Άκης Σακελλαρίου: «Μετά την ιστορία με την υγεία μου, μου αρέσει απλά να ζω»

Περισσότερο κατασταλαγμένος από ποτέ και με νωπή ακόμη την περιπέτεια με την υγεία του, ο δημοφιλής ηθοποιός φωτογραφίζεται αποκλειστικά για το Andro και μιλάει ανοιχτά για την αξία της ζωής, το θέατρο, την αναγνωρισιμότητα και την επιτυχία.

Φωτογραφία :
Πηνελόπη Μασούρη
 

«Η τραγωδία έχει κάτι το ιερό, το τελετουργικό, σε βάζει σε αλλιώτικη διαδικασία ως ηθοποιό».

Πρωταγωνιστεί στην εμβληματική παράσταση Lulu, στο πλευρό της Καρυφυλλιάς Καραμπέτη και του Αλέκου Συσσοβίτη, παραμένει Εξάρχεια και πηγαινοέρχεται Αθήνα-Θεσσαλονίκη, όχι κατ’ ανάγκην για επαγγελματικούς λόγους. Ένα σύντομο τηλεφώνημα χώρεσε, μεταξύ άλλων, και το απόσταγμα της κοσμοθεωρίας για την ζωή του Άκη Σακελλαρίου, ενός ηθοποιού που σφράγισε τους ρόλους που υποδύθηκε σε θέατρο, σινεμά και μικρή οθόνη και ενός ανθρώπου που, μετά από την ζόρικη περιπέτεια με την υγεία του, έμαθε να αναμετράται καλύτερα με την ουσία και την αξία της ίδιας της ζωής.

– Mε τι ασχολείσαι αυτόν τον καιρό;
Πριν τρεις μέρες, είδα την παράσταση ΕΛΕΝΙΤ, του φίλου μου Ευρυπίδη Λασκαρίδη και χθες είδα του Παπαϊωάννου, τον Μεγάλο Δαμαστή. Σε πρόβα τζενεράλε τις είδα και τις δύο, εννοείται, δεν γίνεται αλλιώς και μου άρεσαν πάρα πολύ-μου αρέσει πολύ ο χορός. Σήμερα, είναι Σάββατο, άρα θα πάω σε λίγη ώρα στην λαϊκή της Καλλιδρομίου να ψωνίσω. Στο μεταξύ, αύριο φεύγω Θεσσαλονίκη, για να συναντήσω φίλους και για κάποιες άλλες δουλειές και υποχρεώσεις, όχι όμως επαγγελματικές.

– Άλλωστε είσαι Θεσσαλονικιός. Πώς σου φάνηκε το πέρασμα από Τούμπα Νέα Υόρκη για σπουδές στο HB Studio;
Ο Χρήστος Στέργιογλου σού μίλησε, νομίζω, για την εμπειρία στην Αμερική. Ήμουν κι εγώ εκεί, μαζί τους, ήμουν ο μικρός της παρέας. Μόλις είχα τελειώσει τις σπουδές μου στην σχολή της Ρούλας Πατεράκη και είχα ακούσει για το HB. Μια φουρνιά ηθοποιών αποφασίσαμε να φύγουμε, να πάμε εκεί για να συνεχίσουμε τις σπουδές! Ο Χρήστος και η Αννέζα έμεναν από πάνω μου στη Νέα Υόρκη. Μπορώ να πω ότι το Alphabet City, στο Manhattan ήταν μια γειτονιά πολύ πιο «σκληρή» από αυτήν των Εξαρχείων.

»Μιλάμε και για την δεκαετία του 80. Πολύ άγρια περιοχή, αλλά και προσοδοφόρα όσον αφορά τα καλλιτεχνικά πνεύματα. Κατά την διάρκεια των σπουδών στην Αμερική, διαπίστωσα ότι υπήρχε εκεί πέρα ένα κοινό λεξικό σε όλες τις σχολές. Μου φάνηκαν πιο οργανωμένοι, πιο στοχευμένοι στην διδασκαλία της υποκριτικής και σε ένα είδος θεάτρου που είναι κυρίως το αναπαραστατικό. Αν κι εμείς στην Ελλάδα είχαμε μια ακαδημία θεάτρου ή σπουδές σε πανεπιστημιακό επίπεδο, σίγουρα θα είχαμε ένα κοινό αλφάβητο που θα βοηθούσε πολύ περισσότερο. Το καλλιτεχνικό επίπεδο στην Αμερική, όπως επίσης και το επίπεδο του υλικού ή, αν θες, του ταλέντου, είναι πιο ανεβασμένο στην Ελλάδα.

«Μετά την ιστορία της υγείας μου, το εντατικό πρόγραμμα του Χουβαρδά και η σκληρή δουλειά στην οποία έπεσα με τα μούτρα με βοήθησε πολύ».

