Οι δύο δίσκοι που κυκλοφόρησαν το 2015 και το 2017 από την αμερικάνικη δισκογραφική Olvido Records σε συμπαραγωγή με τη Mississippi Records.

Έτος 2014. Ένα κορίτσι καθισμένο στο γραφείο του, στο μικρό ισόγειο διαμέρισμά του στα Εξάρχεια, ξυπόλητο, έπινε κρασί, σημείωνε διάφορες σκέψεις και άκουγε μουσική από το Youtube στο λάπτοπ του. Σπούδαζε Νομικά, αρθρογραφούσε αφιλοκερδώς σε σάιτ και εφημερίδες φρι πρες, τραγουδούσε σε μικρά ταβερνάκια και μπαρ παλιά λαϊκά τραγούδια. Είχε ξεκινήσει να καπνίζει, αισθανόταν μποέμ, ελεύθερο, αβαρές, έτοιμο για τρανές δαγκωματιές του φρούτου που το λένε ζωή.

Κάποια στιγμή, από την λίστα με τα ρεμπέτικα τραγούδια, έπαιξε το «Κάηκε ένα σχολείο» και το κορίτσι σταμάτησε ότι έκανε. Από την στιγμή που γνώρισε τον Κωστή Μπέζο, έστω 70 χρόνια μετά τον θάνατό του, τον αγάπησε. «Αυτός εδώ είναι αλλιώτικος», σκέφτηκε το κορίτσι. Το κορίτσι ήμουν εγώ και έμελλε να συναντηθώ αρκετές φορές στην ζωή μου με τον πεθαμένο, αλλά ολοζώντανο, άχρονο, παντοτινό και παντελώς sui generis πλάνητα-ρεμπέτη-χιουμορίστα-ηδονιστή-μποέμ Κωστή Μπέζο.

Ο Μπέζος ήταν ένας ροκ σταρ, ροκ πριν καν υπάρξει ροκ, έζησε έντονα, έκανε μπόλικα, πιθανώς ερωτεύτηκε και τον ερωτεύτηκαν, και πέθανε νωρίς.

Είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο μπόρεσα να ταυτιστώ, από την άποψη της πολυπραγμοσύνης του, που έχω την αίσθηση ότι κρινόταν αυστηρά, σκωπτικά ή και κοροϊδευτικά από κάποιους της εποχής του. Δεν ήταν καθαρόαιμος αυτός ο άνθρωπος από τίποτα, ήταν ένας «μπάσταρδος» της τέχνης, δεν ανήκε πουθενά, έπαιρνε τα πάντα στα σοβαρά και στην πλάκα την ίδια ακριβώς στιγμή, κατάφερε να μπερδέψει ακουσίως, φυσικά, όλους τους πολύξερους μελετητές και προσεγγιστές του μέλλοντος, να μην ξέρουν πού να τον κατατάξουν, τι να πουν και τι να πρωτοανακαλύψουν από εκείνον και για εκείνον.

Δεν ξέρω αν με βρίσκει σύμφωνη ο χαρακτηρισμός του ως εφάμιλλου των μεταπολεμικών υπαρξιστών στο Παρίσι. Ούτε Μπορίς Βιάν, ούτε Ζορζ Μπρασένς. Ο Μπέζος ήταν ένας ροκ σταρ, ροκ πριν καν υπάρξει ροκ, έζησε έντονα, έκανε μπόλικα, πιθανώς ερωτεύτηκε και τον ερωτεύτηκαν, και πέθανε νωρίς. Ε, σίγουρα θα είχε φουμάρει και κανένα χασισάκι, θα είχε πιει και καμιά ψιλή. Αν και ουδέποτε φαίνεται πως σφετερίστηκε τον ρεμπέτικο τρόπο ζωής με τον οποίο διατήρησε μια εκλεκτική, αισθητικού τύπου συγγένεια, από το συνεχώς κινούμενο όχημα-κορμί του που βίωνε την μποεμία των υπογείων, των φυλακών και των μπουζουκοκατανύξεων με τον σεβασμό του θεατή.

Αν και ουδέποτε σφετερίστηκε τον ρεμπέτικο τρόπο ζωής, διατήρησε μια εκλεκτική, αισθητικού τύπου συγγένεια με την την μποεμία των υπογείων, των φυλακών και των μπουζουκοκατανύξεων.

