James Bond: Αποστολή στην Ελλάδα!

O Τζέιμς Μποντ κάνει σεξ με μια Αθηναία… κομουνίστρια στο δωμάτιο 706 της Μεγάλης Βρεταννίας, σουλατσάρει γύρω απ’ του Zonar's και καταδιώκει τον κακό Sun Liang-tan στο Αιγαίο. To «Colonel Sun» του Ρόμπερτ Μάρκαμ, μια άγνωστη στους πολλούς ιστορία του 007, εκτυλίσσεται στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’60.

 
james bond09HRes-1190

Ένας ερωτευμένος Μποντ με Ελληνίδα κομμουνίστρια στη Μύκονο, διά χειρός Κίνγκσλεϊ Έιμις. (Εικονογράφηση Κωστής Παπαθεοδώρου.)

Άραγε τι γυρεύει ο Τζέημς Μποντ στην πλατεία Συντάγματος; Φοράει, ως συνήθως, φρεσκοσιδερωμένο κοστούμι και το βλέμμα του αναζητά εχθρούς και ερωμένες. Ο κίνδυνος και το σεξ πάντα έσμιγαν στο πεδίο βολής του πράκτορα με το χρυσό πιστόλι και η αθηναϊκή νύχτα υπόσχεται περισσότερα από πιστολιές. Ο Μποντ κάθεται στο μπαρ του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρεταννία και περιμένει κάτι να συμβεί. Είναι τέλη της δεκαετίας του ’60. Η Αθήνα δεν είναι ακριβώς η πιο κεφάτη ή η πιο λαμπερή πρωτεύουσα του κόσμου για τον κοσμοπολίτη κύριο Μποντ, αλλά εδώ τον έφερε η μοίρα και όπως υπόσχονται οι περιστάσεις –μια απαγωγή, μια καλλονή, μια φεγγαρόλουστη νύχτα- θα καλοπεράσει.

Οι Ελληνίδες, θα διαπιστώσει ο 007 είναι πιο μεθυστικές από το μαρτίνι. Αλλά είναι ακόμα νωρίς. Προς το παρόν είναι μόνος. Χαζεύει το άχρωμο πλήθος της μεγάλης σάλας: επιχειρηματίες, τραπεζίτες, εφοπλιστές, πολιτικοί, επισκέπτες από την Κωνσταντινούπολη, τη Σόφια και το Βουκουρέστι, οι περισσότεροι παρέα με τις γυναίκες τους ή με τις ερωμένες τους. Τίποτα σπουδαίο. Η Ελλάδα είναι ακόμα ένας αχταρμάς επαρχιωτισμού και φιλοδοξίας, Ανατολής και Δύσης. Οι στρατηγοί κάνουν σχέδια. O βασιλιάς πέρα βρέχει. Αλλά ο Μποντ δεν είναι εδώ για να λύσει το πρόβλημα της Ελλάδας. Είναι εδώ για να τα βάλει με τους κακούς της δικής του ιστορίας και, βεβαίως, να ερωτευτεί μια Ελληνίδα που του αξίζει.

Ο κόσμος βρίσκεται σε όρια συναγερμού. Ακόμα και στην πόλη του Παρθενώνα, η ψυχροπολεμική απειλή κουκουλώνει τους αιώνες της σοφίας. Γεμίζει τους δρόμους με σκιές, τους ανθρώπους με φοβίες. Δεν είναι μόνο η χαντακωμένη δημοκρατία. Η Αθήνα έχει γίνει κέντρο διερχομένων με μυστικά και σχέδια στο αποκορύφωμα της ψυχροπολεμικής μισαλλοδοξίας. Οι κομουνιστικές χώρες βρίσκονται σε απόσταση βολής από την Ελλάδα, το τελευταίο και πιο φτωχικό οχυρό της Δύσης σε μια διχασμένη πραγματικότητα. Στου Ζonar’s, οι αργόσχολοι Αθηναίοι τσακώνονται σαν τα κοκόρια με τις εφημερίδες στο χέρι. Η Αμερική είπε αυτό, η Ρωσία έκανε εκείνο, αν ο Τσόρτσιλ τα είχε χειριστεί αλλιώς… Λίγο πιο πάνω, στο μπαρ της Μεγάλης Βρεταννίας, όπου συχνάζουν μόνο οι παραλήδες που διαβάζουν συνήθως ξένο Τύπο, ο Μποντ πίνει το μαρτίνι του και κοιτάει με τρόπο γύρω του.

Ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες στο γάλα, διότι, είναι αλήθεια, τόσο κομψοί και ραφινάτοι Εγγλέζοι σπάνια περνούν από το μονόχνοτο σαλόνι αυτού του ξενοδοχείου, όπου η αφρόκρεμα της Αθήνας δειπνεί συνήθως κατά τις 10 και όπου, ενίοτε, προς τέρψιν του πληκτικού πλήθους, μπαίνει ο Ωνάσης με την παρέα του ή κάποιος γαλαζοαίματος για να σταματήσουν τα χασμουρητά. Όπως, όμως, θα του πει σε λίγα λεπτά το κορίτσι αυτής της ιστορίας, «Δείχνετε τόσο Εγγλέζος, κύριε Μποντ. Κανείς δεν μπορεί να σας περάσει για κάτι άλλο, ούτε σαν Αμερικανό». Μόνο ως φιλοφρόνηση μπορεί να δεχτεί μια τέτοια παρατήρηση ένας Άγγλος. Ειδικά αν έρχεται από χείλη γλυκά και υποσχόμενα σαν αυτά της όμορφης κοπέλας που τη λένε Αριάδνη. Κατάσκοπος ή τρελή για τον Εγγλέζο; Ή μήπως και τα δύο;

Μα πού αλλού στην Αθήνα θα μπορούσε να πάει ένας Εγγλέζος σαν τον Μποντ πέρα από το 706, το αγαπημένο του δωμάτιο στο ρετιρέ αυτού του ξενοδοχείου με το όνομα της αγέρωχης πατρίδας του, απ’ όπου η Ακρόπολη και θάλασσα κεντρίζουν τη φαντασία; Ο Μποντ έχει κουραστεί να πολεμάει εχθρούς που του θυμίζουν πάντα τη βαρετή πραγματικότητα της χώρας του και της δουλειάς του. Ενώ εδώ, με θέα τον Παρθενώνα, η «φαντασία ήταν τόσο περισσότερο ελκυστική –η φαντασία ότι ήταν γραφτό αυτός και η Αριάδνη να γίνουν εραστές εκείνη τη νύχτα».

Αλλά δεν ήταν μόνο η Αριάδνη βασίλισσα της φαντασίας του, ήταν και η ατμόσφαιρα που σιγοντάριζε τις αισθήσεις. Ο Μποντ είχε διαλέξει να μείνει σε αυτό το ξενοδοχείο διότι «ήταν τόσο κεντρικό όσο το ήθελε και επειδή πάντα ο ίδιος ανταποκρινόταν στο απεριποίητο μεσοπολεμικό μεγαλείο του. Αγαπούσε το μεγαλοπρεπές φουαγέ με τις μαρμάρινες κολόνες και ειδικά την ταπετσαρία, μια καλή αντιγραφή από την πρωτότυπη του Λούβρου, που έδειχνε τον Μέγα Αλέξανδρο να μπαίνει στη Βαβυλώνα καβάλα σ’ ένα παχύ άλογο, μια επιβλητική φιγούρα στην κορυφή της ακολουθίας του, που ήταν όμως πια ροδαλός και απεριποίητος και έμοιαζε περισσότερο με την Κλεοπάτρα παρά με τον μακεδόνα πρίγκιπα».

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κάποιος γιατί ο Μποντ ήταν πάντα θαυμαστής του Αλέξανδρου, ή «Άλεξ», όπως τον έλεγε ο ίδιος. Ο Αλεξ έφτασε ως εκεί που δεν θα μπορούσε να φτάσει κανείς πέρα ίσως από τον… Μποντ, ώσπου τον κατάπιε η φήμη του. Ο χρυσοδάκτυλος Εγγλέζος πάντα φοβόταν τη φήμη σαν το διάβολο. Αυτή είναι που κατάπιε τους τρομερότερους ήρωες από την εποχή του Αχιλλέα ως τις μέρες του Κένεντι. Γι’ αυτό κρατούσε πάντα το προφίλ του χαμηλό και τις γυναίκες πάντα σε απόσταση μετά τον οργασμό. Μπορεί σήμερα να είναι πιο διάσημος και από τον Τσόρτσιλ, αλλά εκείνη την γκρίζα εποχή, αντίθετα από κάθε Σούπερμαν, ο Μποντ ήταν ακόμα το παλικάρι των μυστικών υπηρεσιών που αναγνώριζαν μόνο οι συνάδελφοι του και οι τρομοκράτες. Ο Τζέιμς που ανάβει το πούρο του στο ξενοδοχείο με το όνομα της πατρίδας του, καθώς έξω σουρουπώνει και τα πρόσωπα γύρω του έχουν ήδη κοκκινίσει από το βερμούτ και από την κάπνα, δεν είναι ούτε ομηρικός ήρωας, ούτε ιμπεριαλιστής πρίγκιπας.