– Από την θέση, πλέον, του δασκάλου, πώς αισθάνθηκες όταν ήρθε η στιγμή εκείνη για σένα;
Όταν ανεβαίνω Θεσσαλονίκη, συνήθως κάνω μαθήματα στην σχολή Βουτσινά. Πρωτοξεκίνησα στο Θέατρο των Αλλαγών, του Ευδόκιμου Τσολακίδη και του Θοδωρή Αθερίδη. Δίδαξα την πρώτη πρώτη χρονιά, μόλις είχε ανοίξει, για να βοηθήσω και τα παιδιά, αλλά νομίζω πως δεν μου πήγε καθόλου. Ήμουν αγχωμένος και τελειομανής, δεν ήξερα τι να πρωτοπώ… Αυτό συνέβη πριν περίπου είκοσι χρόνια. Τα τελευταία πέντε, ξανάρχισα να διδάσκω, όπως σου είπα. Πιο εμπεριστατωμένα και συγκεκριμένα, πλέον, κατευθύνω τους μαθητές. Όλο αυτό είναι θέμα εμπειρίας και καταστάλαξης.

– Να σκηνοθετήσεις εσύ σκέφτηκες ποτέ;
Όχι, είναι κάτι που δεν με ενδιαφέρει. Θεωρώ ότι είναι μεγάλες οι ευθύνες που έχει ένας σκηνοθέτης και υπάρχει μια σχέση με τον ηθοποιό που πρέπει, κάποιες φορές, να είναι σκληρή και απόλυτη. Αυτό ανέκαθεν με αποθάρρυνε…

«Στην τηλεόραση έχεις την δυνατότητα να δοκιμάσεις πράγματα που δεν είναι εύκολο να τα δοκιμάσεις στην σκηνή».

– Στην Lulu, συνεργάστηκες με τον σκηνοθέτη Γιάννη Χουβαρδά. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;
Με τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη έχουμε συνεργαστεί ξανά στο παρελθόν, σε πολύ ωραίες παραστάσεις και καλές παραγωγές. Για ακόμα μία φορά, η συνεργασία ήταν εξαιρετική. Η Lulu είναι μια επιτομή στην σεξουαλικότητα-με αυτήν την έννοια, το κάθε πλάσμα που βρίσκεται με την Lulu την μεταπλάθει σύμφωνα με τις προσωπικές του ανάγκες. Γι’ αυτόν που θα δει αυτήν την παράσταση, επιφυλάσσεται από το ίδιο το έργο μια αίσθηση απελευθέρωσης.  Ο Γιάννης, πάντως, παραμένει ένας σκηνοθέτης πολύ απαιτητικός και θέλει τον ηθοποιό με το 100% των δυνάμεών του σε όλες τις πρόβες. Ιδίως μετά την ιστορία της υγείας μου, το «εντατικό πρόγραμμα» του Χουβαρδά και η σκληρή δουλειά στην οποία έπεσα με τα μούτρα με βοήθησε πολύ. Το ίδιο λειτούργησε για μένα και η παράσταση «Ικέτιδες» του Λιβαθινού που κάναμε το καλοκαίρι…

«Δεν έχω παράπονο, έχω δουλέψει πολύ στην τηλεόραση και με έχει βοηθήσει πάρα πολύ και σε επίπεδο αναγνωρισιμότητας».

– Είχες τον ρόλο του Θησέα σε αυτήν την ομολογουμένως σπουδαία δουλειά και ο πρώτος σου ρόλος σε τραγωδία, σχεδόν σαράντα χρόνια πριν, ήταν στις Βάκχες, σε σκηνοθεσία Τερζόπουλου.
Πράγματι. Σπουδαία εμπειρία και αξέχαστη. Η τραγωδία έχει κάτι το ιερό, το τελετουργικό, σε βάζει σε αλλιώτικη διαδικασία ως ηθοποιό. Ο άνθρωπος και ο θάνατος σε πρώτο πλάνο. Ως προς τον ρόλο του Θησέα στις Ικέτιδες, ο ήρωας βαδίζει ένα δύσκολο μονοπάτι, μεγαλώνοντας κι αυτός. Ικετεύει για την επιστροφή των νεκρών Αργείων που οι Θηβαίοι αρνιούνται να κάνουν. Είναι συγκινητικό που ο Στάθης Λιβαθινός με σκέφτηκε για τον ρόλο αυτόν, όσο εγώ βρισκόμουν ακόμα μες στο νοσοκομείο, ενδιαφερόμενος και για την υγεία μου.