Θαύμαζε κάθε λαϊκή τέχνη: τον Καραγκιόζη, τα λαϊκά θεάματα, τα καφενεία και τα πάλκα (σύχναζε στον τεκέ του Μάρκου Βαμβακάρη), την καθημερινότητα της εποχής του, την οποία αντιλαμβανόταν στην ποιητική της, ερωτική διάσταση, χωρίς να γείρει ποτέ στη μπάντα της καλλιέπειας ή της γλυκερότητας. Ήταν, λένε οι γνώστες κι οι μελετητές, όμορφος, ψηλός, λεπτός, με στυλ, χιουμορίστας, περιζήτητος από τον γυναικείο πληθυσμό.

Το στυλ του Μπέζου ήταν διακριτό αλλά ακατάταχτο. Φορούσε λευκά πουκάμισα, ελαφρώς ανοιχτά με μία αστική κομψότητα. Σακάκια όχι ιδιαιτέρως φαρδιά, μα με ωραία εφαρμογή, σαν Αμερικανός σταρ. Είχε πλούσια κόμη, με προσεκτικά χτενισμένη χωρίστρα και γυαλιστερά, πιθανώς από την αλοιφή Douglas (προφερόταν ως ντούγκλας, όπως έχουμε όλοι ακούσει το τραγούδι «Καπετανάκης» «που’ χει ντούγκλα στο μουστάκι») που πολλοί άντρες, ιδίως οι ρεμπέτες, εφάρμοζαν στα μαλλιά και το μουστάκι.

Είχε υιοθετήσει ένα, απαράμιλλης λιτότητας, casual chic που θα μπορούσε κάλλιστα να σταθεί και στις μέρες μας, ως πρότυπο καλοντυμένου μάγκα.

Ο Μπέζος δεν διατηρούσε μουστάκι, όπως ήταν της μόδας την δεκαετία του 30. Οι φωτογραφίες αποκαλύπτουν ένα γυαλιστερό, γυμνό πρόσωπο, το πρόσωπο ενός γνήσιου γόη, που δεν χρειαζόταν προσχήματα αρρενωπότητας.

Ο Κωστής έχει απεικονιστεί και με κομψά κοστούμια, αλλά και με λευκά μαντήλια στον λαιμό, ένας υπέροχος Έλλην δανδής. Φορούσε παπούτσια δερμάτινα, όπως φορούσαν συνήθως οι περισσότερο ευκατάστατοι Μικρασιάτες πρόσφυγες, διασωθέντα από την ευμάρεια των παλιών ζωών τους στην Ανατολή- ακόμα ένα δείγμα της καλαισθησίας και του ακριβού γούστου του Μπέζου. Αν σκεφτούμε ότι μπορεί με το ίδιο ντύσιμο να εμφανιζόταν το πρωί στην εφημερίδα και το βράδυ σε κάποιο καφενείο για να ακούσει μουσική και να πιει κρασί- είχε υιοθετήσει ένα, απαράμιλλης λιτότητας, casual chic που θα μπορούσε κάλλιστα να σταθεί και στις μέρες μας, ως πρότυπο καλοντυμένου μάγκα.

Σε κάποιες φωτογραφίες του μοιάζει με σταρ του σινεμά, αλλά ίσως είναι και η ζωή του, σε συνδυασμό με την θαυματουργή πατίνα του χρόνου, που μαγεύει τις εντυπώσεις. Τόσο, που για χρόνια κυκλοφορούσαν στην πιάτσα απόψεις όπως ότι ο Μπέζος δεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο, αλλά ότι, ας πούμε, πίσω από την περσόνα αυτή βρισκόταν ο Κώστας Σκαρβέλης. Κι όμως, αυτός υπήρξε και παραϋπήρξε.

Για χρόνια κυκλοφορούσαν στην πιάτσα απόψεις όπως ότι ο Μπέζος δεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο.

Εκτός από συνθέτης ήταν και ταλαντούχος ζωγράφος και ζωγράφιζε από πίνακες μέχρι σκηνικά θεάτρου- όπως στη φωτογραφία για μία παράσταση στη γενέτειρα του.

