Πώς να μιλήσει κάποιος σήμερα σ’ έναν νέο για την εξέγερση του Πολυτεχνείου;

«Η γενιά του Πολυτεχνείου απέφυγε να μιλήσει για τον εαυτό της, κι αυτό το πληρώνει χρόνο με το χρόνο», γράφει ο Βασίλης Καραποστόλης. «Δίστασε να επωμισθεί ως το τέλος το νόημα της πράξης της. Εξ ου και η αμηχανία της όταν εκλήθη να μεταγγίσει αυτό το νόημα στους νεότερους».

 
5689-e1387544410784

«Εκείνο που τελικά έχει σημασία στην εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν είναι το δράμα των χαρακτήρων αλλά ο επικός πυρήνας, δηλαδή η Πράξη που συντελέστηκε και που πάντα απευθύνει το ερώτημα: ‘’Αν χρειαζόταν, θα μπορούσαν να ηχήσουν ξανά τα ίδια συνθήματα;’’», γράφει ο Βασίλης Καραποστόλης.

Για να μιλήσει κάποιος σήμερα σ’ έναν νέο σχετικά με την εξέγερση του Πολυτεχνείου, πρέπει πρώτα απ’ όλα να ξεπεράσει τις αναστολές του. Έχει απέναντί του έναν ακροατή με μειωμένη εξ αρχής την προσοχή του – δεν φαίνεται να βρίσκει ισχυρό λόγο για να τεντώσει τ’ αφτιά του. Ν’ ακούσει, άλλωστε, τι; Ότι κάποια περιστατικά, ασυνήθιστα και γεμάτα ένταση, συνέβησαν «κάποτε». Εκεί οφείλεται η αμηχανία του αφηγητή. Καταλαβαίνει ότι πρόκειται να αναφερθεί σε συμβάντα που μοιάζουν ανεπίστρεπτα. Καταλαβαίνει επίσης ότι έχει κι αυτός την ευθύνη του που κυριάρχησε αυτή η εντύπωση.

Η γενιά του Πολυτεχνείου απέφυγε να μιλήσει για τον εαυτό της, κι αυτό το πληρώνει χρόνο με το χρόνο. Υπερασπίστηκε πίσω από εκείνα τα θρυλικά κάγκελα την ελευθερία, αλλά εγκατέλειψε στη συνέχεια την προσπάθεια να κάνει απολογισμό, να υπογραμμίσει τα σημαντικά και να παραμερίσει τα ασήμαντα. Δίστασε να επωμισθεί ως το τέλος το νόημα της πράξης της. Εξ ου και η αμηχανία της όταν εκλήθη να μεταγγίσει αυτό το νόημα στους νεότερους.

«Είναι παράξενο: οι άνθρωποι που πραγματοποίησαν το εξαιρετικό μπέρδεψαν τα λόγια τους όταν τους ρώτησαν γι’ αυτό».
polytexneio73-030-1190

«Αυτά τα παιδιά, που ωρίμασαν σε μια νύχτα αντιμετωπίζοντας τα τανκς, καταδικάστηκαν στη συνέχεια να κυκλοφορούν σαν πλάσματα που τα παρήγαγαν οι έκτακτες συνθήκες – θεωρήθηκαν απλώς προϊόντα μιας φαντασμαγορικής συγκυρίας».

Από μιαν άποψη το πρόβλημα φαίνεται ότι ήταν σύμφυτο με τις περιστάσεις. Το γεγονός ότι στην εξέγερση πρωτοστάτησε η ηλικία των είκοσι ετών καθόρισε και την κατοπινή δυσκολία των πρωτεργατών ν’ αναλάβουν έναν επιπλέον ρόλο. Υπήρξαν αγωνιστές και έπρεπε τον επόμενο κιόλας χρόνο ν’ αρχίσουν να «επεξηγούν» τον αγώνα τους. Τους το ζητούσε η Μεταπολίτευση. Ήταν όμως πολύ νέοι, πάρα πολύ νέοι για να φερθούν σαν Πατέρες, Καθοδηγητές, Ηγέτες. Προϋπόθεση για να ασκήσεις ηγεμονία είναι να περηφανεύεσαι σ’ έναν ορισμένο βαθμό γι’ αυτό που κάνεις ή έκανες. Κι αυτό η γενιά του Πολυτεχνείου ούτε καν το επιχείρησε, γιατί δεν ήξερε να παρουσιάσει ως αντικείμενο θαυμασμού τη στάση της: το κουράγιο, το θάρρος μπροστά στον κίνδυνο, την αντοχή στο μαρτύριο. Είναι παράξενο: οι άνθρωποι που πραγματοποίησαν το εξαιρετικό μπέρδεψαν τα λόγια τους όταν τους ρώτησαν γι’ αυτό.