– Δύο άλλοι-μεταξύ πολλών, είναι η αλήθεια- σπουδαίων με τους οποίους έχεις δουλέψει είναι η Όλια Λαζαρίδου και ο Πάνος Κοκκινόπουλος, για τους οποίους θα ήθελα μερικές ξεχωριστές σκέψεις σου.
Η Όλια είναι πολύ καλή μου φίλη και, για μερικά χρόνια, υπήρξε και γείτονάς μου. Πρωτοσυνεργαστήκαμε ως ηθοποιοί στο Κουαρτέτο του Μύλλερ, σε σκηνοθεσία Θόδωρου Τερζόπουλου. Από τότε, βρισκόμαστε σε επίπεδο φιλίας, πλην μιας συνεργασίας μας με αυτήν στον ρόλο της σκηνοθέτιδας. Ήταν το έργο «Ξυπόλητοι στο Πάρκο» του Νιλ Σάιμον. Θεωρώ την Όλια μια γυναίκα που ακολουθεί μια πορεία πολύ συγκεκριμένη-έχει περάσει σε μια άλλη διάσταση υποκριτικής έκφρασης, με λιτά και απλά μέσα, κοντά στο ανθρώπινο, όχι τόσο στο θεϊκό. Ο Πάνος Κοκκινόπουλος είναι ο άνθρωπος που, μαζί με τον Νίκο Κουτελιδάκη, με έβγαλε στην τηλεόραση όταν ξεκινούσε η «Ανατομία ενός Εγκλήματος». Ήμουν στο πρώτο επεισόδιο της συγκεκριμένης σειράς με την Καραμπέτη και τον Χατζησάββα! Έπαιξα μετά και στην Δέκατη Εντολή, στον Κόκκινο Κύκλο. Ο Κοκκινόπουλος είναι κάτι σαν οικογένεια… Νομίζω πως, πλέον, ο Πάνος ξέρω τι θέλει, πριν ακόμα μου το ζητήσει.

– Έχεις κάνει πολλή, πάρα πολλή τηλεόραση, είναι η αλήθεια, και έχεις δοκιμαστεί σε διάφορα είδη, ασχέτως αν έχουμε καιρό να σε δούμε εκεί.
Δεν συνέβη να έχω κάποια πρόταση συνεργασίας, τουλάχιστον όχι για κάτι που να με αφορά. Η τηλεόραση είναι ένα μέσο που χρειάζεται μια ανανέωση κατά καιρούς και πρέπει να είναι καλοδεχούμενα τα καινούργια, φρέσκα πρόσωπα και, αντίστοιχα, οι φρέσκες ιδέες. Κάποιες φορές, τους παλαιότερους τους αφήνει λίγο απ’ έξω. Όμως, δεν έχω παράπονο, έχω δουλέψει πολύ στην τηλεόραση και με έχει βοηθήσει πάρα πολύ και σε επίπεδο αναγνωρισιμότητας και ανταποδοτικότητας στο θέατρο, αλλά και ως ηθοποιό. Ξέρεις, στην τηλεόραση έχεις την δυνατότητα να δοκιμάσεις πράγματα που δεν είναι εύκολο να τα δοκιμάσεις στην σκηνή, ας πούμε, ή στην κάμερα ενός κινηματογραφιστή.

– Αυτό συμβαίνει λόγω των διαφορετικών ρυθμών δουλειάς, λόγω πίεσης χρόνου και άρα ανάγκης για χρήση ποικιλίας εκφραστικών μέσων από μεριάς του ηθοποιού;
Αυτό είναι το ένα κομμάτι, η πίεση του χρόνου που σε αναγκάζει να είσαι σε εγρήγορση. Συγχρόνως, όμως, στην παλέτα την υποκριτική τολμάς να κάνεις πράγματα που δεν θα σε «έπαιρνε» ως ηθοποιός να τα κάνεις αλλού. Άλλα ηχοχρώματα φωνής, άλλη σωματική συμπεριφορά… Νομίζω ότι οι Έλληνες ηθοποιοί δεν έχουμε εκτιμήσει ιδιαίτερα αυτήν την μεριά της τηλεόρασης, αυτήν που μπορεί να μας βελτιώνει συνεχώς και να μας οδηγεί σε ενδιαφέροντες πειραματισμούς με το υλικό μας.

«Το θέατρο σε όλη την περίοδο της κρίσης άνθισε και μιλάμε για σχεδόν δέκα χρόνια».