Εν ζωή

Γεννήθηκε στο Μπολάτι της Κορινθίας το 1905 και πέθανε εν μέσω Κατοχής, το 1943, τον παγωμένο εκείνο Γενάρη, από φυματίωση, μόλις 38 ετών. Οι γονείς του ήταν, λέει, μεσοαστοί, όχι χειρώνακτες ή φτωχοί αγρότες. Ο Κωστής πέρασε Καλών Τεχνών στην Αθήνα, αλλά δεν την τελείωσε ποτέ. Άρχισε να μαθαίνει κιθάρα, αν και δεν έπαψε να ζωγραφίζει.

Μάλιστα, αρχές της γόνιμης και πληθωρικής για την έμπνευση Ελλήνων τε και Ευρωπαίων καλλιτεχνών δεκαετίας του ‘30, ο Μπέζος  συνεργάστηκε με την καθημερινή και μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα Πρωία, της οποίας έγινε ο βασικός σκιτσογράφος, ενώ συχνά αρθρογραφούσε εκεί (υπήρξε συνάδελφος και του Βάρναλη), αλλά και στην εφημερίδα Ακρόπολις.

Ο Μπέζος κατέγραφε την κοινωνική ζωή, ως αθηναιογράφος, μετέδιδε παραστατικά και γλαφυρά τις εμπειρίες του ως θαμώνας σε ταβέρνες και στέκια. Κάποια στιγμή, ας πούμε, είχε βρεθεί σε ένα μαγαζί, όπου έτυχε να δει και να μιλήσει με τον διαβόητο εκείνης της εποχής Σωτήρη Γαβαλά ή Μεμέτη*, άφθαστο χορευτή χασάπικου και, κυρίως, ζεϊμπέκικου. Ο Μπέζος σκίτσαρε τον Γαβαλά να χορεύει ζεμπεκιά με ένα ποτήρι στο κεφάλι για την  εφημερίδα «Ελληνικόν Μέλλον» στις 13/11/1939, για λογαριασμό κειμένου με τίτλο: «Ο ΜΕΜΕΤΗΣ τα βιολιά που βαρούν και το… ζεϊμπέκικο».

Ως αθηναιογράφος, μετέδιδε παραστατικά και γλαφυρά τις εμπειρίες του ως θαμώνας σε ταβέρνες και στέκια.

Καθώς ξεκινούσε ο πόλεμος του’40, ο Μπέζος σκιτσάριζε  γελοιογραφίες στην εφημερίδα Πρωία που εξύψωναν το ηθικό των αναγνωστών.

Οι πρώτες του ηχογραφήσεις, που σκιαγραφούν ευκρινώς την δράση του ως μουσικού, είναι τα έξι πρώτα τραγούδια που ηχογράφησε με το ψευδώνυμο Α. Κωστής το 1930, όταν ήταν 25 ετών. Ο πρώτος του δίσκος ήταν ρεμπέτικος και περιείχε τα τραγούδια «Στην υπόγα» και το διάσημο μέχρι σήμερα (με πλείστες όσες σκυλάδικου ύφους διασκευές) «Ήσουνα ξυπόλυτη» (Η Παξιμαδοκλέφτρα). Γνώριζε Βαμβακάρη, Σκαρβέλη, Γιάννη Δραγάτση, σύχναζε σε μέρη όπου έπαιζαν κι έπιναν μουσικοί, οι επιρροές του είναι αδιαμφισβήτητες και ο ίδιος μοιάζει περήφανος γι’ αυτές. Κι όμως, ο Μπέζος φτιάχνει τον δικό του ήχο μονομιάς.

Το 1932, ο Μπέζος ηχογράφησε έξι ακόμη τραγούδια, που ήταν και η τελευταία δισκογραφική του ενασχόληση με το ρεμπέτικο, αφού ήδη από το 1931 πιστοποιείται η δημιουργία της πρώτης ορχήστρας με χαβάγιες (από την κιθάρα τύπου χαβάγια), που πήρε το όνομα «Άσπρα Πουλιά» -μιας που οι μουσικοί στις εμφανίσεις τους φορούσαν πάντα άσπρα ρούχα. Η ορχήστρα** την οποία διηύθυνε ο νεαρός Μπέζος αποτελείτο από εννέα άτομα τα οποία έπαιζαν κιθάρα, χαβάγια και τραγουδούσαν.

Ο Μπέζος με τις πρώτες του ηχογραφήσεις φτιάχνει το δικό του ήχο μονομιάς.