Είναι ένας πεπεισμένος ιππότης για την «καλοσύνη» της Δύσης που αρέσει ο κίνδυνος, that’s it. Ως πρόθυμος σταυροφόρος της Δύσης, με αιώνια αποστολή την αποτροπή του κακού και της ερυθρής πανουργίας, αντλεί τη γενναιότητά του από την ψυχροπολεμική αφέλεια. Είναι ένας τρωτός ήρωας, εν ολίγοις, με άτρωτο σεξαπίλ και αδυναμία σε αυτό που δεν ενθουσίασε ποτέ τον Αλέξανδρο: τις γυναίκες. Κανείς δεν ξέρει πόσα μυθικά παιδιά έχει σπείρει ο Μποντ ανά την υφήλιο. Ένας εραστής του επιπέδου του, ειδικά στην προ AIDS εποχή, εννοείται, δεν ξέρει τι σημαίνει προφυλακτικό. Όλα ή τίποτα. Ειδικά όταν το σεξ και ο κίνδυνος συμβαίνουν στη φαντασία της οικουμένης, ποτέ δεν θες ο ήρωάς σου –η ο εραστής σου, αν είσαι γυναίκα- να φοράει γάντι, ειδικά αν αυτός ο ήρωας είναι ο Μποντ.

Η αποστολή του Μποντ έχει δύο στόχους: να βρεθεί ο Μ. μετά την απαγωγή του και να αντιμετωπιστεί ο Colonel Sun, ένας αλλόφρων δισεκατομμυριούχος που σχεδιάζει από το αρχηγείο στο Αιγαίο ένα διπλωματικό επεισόδιο ανάμεσα στις δυνάμεις της Δύσης.

Όλα αυτά τα γνώριζε η Αθηναία μούσα καθώς πλησίαζε τον Εγγλέζο της. Μούσα, καλλονή, ηρωίδα, όπως θέλεις πες την. Οι ποιητές την έλεγαν έμπνευση. Χωρίς αυτήν καμία ιστορία δεν ξεκινούσε, κανένας πόλεμος δεν γινόταν και κανένας ήρωας δεν προχωρούσε. Χωρίς την εκάστοτε μούσα του, επίσης, η περιπέτεια του Μποντ, όπως και η ιστορία του Οδυσσέα, δεν θα είχε νόημα. Είναι μέσα από το πάθος και τη δυσπιστία του για τις γυναίκες –το αιώνιο δίκοπο μαχαίρι του αρρενωπού στερεότυπου- που κάθε ταξίδι του Μποντ αποκτά λογική, πλοκή και (αίσιο) τέλος. Διόλου τυχαία, προτού παρουσιαστεί ο εχθρός μπροστά του, εμφανίζεται, λοιπόν, η Αριάδνη με το πολύ μεγαλόπρεπο επίθετο «Αλεξάνδρου».

«Ms. Alexandrou kathiste!». Τα ελληνικά του Μποντ είναι λίγα αλλά αρκετά, τα άρπαξε μάλλον στο δρόμο από το αεροδρόμιο, ή σουλατσάροντας γύρω από του Zonar’s στην Πανεπιστημίου. Όταν του την πέφτει σε λίγο ένας ενοχλητικός, παρουσία της Αλεξάνδρου, ο Μποντ, του το λέει κοφτά: «Fige apo tho, malaka». Κύριε Μποντ, καλωσήλθατε! Η Αριάδνη γελάει. Κάθεται. Σέξι προφορά. Τον κοιτάει κατάματα ακριβώς τη στιγμή που μπαίνει ένας ύποπτος τύπος και ρίχνει ματιές προς το μέρος τους. Ο Μποντ γνέφει στον σερβιτόρο. Ένα μαρτίνι στην κυρία. Λοιπόν, από πού να ξεκινήσουμε; Με λένε Μποντ, Τζέιμς Μποντ.