– Μήπως τα καλά σίριαλ φέτος, «έφαγαν» λίγο τα θέατρα; Έχω δει και έχω ακούσει για σχετικά άδειες αίθουσες.
Έχω αντίθετη άποψη και εντύπωση. Το θέατρο σε όλη την περίοδο της κρίσης άνθισε και μιλάμε για σχεδόν δέκα χρόνια, έτσι; Ας σταματήσουμε να βλέπουμε τα ποτήρια μισοάδεια. Όλον αυτόν τον καιρό, το θέατρο υπηρέτησε πλήρως τον ρόλο του: εκπαίδευση, ανάταση, ψυχαγωγία. Η επόμενη κίνηση που πρέπει να γίνει είναι η εξωστρέφεια. Πρέπει να σταματήσει αυτή η γκρίνια ότι δεν πάμε καλά… Σίγουρα, υπάρχουν πολλές σκηνές. Αλλά ο κόσμος εκφράζεται μέσα από το θέατρο, δείχνει να το έχει ανάγκη! Τι να κάνουμε, να γυρίσουμε στα πέτρινα χρόνια του 80 με τα πέντε καλά θέατρα και αυτό ήτανε; Και από μικρότερες παραγωγές και θέατρα, έχουμε δει τα τελευταία χρόνια εξαιρετικές παραστάσεις. Πρέπει, νομίζω, να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για τις καλλιτεχνικές ανάγκες της επαρχίας και εκτός καλοκαιρών, αλλά και να ξεκινήσουμε να εξάγουμε το ελληνικό θέατρο στην Ευρώπη και ακόμα παραέξω!

«Έχω ηρεμήσει λίγο σε σχέση με την αγωνία μου να πετύχω κάποια πράγματα σε καλλιτεχνικό επίπεδο».

– Ποια πράγματα αγαπάς πολύ στην  ζωή πέραν της δουλειάς σου;
Μετά την ιστορία με την υγεία μου, μου αρέσει πολύ απλά… να ζω. Να έχει κάθε μέρα μια διάσταση ζωικής φύσης! Ίσως έχω ηρεμήσει λίγο σε σχέση με την αγωνία μου να πετύχω κάποια πράγματα σε καλλιτεχνικό επίπεδο-δεν με πολυενδιαφέρει πια όλο αυτό το κυνήγι. Έτσι, φροντίζω λίγο περισσότερο για τους φίλους μου, τον εαυτό μου, κάνω ταξίδια… Τα ταξίδια θεωρώ ότι είναι ένας πολύ καλός τρόπος να αισθανθείς απολύτως ζωντανός και, μαζί, την ψευδαίσθηση της διαστολής του χρόνου. Τώρα πρόσφατα ήμουν Ρώμη και λίγο πιο πριν Παρίσι, βρήκα πάμφθηνα εισιτήρια… Παλιότερα, δεν είχα αυτόν τον χρόνο να οργανώνω ταξίδια κατ’ αυτόν τον τρόπο.

«Μπροστά στο θαύμα της ζωής, στέκεται σε δεύτερη θέση η επιτυχία».

– Ποια θεωρείς την μεγαλύτερη επιτυχία σου μέχρι σήμερα;
Η επιτυχία είναι κάτι πολύ σχετικό ως έννοια. Σου δίνει μια πρόσκαιρη ευχαρίστηση, ιδίως μιλάω για την καλλιτεχνική επιτυχία. Μπροστά στο θαύμα της ζωής, στέκεται σε δεύτερη θέση, γιατί δεν χαρακτηρίζεται από διαχρονικότητα και μια επιτυχία γίνεται σύντομα κάτι το πεπερασμένο. Άσε που υπάρχουν καλλιτεχνικές επιτυχίες, εμπορικές ή να πετύχει η παρέα και η διάθεση μιας περιοδείας… Αυτό που θεωρώ σαν σταθμό στην ζωή μου, για να μπορώ να εκτιμώ τις μικρές και τις μεγάλες επιτυχίες, είναι αυτό που μου συνέβη πέρσι, ένα χαστούκι που μου έδωσε η ζωή και το οποίο με έκανε να συνειδητοποιήσω μερικά πράγματα και να μπω στην διαδικασία να ιεραρχήσω τις αξίες της ύπαρξής μας ως ανθρώπων, ως ζωών.

– Έχεις καταλήξει κάπου;
Το έχει πει εξαιρετικά ο Έρμα Έσσε: «Να αφουγκράζεσαι αυτό που θέλει να βγαίνει από μέσα σου». Αυτό, όπως καταλαβαίνεις, σχετίζεται με την δουλειά του ηθοποιού. Αφήνεις το υποσυνείδητο να μιλήσει με το συνειδητό, η πραγματικότητα και η φαντασία-που καμιά φορά είναι «πιο πραγματικότητα»- γίνονται συχνά ένα.

//Ιnfo
Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης», Πειραιώς 206 (Ταύρος), 2103418550
Lulu

//Τα ρούχα του Άκη Σακελλαρίου είναι: NoName. Eυχαριστούμε το Tazza All day bistro& wine bar για τη φιλοξενία (Πεντέλης 9 και Πετράκη 5, Αθήνα). 

 

Διαβάστε ακόμα: Χρήστος Στέργιογλου – «Έτσι απλά ένα βράδυ έφυγα για Αμερική και επιβίωσα δύο χρόνια».

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top