Πραγματοποίησε ο Κωστής πολλές περιοδείες με τη διάσημη ορχήστρα του σε πόλεις της Ελλάδας, την Κωνσταντινούπολη, την Αίγυπτο και αλλού, αν και δεν πρόλαβε ποτέ του να πάει στην Αμερική -εκεί πιθανώς θα μεγαλουργούσε, ως γνήσιος, ευφυής multi-tasker που ήταν και με τα δεδομένα των δυνατοτήτων εκεί, για ηχογραφήσεις και συνεργασίες με μουσικούς και άλλους καλλιτέχνες.

Ο Μπέζος, αεικίνητος και γενναιόδωρος με τον χρόνο και την έμπνευσή του, συνεργάστηκε στη δισκογραφία και στα κέντρα και με άλλα γνωστά πρόσωπα της μουσικής ζωής, όπως ο Νίκος Χατζηαποστόλου, ο Εντουάρντο Μπιάνκο, ο Χρήστος Χαιρόπουλος, ο Σώσος Ιωαννίδης, ο Γρηγόρης Κωνσταντινίδης, ο Ιωάννης Κυπαρίσσης, ο Αιμίλιος Σαββίδης, ο Πωλ Μενεστρέλ, ο Βασίλης Μεσολογγίτης, ενώ τραγούδια του ερμήνευσαν μεταξύ άλλων και οι: Ορέστης Μακρής, Νικόλαος Μοσχονάς, Τάσος Βάμπαρης, Δανάη Στρατηγοπούλου (της οποίας τη σπουδαία φωνή ανακάλυψε πρώτος ο Μπέζος)***, Κάκια Μένδρη, Χρήστος Μνηματίδης, Ρένος Τάλμας, Νίκος Γούναρης.

Από το 1931 πιστοποιείται η δημιουργία από τον Μπέζο της πρώτης ορχήστρας με χαβάγιες, που πήρε το όνομα «Άσπρα Πουλιά».

Τα «Άσπρα Πουλιά» σε απαρτία, ο Κωστής Μπέζος διακρίνεται καθιστός, στη μέση αριστερά, με την κιθάρα στα πόδια.

Όταν ο Αττίκ έστησε την υπαίθρια «Μάντρα» του το καλοκαίρι 1930, μέσα σε δυο εβδομάδες καιρό, σ’ ένα οικόπεδο στην οδό Μηθύμνης, στην Πλατεία Αγάμων (νυν Αμερικής), ο Μπέζος δεν γινόταν να μην συμμετέχει. Αν και μετά το 1930-1932, μετά την ηχογράφηση των πρώτων του ρεμπέτικων, δεν υπάρχουν στοιχεία για επανενασχόληση με το είδος, δεν έπαψε να είναι ενεργός σε κάθε τι που τον ενδιέφερε, καλλιτεχνικό ή μη.

Γράφει ο μελετητής και έγκριτος μπλόγκερ Πάνος Σαββόπουλος ότι είναι πιθανόν ο Κωστής Μπέζος να ηχογράφησε παίζοντας μαζί με τον, διάσημο εκείνη την εποχή, Tau Moe, ο οποίος βρέθηκε στην Αθήνα γύρω στα 1937-38. Ο Tau Moe (1908-2004) ήταν Αμερικανός μορμόνος με γυναίκα Χαβανέζα, μιλούσε δέκα γλώσσες, έπαιζε μεταλλική χαβάγια κιθάρα είχε οικογενειακό «θίασο-συγκρότημα» και το 1936-1938 περιόδευσε: Συρία, Παλαιστίνη, Τουρκία, Ελλάδα, Ρωσία, Γερμανία.

Ο Κωστής Μπέζος έπαιξε και στον κινηματογράφο. Είχε έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία «Μαγια η Τσιγγάνα» του σκηνοθέτη Γιάννη Χριστοδούλου από την οποία δεν υπάρχει κόπια. Λίγο μετά ο ίδιος σκηνοθέτης τον χρησιμοποίησε ως πρωταγωνιστή σε μία πολεμική ταινία.  Τα γυρίσματα της ταινίας που είχε τίτλο «Σιωπηλή Σύρραξις» άρχισαν προπολεμικά, διακόπηκαν λόγω πολέμου, ενώ συνεχίστηκαν μετά την απελευθέρωση με νέο σενάριο του Δ.Γιαννουκάκη. Τότε αφαιρέθηκαν όλες οι σκηνές του Κώστα Μπέζου που στο μεταξύ είχε πεθάνει, σύμφωνα με πληροφορίες από το βιβλίο «Λεξικό Ελληνικών Ταινιών – Από το 1914 ως το 2000» του Δημήτρη Κολιοδήμου.