Quilted-Gilet

Ο Ρότζερ Μουρ και η Καρόλ Μπουκέ στη 12η ταινία του Τζέιμς Μποντ “Για τα μάτια σου μόνο” (1981). Είναι η μόνη όπου γυρίσματα έγιναν στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Κέρκυρα και τα Μετέωρα. (Photo credit:http://thesuitsofjamesbond.com/)

Διαβάστε ακόμα: Πόσο Βρετανός εξακολουθεί να είναι ο Τζέιμς Μποντ;

Με εντολή Φλέμινγκ 

Οι παραπάνω παραθέσεις προέρχονται από το «Colonel Sun», τη λιγότερο ίσως διαβασμένη ιστορία του Μποντ και τη μοναδική που ολόκληρη η περιπέτεια εκτυλίσσεται στην Ελλάδα. Είναι, επίσης, το πρώτο βιβλίο του Μποντ που εκδόθηκε το 1968, μετά τον θάνατο του Ίαν Φλέμινγκ, γραμμένο από τον Ρόμπερτ Μάρκαμ. Πίσω από το ψευδώνυμο «Μάρκαμ» δεν κρύβεται άλλος από τον Κίνγκσλεϊ Έιμις, ένας από τους σημαντικούς Εγγλέζους λογοτέχνες του περασμένου αιώνα, του οποίου το «The James Bond Dossier», μια κριτική ανάλυση των μυθιστορημάτων του Μποντ, είχε συζητηθεί πολύ στην Αγγλία το 1965.

Ο Έιμις, γνωστότερος σήμερα στον υπόλοιπο κόσμο ως πατέρας του μπεστ-σελερίστα συγγραφέα Μάρτιν Έιμις, είχε περισσότερα κοινά με τον κόσμο της διανόησης παρά με εκείνον του Μποντ. Ένας σταρ της λογοτεχνικής κατασκοπείας όπως ο Τζον λε Καρέ, φερ’ ειπείν, θα ήταν ίσως πιο αρμόζον να συνεχίσει το έργο του Φλέμινγκ, ο λε Καρέ όμως είχε πάντα ψηλότερο κασέ από τον Φλέμινγκ στο εκδοτικό κατεστημένο της εποχής του και δεν ήθελε να καπελωθεί από τον ήρωα κάποιου άλλου.

Ο Έιμις δέχτηκε την πρόταση των κληρονόμων του Φλέμινγκ, με την προϋπόθεση ότι αφενός θα έγραφε με ψευδώνυμο, αφετέρου θα δημιουργούσε μια δική του ιστορία πέρα από το καλούπι του προκατόχου του. Γιατί με ψευδώνυμο; «Ίσως να ντρεπόταν, επειδή τότε η λογοτεχνία κατασκοπείας δεν είχε ακόμα καθιερωθεί ως αξιόπιστο είδος και ο Έιμις ήταν πάντα μέλος της λονδρέζικης διανόησης που σνομπάριζε τον Φλέμινγκ και τους όμοιούς του», ισχυρίστηκε κάποτε ένας κριτικός. «Ίσως χρειαζόταν τα λεφτά. Ίσως ήθελε απλώς να παίξει και να περάσει καλά». Ο Έιμις μοιραζόταν τα δύο μεγάλα πάθη του Μποντ: το ποτό και τις γυναίκες. Η ίδια η γυναίκα του, η Χίλι, για να τον τιμωρήσει, έγραψε κάποτε στην πλάτη του κοιμισμένου Έιμις σε μια παραλία της Δαλματίας «I am a fat Englishman – I fuck everything» και έστειλε κάποιον να τον φωτογραφήσει. Όπως ομολόγησε αργότερα ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του «πού και πού αντιλαμβάνομαι πως θεωρούμαι ως ένας από τους σπουδαίους πότες, αν όχι ένας από τους πιο σπουδαίους μεθύστακες της εποχής μου».

Η πρόταση της οικογένειας Φλέμινγκ ήρθε, λοιπόν, ως σωσίβιο. Ο Έιμις ήταν ένας κουρασμένος 45άρης και η ιδέα της απόδρασής του στον κόσμο του Μποντ έλαμψε σαν πυροτέχνημα σε συννεφιασμένο τοπίο: γυναίκες, αλκοόλ, κυνηγητό στο αφρισμένο Αιγαίο. Όπως και οι περισσότεροι Εγγλέζοι λογοτέχνες της γενιάς του, ο Έιμις είχε πάθος με την Ελλάδα -η εξιδανικευμένη γη του Απόλλωνα όπου άφησε το κοκαλάκι του ο Λόρδος Βύρων! Ο τελευταίος όρος που έθεσε ο Έιμις στους Φλέμινγκ, λοιπόν, μετά τα λεφτά και το ψευδώνυμο ήταν πως η επόμενη ιστορία του Μποντ θα διαδραματιζόταν ολόκληρη κάτω από τον ελληνικό ήλιο. Οι μεγάλοι λογοτέχνες, ωστόσο, σπάνια καταφέρνουν να κολυμπήσουν στον ωκεανό του mainstream. Δεν είναι τυχαίο πως από όλα τα βιβλία της σειράς Μποντ, αυτό του Έιμις είχε την μικρότερη απήχηση.