Διαβάστε ακόμα: Αναζητώντας τα παιδιά της δικτατορίας.

Zwh-san-timologio-COVER

Το τελευταίο βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη «Η ζωή σαν τιμολόγιο» (εκδ. Πατάκη, Δεκέμβριος 2014) περιλαμβάνει κείμενά του που γράφτηκαν τα τελευταία 25 χρόνια.

Η δυσκολία τους, ωστόσο, μοιάζει λιγότερο παράξενη όταν σκεφτούμε ότι βυθίστηκαν πολύ σύντομα, μετά την πτώση της χούντας, σε μια εποχή στην οποία η λέξη ηρωικό απωθούσε, γιατί μύριζε παλιές ρητορείες. Ταυτίστηκε το ηρωικό με το μυθικό, το ψευδοδιογκωμένο, το εξωανθρώπινο. Έτσι αυτά τα παιδιά, που ωρίμασαν σε μια νύχτα αντιμετωπίζοντας τα τανκς, καταδικάστηκαν στη συνέχεια να κυκλοφορούν σαν πλάσματα που τα παρήγαγαν οι έκτακτες συνθήκες – θεωρήθηκαν απλώς προϊόντα μιας φαντασμαγορικής συγκυρίας.

Σύμφωνα με την κυρίαρχη απομυθοποιητική λογική, μερικοί φοιτητές απέναντι στην καταπίεση ενός καθεστώτος αντέδρασαν σχεδόν φυσιολογικά, αυτό είναι όλο. Έπειτα, όταν εξομαλύνθηκε η κατάσταση, οι φοιτητές πήραν τους κανονικούς δρόμους: το επάγγελμα, η σταδιοδρομία ή η πολιτική απορρόφησαν το παρελθόν τους. Έφθασε μάλιστα σε τέτοιο σημείο η απορρόφηση ώστε η μεταγενέστερη εξέλιξη να φαίνεται ότι διέψευσε εντελώς το νεανικό ξεκίνημα. Άτομα που στα είκοσί τους κραύγαζαν για την ελευθερία, έχοντας πια μεγαλώσει, σιωπούν ή λένε ανέκδοτα σε βραδινές συγκεντρώσεις, για να ελαφρώσουν τις έγνοιες τους. Και τι μ’ αυτό; Ας μη μας ξενίζει υπερβολικά το φαινόμενο. Μια πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης μπορεί να προσφερθεί στην ιστορία, να εκραγεί και να λάμψει εκτυφλωτικά – οι άλλες πλευρές να βουλιάξουν στο σκοτάδι της συνήθειας και της φθοράς.

Δεν ενδιαφέρει τελικά το τι απέγιναν οι πρωταγωνιστές κι αν μερικοί απ’ αυτούς, καθώς μεγάλωναν, μίκραιναν πολύ. Εκείνο που έχει σημασία στην εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν είναι το δράμα των χαρακτήρων, αλλά ο επικός πυρήνας, δηλαδή η Πράξη που συντελέστηκε και που πάντα απευθύνει το ερώτημα: «Αν χρειαζόταν, θα μπορούσαν να ηχήσουν ξανά τα ίδια συνθήματα;» Αυτό το ερώτημα οι νέες γενιές δεν μπορούν να το αποφύγουν. Θα το απαντήσουν υποχρεωτικά και με το δικό τους τρόπο αργά ή γρήγορα, την ώρα που οι γονείς τους θα μελαγχολούν, θα νοσταλγούν ή θα χασμουριούνται πάνω από το άδειο ποτήρι τους.

//Το κείμενο που φιλοξενεί η στήλη είναι από το βιβλίο του συγγραφέα και καθηγητή Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Βασίλη Καραποστόλη «Η ζωή σαν τιμολόγιο», εκδ. Πατάκη. Ο τίτλος του στο βιβλίο είναι «Μια γενιά σε μια νύχτα».

Διαβάστε ακόμα: Βασίλης Καραποστόλης – «Τι δεν είπαν οι μεγαλύτεροι στους νεότερους».

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top