Ο συνάδελφός του στην εφημερίδα “Πρωία”, ποιητής Κώστας Βάρναλης, ο άνθρωπος που έγραψε το μεγαλειώδες ποίημα «Μες στην υπόγεια την ταβέρνα»,  τον αποχαιρετά, δίνοντας μας στοιχεία για το πώς αντιμετώπιζε τα προβλήματα υγείας του: «Αυτή η μποέμικη αταξία της ζωής του τον έφαγε. Διαρκώς αδυνάτιζε. Έβηχε. Και πριν από ένα χρόνο και πλέον τόνε δέχτηκε η “Σωτηρία”. Οι φίλοι, που τον αγαπούσαν, κι οι γνωστοί, που τον εκτιμούσαν, λυπηθήκανε πολύ. Γιατί η κατάστασή του δε σήκωνε διόρθωση. Έφυγε κι από κει, γιατί η μοίρα του το είχε να μη ριζώνει πουθενά. Πήγε στην Αγία Παρασκευή. Εκεί σ’ ένα δωμάτιο ακατάστατο και υγρό έρεβε τελειωτικά και καμιά βοήθεια δεν μπορούσε πια να τον σώσει. Ο γιατρός τελευταία, αφού απελπίστηκε, του κατάργησε κάθε δίαιτα και του επέτρεψε να τρώγει ότι ήθελε. Γιατί να τον βασανίζει άδικα;».

Γιατρέ, του είπε μπροστά σε κάτι φίλους, που πήγανε να τον ιδούνε, σου χρωστώ μεγάλη χάρη για όσα μου έκανες. Αλλά σε παρακαλώ να μη μου αρνηθείς μια τελευταία χάρη.

– Ποιαν;

– Δώσε μου ένα φάρμακο να πεθάνω απόψε. Γιατί να βασανίζομαι άδικα;

– Δεν ντρέπεσαι; του απάντησε ο γιατρός. Θα γίνεις καλά την άνοιξη.

 Και πραγματικά μέσα σε μια βδομάδα έγινε απολύτως καλά. Πέθανε. Μια ζωή, ένα παραμύθι, ένας τάφος. Τι άδικα που χάθηκε μια εξαιρετική καλλιτεχνική ψυχή, ένας θαυμάσιος άνθρωπος, ο τελευταίος της γενεάς των βοημών!».

Από τα μέσα του ’60 άρχισε ένας κύκλος αναζητήσεων για να εξακριβωθεί η ταυτότητα του ιδιότυπου αυτού κιθαρίστα και τραγουδιστή.

Το εσώφυλλο του δίσκου «The Jail’s a fine school» από την αμερικάνικη δισκογραφική Olvido Records σε συμπαραγωγή με τη Mississippi Records.

Μετά θάνατον

Από τον θάνατό του μέχρι τα μέσα του ‘60, επικράτησε μια ησυχία περί Μπέζου. Από όταν όμως βρέθηκε ο πρώτος δίσκος του Α. Κωστή, άρχισε κι ένας κύκλος αναζητήσεων για να εξακριβωθεί η ταυτότητα του ιδιότυπου αυτού κιθαρίστα και τραγουδιστή. Γύρω στο 1975 βρέθηκε και δεύτερος δίσκος του, με τα τραγούδια «Γιάννης ο χασικλής» και το προσωπικό μου λατρεμένο, το «Κάηκε κι ένα σχολείο».

Λίγο μετά, αποδελτιώνοντας τις ελληνικές εφημερίδες της Αμερικής, ο φίλος μου ο Παναγιώτης Κουνάδης εντόπισε σε διαφημιστικό κατάλογο της Orthophonic του 1933 την ύπαρξη ενός τρίτου δίσκου του Α. Κωστή, με τα τραγούδια «Τουμπελέκι-τουμπελέκι» και «Η Φυλακή είναι σχολείο». Τα επόμενα χρόνια, 1989-1990, βρέθηκαν δύο ακόμη δίσκοι του Α. Κωστή με τα τραγούδια «Τούτο το καλοκαιράκι», «Αδυνάτισα ο καημένος» και τα οργανικά «Τρούμπα» και «Ντερτιλίδικο», ενώ υπήρχε και ένας έκτος δίσκος της σειράς αυτής, που ένα αντίτυπό τους βρέθηκε στα χέρια συλλέκτη στην Αγγλία.