Κυκλοφόρησε ακριβώς πριν από 40 χρόνια και δεν έμεινε πολύ στις λίστες των μπεστ-σέλερ του κόσμου, ούτε της Αγγλίας, δεν διεκδικήθηκε από κανέναν χολιγουντιανό παραγωγό για να γίνει ταινία, δεν συζητήθηκε σε κανέναν λογοτεχνικό κύκλο της εποχής του, δεν ενθουσίασε ιδιαίτερα τους φαν του είδους, οι οποίοι είναι συνηθισμένοι σε μια πιο ακατέργαστη και τηλεγραφική αφήγηση. Παρ’ όλα αυτά παραμένει ίσως η πιο καλογραμμένη ιστορία του Μποντ. Όπως παρατήρησε ένας κριτικός λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, «ο Μποντ του Έιμις δεν είναι το “κούτσουρο” του Φλέμινγκ που δεν ξέρει ποιος είναι ο Λόρδος Βύρων, είναι μάλλον ένας εξευγενισμένος πράκτορας που μπορεί να σταθεί σε όλες τις περιστάσεις».

Διαβάστε ακόμα: Τα δικά μου Bond girls. 

Ιδού, λοιπόν, –μέσα από τις σελίδες του βιβλίου– πόσο αισθησιακή μπορεί να είναι η νύχτα με μια μυαλωμένη Αθηναία που απέχει από τις μπίμπο του Μποντ όσο και ο Έιμις από τον Φλέμινγκ:

Ξεκίνησαν το γεύμα τους με τρυφερές μικρές καραβίδες… Ο Μποντ απολάμβανε τα αρώματα των εξωτικών γεύσεων, το γνήσιο ζεστό μεσογειακό αέρα της Ανατολής, τη διακριτική ατμόσφαιρα της αξιοπρεπούς ψυχαγωγίας που τον περικύκλωνε, την ήρεμη αιωνιότητα των αρχαίων κτιρίων σε μικρή απόσταση, μα πάνω απ’ όλα το κορίτσι απέναντι του…
Τον κοίταξε και χαμογέλασε. «Σου αρέσει πολύ, λοιπόν, αυτό το φαγητό».
«Φυσικά… τι άλλο μπορεί κάποιος να ζητήσει;»
«Πολλοί συμπατριώτες σου ζητούν άλλα. Μπριζόλες, αβγά και μπέικον, τηγανητές πατάτες».
«Οι Άγγλοι τις λένε chips».
«Όχι εδώ, όχι πια… Αλλά δεν φαίνεσαι πολύ Εγγλέζος. Καθόλου δηλαδή. Λένε πως ούτε ο λόρδος Βύρων έμοιαζε Εγγλέζος».
«Είμαι βέβαιος πως αυτό το εννοείς ως φιλοφρόνηση», είπε ο Μποντ, «αλλά στ’ αλήθεια δεν μου αρέσει η σύγκριση με τον Βύρωνα. Ως ποιητής ήταν επηρμένος και επιτηδευμένος, χόντρυνε σε νεαρή ηλικία και έπρεπε να κάνει άγριες δίαιτες, το γούστο του στις γυναίκες ήταν τραγικό και ως αγωνιστής για την ελευθερία των Ελλήνων ποτέ δεν πρόλαβε να ξεκινήσει».
Το στόμα της Αριάδνης πήρε μια αυστηρή έκφραση. Άρχισε να του απευθύνεται με ένα μετρημένο τόνο που μαρτυρούσε (υπέθεσε ο Μποντ) τη δυνατότητα της να ελίσσεται σε μια ιδεολογική συζήτηση ανεξάρτητα από την ιδεολογική σχολή που την είχε κατηχήσει. Αλλά η θηλυκότητα της θριάμβευε των εισηγήσεων του Μαρξ και του Λένιν… Ο Μποντ δεν ένιωθε συχνά την επιθυμία το παιχνίδι να είναι μόνο παιχνίδι.
«Δεν είναι σωστό για σένα να μιλάς τόσο άσχημα για έναν τόσο σπουδαίο συμπατριώτη σου», είπε η αυστηρή φωνή. «Ο λόρδος Βύρων ήταν ο ιδρυτής του ρομαντικού κινήματος στη λογοτεχνία σας. Η εξορία του από την Αγγλία ήταν μια νίκη της ηθικής των μπουρζουά. Ήταν τραγωδία που πέθανε προτού προλάβει να οδηγήσει το τάγμα του στη μάχη εναντίον του εχθρού».

