από αυτό που λένε.

11. Κάποια μέρα, όχι μακρυνή, θα ξεκινήσουμε εγώ κι ο Καλφόπουλος απ’ τον Σταθμό Λαρίσης για να φτάσουμε, πάντα με τραίνο, στο Haparanda-Boden σύνορα Σουηδίας-Φινλανδίας, δυο βήματα από την Λαπωνία.
Εμείς πιο νέοι στο πέρασμα του χρόνου
and she was standing there.

Διαβάστε ακόμα: Ο αδερφός μου, η αδερφή

*Ο Ακύλλας Καραζήσης εννοεί το βιβλίο του Κώστα Θ. Καλφόπουλου «Καρέ-καρέ και άλλα διηγήματα» (Άγρα, 2013), από όπου και το κείμενό του.

kalfopoulos-karazisis2

«Ξεκινήσαμε μαζί στη Νομική και πηγαίναμε στο Seminar, να διαβάσουμε μαζί με μια ξανθιά Γερμανιδούλα, την Astrid, όμως ούτε μ’ εκείνη ούτε με την επιστήμη τα φτιάξαμε». (Κώστας Θ. Καλφόπουλος)

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close