Καλοκαιρινή συμφωνία για δυο σπορτέξ, άσφαλτο και ανάσα

Την ώρα που οι περισσότεροι απολάμβαναν τις καλοκαιρινές τους διακοπές και οι λιγοστοί Αθηναίοι «έπνιγαν» τον πόνο τους στα λίγα ανοικτά μπαρ, κάποιοι άκουγαν τα βήματά τους στους δρόμους της πόλης. Γράφει και αναπολεί ο Γιώργος Μυζάλης.

 

Μακριά από τα μπαράκια και το ρυθμό της μουσικής, μόνο τα βήματα κι οι ανάσες ενός νυχτερινού δρομέα σκίζουν τη σιωπή. (Φωτογραφία: Runner’s World)

Πάνε χρόνια. Τουλάχιστον οκτώ. Βράδυ Σαββάτου, καλοκαιράκι στην Αθήνα. Η πόλη άδεια και ήσυχη στο προάστιο. Οι Αθηναίοι στα νησιά και τις παραλίες. Ελάχιστοι εναπομείναντες να δίνουν λόγο ύπαρξης στα λιγοστά ανοιχτά μπαράκια του Χαλανδρίου με κρύες μπύρες στο χέρι και χαλαρές συζητήσεις. Απαγορευμένο θέμα: οι διακοπές. Όσοι είναι στην Αθήνα όταν λείπουν οι πολλοί αποφεύγουν το συγκεκριμένο θέμα συζήτησης. Όλοι τους, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, δεν θα πάνε διακοπές φέτος ή έχουν ήδη επιστρέψει, οπότε τι να λένε; Γιατί να «ξύνουν πληγές»;

Μερικούς δρόμους παραέξω από το κέντρο, όμως:

Ανάσα βαριά. Κουρασμένη ή γεμάτη; Μπουχτισμένη ή ανυπόμονη; Ζορισμένη ή (και) ευχαριστημένη. Ανάσα. Ζωή δηλαδή. Βήματα στην άσφαλτο. Πατ – πατ. Μακριά από τα μπαράκια και το ρυθμό της μουσικής, μόνο τα βήματα κι οι ανάσες ενός νυχτερινού δρομέα σκίζουν τη σιωπή. Ένα ακαθόριστο avant garde μουσικό έργο δηλαδή. Θα μπορούσε να το έχει γράψει και ο Στοκχάουζεν ή ο Μπουλέζ. Θα λεγόταν: κονσέρτο για δυο σπορτέξ, άσφαλτο και ανάσα. Θα μπορούσε να το είχε γράψει και ο John Cage. Τότε θα λεγόταν απλώς: 50’. Ή όση η διάρκεια του νυχτερινού αυτού τρεξίματος. Διαφορετική εκδοχή – διαφορετικός δρομέας κάθε φορά. Διασκευή εξ ορισμού. Διασκευή υποχρεωτική.

Αυτές οι τυχαίες τρεξιματικές συναντήσεις δεν κρατούν πολύ ώρα. Σέβονται την ευχαρίστηση. Σέβονται το μπούχτισμα ή την ανυπομονησία, το ζόρι ή (και) την ευχαρίστηση. Και δίνουν χώρο.

Ανάσα βαριά. Ευχαριστημένη. Μόνη της. Στης νυχτιάς τη σιγαλιά. Ξάφνου, ντουέτο. Από μακριά ακούγεται μια δεύτερη. Πλησιάζει. Δεν είναι γνώριμη. Δεν έχει απαντηθεί άλλη φορά. Και δε μετατρέπεται σε ομιλία ή σε συνομιλία. Είναι δύο οι ανάσες τώρα. Βουβές. Και τέσσερα τα σπορτέξ. Σαν τα «τέσσερα χέρια» στα πιανιστικά έργα. À quattre mains. Τέσσερα σπορτέξ – τέσσερα πόδια. Δεν μπλέκονται μεταξύ τους. Μόνο σαν μετρονόμος μετράνε ένα τεσσάρι ή οκτάρι παράξενο. Δεν είναι ισοβαρές, ούτε μοιρασμένο στους αυστηρούς κανόνες της μουσικής θεωρίας και αρμονίας. Για αυτό και είναι ελκυστικό. Χιτάκι, θα το λέγαμε λαϊκιστί. Επιτυχία. Κινηματογράφος για το αυτί.

Αυτά τα άγνωστα στιγμιαία ντουέτα, όμως, τα «συμμαχικά» ή τα συνενοχικά, αν προτιμάτε (γιατί πως αλλιώς να χαρακτηριστούν δυο γειτονικές ανάσες, όταν την ίδια ώρα οι πολλές μυρίζουν μπύρα και -δεν- συζητούν για διακοπές μερικούς δρόμους παρακάτω), δεν κρατούν πολύ ώρα. Σέβονται την ιδιωτικότητα. Σέβονται την ευχαρίστηση. Σέβονται το μπούχτισμα ή την ανυπομονησία, το ζόρι ή (και) την ευχαρίστηση. Και δίνουν χώρο. Χαρακτηρίζονται από διακριτικότητα. Απλώς ελέγχουν ότι «όλα καλά» για δυο στιγμές κοινής διαδρομής και μετά αποχωρίζονται χωρίς τύψεις ή μουτρώματα.

Ανάσα βαριά. Μοναχική. Αναρωτιέται. Προς τα που να πηγαίνει η άλλη;

 

Διαβάστε ακόμα: «Δεν υπάρχει τίποτα αδύνατο για όποιον θέλει να προσπαθήσει πραγματικά»

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top