Ο Μποντ ήθελε την Αριάδνη περισσότερο από κάθε άλλη. Όταν ανέβηκαν στο 706 και τον έζωσαν τα αγκομαχητά της ποτέ του δεν ένιωσε καλύτερα. Διότι αυτή ήταν η πρώτη (και η τελευταία) φορά που ο Μποντ ερωτεύτηκε μια κομουνίστρια! Λίγο αργότερα η Αριάδνη, η οποία ήταν 7 όταν τελείωσε ο ελληνικός εμφύλιος το ’49, θα του εκμυστηρευτεί πως «ξέρω πως ακούγεται παράξενο, αλλά… βλέπεις, πιστεύω πως στο δικό μας εμφύλιο πόλεμο νίκησε η λάθος παράταξη. Εσύ και πολλοί τη βλέπετε ως δημοκρατική παράταξη. Αλλά θα ήταν τόσο πιο σωστό για τη χώρα αν είχαν επικρατήσει οι κομουνιστές. Αυτοί ήταν οι αληθινοί Έλληνες πατριώτες». Hello! Ο Μποντ είναι στο κρεβάτι με τον αιώνιο αντίπαλο: γυναίκα και κόκκινη! Δεν ξέρει τι να πει. Σε λίγο οι φόβοι του θα διαψευστούν διότι αυτή ήταν, επίσης, η πρώτη και η τελευταία φορά που μια κομουνίστρια βοήθησε τον Μποντ να κερδίσει στη μάχη μετά τη νίκη στο κρεβάτι.

«Ο Έιμις είναι αιρετικός», ειρωνεύτηκε κάποτε ένας θαυμαστής του. «Έδωσε ρόλο σε μια μυαλωμένη αριστερή γυναίκα και έριξε τον Μποντ στην αγκαλιά της. Γι’ αυτό το «Colonel Sun» δεν αγαπήθηκε ιδιαίτερα στο ζενίθ της ψυχροπολεμικής εποχής και γι’ αυτό οι παραδόπιστοι όσο και αντικομουνιστές κληρονόμοι του Φλέμινγκ στράφηκαν σε άλλους συγγραφείς για τις επόμενες περιπέτειες του Μποντ». Η χήρα του Φλέμινγκ, μιλώντας εκείνες τις μέρες για τον Έιμις, δήλωσε ρητά στον εγγλέζικο Τύπο πως δεν ήθελε να ξαναδεί στα μάτια της αυτόν τον «αριστερό οπορτουνιστή».

bond

Το “Colonel Sun” υπογράφει ο Ρόμπερτ Μάρκαμ. Πίσω από αυτό το ψευδώνυμο κρύβεται ο σημαντικός Εγγλέζος συγγραφέας Κίνγκσλεϊ Έιμις.

Το μυστικό του αρχηγείο του στο Αιγαίο παρέχει στον Colonel Sun μυστικότητα και καλοπέραση. Όταν δεν έχει εχθρούς να βασανίσει, πετάγεται με το φουσκωτό του στην άσπιλη ακόμα Μύκονο, για μπάνιο, φρέσκο ψάρι και ό,τι άλλο ήθελε προκύψει.

Καταδίωξη στο Αιγαίο 

Ο Μποντ σε πείσμα της χήρας, πρόλαβε να περάσει την καλύτερη περιπέτεια της μυθικής ζωής του. «Αληθεύει πως οι κομουνίστριες το κάνουν καλύτερα στο κρεβάτι;» ρωτήθηκε κάποτε ο Έιμις. «Ρωτήστε τον Τζέιμς Μποντ», αποκρίθηκε. Λίγο μετά την πρώτη νύχτα, η Αριάδνη είναι αυτή που οργανώνει την αποστολή του Μποντ στην Ελλάδα η οποία έχει δύο στόχους: να βρεθεί ζωντανός ο (συνεργάτης του Μποντ) Μ. μετά την απαγωγή του στο Λονδίνο από δράστες που κατέφυγαν στην Ελλάδα και να αντιμετωπιστεί ο Colonel Sun, ένας αλλόφρων δισεκατομμυριούχος ορκισμένος εχθρός της Αγγλίας που σχεδιάζει από το μυστικό αρχηγείο του στο Αιγαίο να σαμποτάρει μια συνάντηση κορυφής στη Σοβιετική Ένωση και να ρίξει την ευθύνη στον Μποντ και τον Μ., ώστε να ξεσπάσει διπλωματικό επεισόδιο ανάμεσα στις δυνάμεις της Δύσης.

Ο Sun, που ως γνωστόν στα αγγλικά σημαίνει «ήλιος», είναι ο στερεότυπος αντίπαλος της ψυχροπολεμικής Δύσης, ο οποίος στη συγκριμένη ιστορία αποκτά κάποια εκκεντρικά χαρακτηριστικά. Όπως συστήνεται ο ίδιος στον Μποντ, «το όνομα μου είναι Sun. Συνταγματάρχης Sun Liang-tan του Κινεζικού Στρατού του Λαού». Ο εχθρός είναι Κινέζος, ψηλός, πολυμήχανος και κατά τις ενδείξεις κρυφός γκέι. Το αρχηγείο του στο Βραχονήσι, ένα ξερονήσι κάπου ανάμεσα στη Νάξο, την Πάρο και τη Μύκονο, του παρέχει μυστικότητα και καλοπέραση. Όταν δεν έχει εχθρούς να βασανίσει, ο Sun πετάγεται με το φουσκωτό του στην άσπιλη ακόμα Μύκονο για μπάνιο, φρέσκο ψάρι και ό,τι άλλο ήθελε προκύψει. Τώρα όμως, κρατάει το ψάρι από τη μύτη. Ο Μποντ είναι το τέλειο λαυράκι του Κινέζου. Πέρα από τέλειος εκπρόσωπος του εχθρού είναι και ο τέλειος αρσενικός για όλα τα υπόλοιπα.

«Εδώ είμαστε, Τζέιμς, οι δυό μας, σ’ένα κελάρι σε ελληνικό νησί», λέει ο Sun με ρίγος. «Υπό την καθοδήγηση ενός συνεργάτη μου, το κορμί σου, μαζί με αυτό του αφεντικού σου (του Μ.), θα γίνει ζωτικό όργανο σε μια μεγαλοφυή πολιτική πλάνη που στοχεύει να προκαλέσει σοβαρές ζημιές στο πρεστίζ της χώρας σου». Δεν σταματάμε, όμως, στη διπλωματία. «Μου αρέσει να βασανίζω ανθρώπους», συνεχίζει με πιο φιλοσοφικό τόνο ο διαβασμένος μεγιστάνας. «Όπως εξηγεί ο ντε Σαντ στη “Φιλοσοφία του Μπουντουάρ”, μόνο μέσω της βαναυσότητας μπορεί να ανέβει κάποιος στα ύψη μιας υπεράνθρωπης συνείδησης, μια ευαισθησία για ένα νέο τρόπο ύπαρξης που δεν μπορεί να αποκτηθεί με καμία άλλη μέθοδο. Και το θύμα –όπως κι εσύ, επίσης, Τζέιμς-, θα διαφωτιστεί πνευματικά με τον τρόπο που τόσες πολλές χριστιανικές ηγετικές μορφές περιγράφουν ως ανυψωτικό για την ψυχή: διά μέσου του μαρτυρίου. Πλάι ο ένας δίπλα στον άλλο θα εξερευνήσουμε παρέα αυτά τα ύψη».

Αυτή είναι ίσως η πιο γαργαλιστική εισαγωγή που έχω διαβάσει ποτέ σε κεφάλαιο βασανιστηρίου του Μποντ. Όπως παρατηρεί ένας σχολιαστής, «υπήρχαν στιγμές που έκλεινα τα μάτια μου στις περιγραφές αυτών που έκανε ο Sun στον Μποντ». Εγώ πάλι όχι. Για τα σημερινά δεδομένα, τα αποτρόπαια βασανιστήρια που υπέστη ο Μποντ στο ελληνικό νησί του Κινέζου διαβάζονται ως μια campy εξιστόρηση που πάνω απ’ όλα μαρτυρά την παιχνιδιάρικη, αν όχι ανατρεπτική διάθεση του Έιμις. Περιττό κάποιος να αναφέρει ότι ο Τζέιμς θα επιζήσει των βασανιστηρίων του Κινέζου με τον ίδιο φλεγματικό τρόπο που επέζησε των φυσικών δοκιμασιών από τον Λε Σιφρ στο «Casino Royale».

Το Αιγαίο θα καταπιεί τελικά τον Κινέζο και το νησί του –γι’ αυτό ίσως το Βραχονήσι του Έιμις δεν υπάρχει πια στον ελληνικό χάρτη- όπως κατάπιε κατά καιρούς όλους τους κακούς της ιστορίας και του μύθου. Χάρη στην Αριάδνη και τον Νίκο Λίτσα, έναν πρώην αντάρτη του εμφυλίου που είναι το κλειδί της επιτυχίας του 007 σε αυτήν την αποστολή του, ο Τζέιμς θα επιστρέψει στο κρεβάτι της Αριάδνης με πολλούς μώλωπες και θαυμάσια στύση. Είναι το χάπι-εντ αλά γκρέκα που ο Έιμις επεφύλαξε στον Άγγλο ιππότη. «Έλα στο Λονδίνο μαζί μου, Αριάδνη», παρακαλάει ο Μποντ τη μούσα του στο τέλος, καθώς περπατούν στην πλατεία Συντάγματος ανάμεσα στα περιστέρια. Τι άλλο μπορεί να αποκριθεί μια αριστερή πατριώτισσα σε μια τέτοια πρόταση πέρα από «όχι»; Είναι αυτό το «όχι» που ραγίζει την ψυχή του Μποντ, ο οποίος θέλει να μείνει για πάντα εδώ, ανάμεσα στα περιστέρια και να γίνει κι αυτός αριστερός!

Αλλά η χήρα του Φλέμινγκ, εννοείται, δεν αστειεύεται. Ο Μποντ φεύγει μόνος για το Λονδίνο και στο αεροπλάνο φοβάται πως όλα αυτά ήταν ίσως γέννημα μιας τρελής φαντασίας – η Αριάδνη, ο Κινέζος, το αφρισμένο Αιγαίο. Πρέπει να ξαναγυρίσει στην Ελλάδα και θα ξαναγυρίσει, αλλά πολύ αργότερα και μόνο ως ήρωας του Cineplex. Ως τότε η Αριάδνη θα έχει χαθεί στη Νάξο και η Ελλάδα δεν θα είναι πια η χώρα που μάγεψε τον Μποντ. Στην αρχή της γνωριμίας τους η Αριάδνη του παραπονέθηκε για την «αλλοτριωμένη ταυτότητα των Ελλήνων» στο τοπίο του εκσυγχρονισμού.

«Σε τριάντα χρόνια», σκέφτηκε τότε ο Μποντ, «ίσως και γρηγορότερα, θα υπάρχει μόνο ένας ομογενοποιημένος κόσμος, ένα δίκτυο από αυτοκινητόδρομους, χαμπουργκεράδικα και νέον που θα τον διακόπτει μόνο ο Ατλαντικός και θα απλώνεται από το Λος Άντζελες ως την Ιερουσαλήμ, πιθανόν κι ως την Καλκούτα. Εκεί που υπήρχαν Αμερικανοί και Βρετανοί και Γάλλοι και Ιταλοί και Έλληνες και οι υπόλοιποι, θα υπάρχουν πλέον μόνο πολίτες της Δύσης, ομοιόμορφοι και εύποροι, κυριευμένοι από ενοχές και από νευρώσεις, αλκοολικοί με τάσεις αυτοκτονίας, ομοιόμορφοι σε όλα. Αλλά ήταν αυτή η προοπτική τόσο απεγνωσμένα κακή; αναρωτήθηκε ο Μποντ. Ακόμα και στη χειρότερη περίπτωση, όχι τόσο κακή όσο εκείνη που πρόσφερε το ανατολικό μπλοκ, όπου η ομοιομορφία δεν προέκυπτε από σύμπτωση, αλλά από το νόμο του Κράτους. Υπήρχαν ακόμα δύο πλευρές: το σωστό υπό όρους και αμφιβολίες και το λάθος χωρίς όρους».

Ο Μποντ του Έιμις ήταν τόσο μπροστά από την εποχή του που στο τέλος τον κατάπιε η προφητεία του για το μέλλον. Η Αριάδνη δεν τον ξαναείδε ποτέ. Όπως προειδοποίησε κάποτε τον Μποντ ένας ανώτερος του, «Όταν ένας μυστικός πράκτορας αρχίζει να σκέφτεται πολύ, όταν αρχίζει να αισθάνεται ευαίσθητος και να φιλοσοφεί τη ζωή, ξέρεις πως ήρθε η ώρα να πεθάνει».

Διαβάστε ακόμα: Οι 15 συλλεκτικές αφίσες του James Βond που δημοπρατήθηκαν από τους Christie’s.

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close