«Οι τίτλοι “αριστοκράτης μάγκας” και άλλα χαζοχαρούμενα ψευτοδημοσιογραφικά τερτίπια γιά χάνους, είναι ξυσίματα στην πλάτη, ανούσια και “της πλάκας”».

Γύρω στο 1990, ο Παναγιώτης Κουνάδης αναζήτησε την ταυτότητα του Α. Κωστή κάνοντας διάφορες υποθέσεις. Η πρώτη πραγματική προσέγγιση του θέματος άρχισε στις αρχές του 1994, όταν ανακάλυψε ότι συνθέτης και στιχουργός των τραγουδιών «Στην υπόγα» και «Τουμπελέκι-τουμπελέκι» ήταν ο Κώστας Μπέζος. Από τα αρχεία της RCA Victor προέκυψε ότι στις καρτέλες των ηχογραφήσεων αυτών δίπλα στο όνομα του Α. Κωστή αναφερόταν αυτό του Κ. Μπέζου μέσα σε παρένθεση, κάτι που επιβεβαιώθηκε και από τον Ολλανδό ερευνητή Hugo Strötbaum.

Τίποτα όμως δεν θα μπορούσε να έχει συμβεί από όλα αυτά, αν δεν υπήρχε ο περίφημος Τέτος Δημητριάδης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συλλέχθηκαν, μεταξύ των ετών 1929 και 1935, ο γνωστός από τη δισκογραφία των Ελλήνων της Αμερικής συνθέτης, στιχουργός, τραγουδιστής και κιθαρίστας Τέτος Δημητριάδης, από μεγάλη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, πραγματοποίησε ως υπεύθυνος του ελληνικού ρεπερτορίου της μεγάλης αμερικανικής εταιρείας δίσκων RCA Victor και θυγατρικών της μια σειρά ταξίδια στην Ελλάδα με σκοπό να ηχογραφήσει για τις ανάγκες της αμερικανικής αγοράς δίσκων σημαντικούς Έλληνες τραγουδιστές που είχαν ήδη δημιουργήσει επιτυχίες στη δισκογραφία της Ελλάδας.

Το είδος των ρεμπέτικων που ηχογράφησε ο Μπέζος με κιθάρες δεν είχε ακόμη ηχογραφηθεί στην Ελλάδα με μπουζούκια.

Μέσα σ’ αυτό το πρόγραμμα γνωστά πρόσωπα αποδέχτηκαν τις προτάσεις του Τέτου Δημητριάδη και αποτύπωσαν τη φωνή τους ή τα τραγούδια τους. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν ο Αντώνης Νταλγκάς, ο Μήτσος Αραπάκης, η Ρόζα Εσκενάζυ, ο Πέτρος Κυριακός, ο Γεώργιος Καμβύσης, ο Κώστας Καρίπης, ο Κώστας Νούρος, ο Νικόλαος Μοσχονάς, ο συνθέτης Γεώργιος Καρράς, ο Πέτρος Επιτροπάκης και πολλοί άλλοι. Οι ηχογραφήσεις αυτές κυκλοφόρησαν στις Η.Π.Α. και εντάχθηκαν στις σειρές V-5800 της RCA Victor ή S-600 της Orthophonic. Από το 1931 και μετά, άρχισαν να έρχονται και στην Ελλάδα αντίτυπα αυτών των ηχογραφήσεων, όχι μέσα από την εμπορική διαδικασία αλλά από μετανάστες που επέστρεφαν ή ταξίδευαν στην Ελλάδα. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους δίσκους ήταν και δύο με τα τραγούδια «Στην υπόγα», «Ήσουνα ξυπόλητη» και «Γιάννης ο χασικλής», «Κάηκε κι ένα σχολείο», που προκάλεσαν πάταγο με την επιτυχία τους.

Απίστευτο: Στις 7 Ιανουαρίου του 2017 κυκλοφόρησε ένα διαφημιστικό της Apple στα ελληνικά, στο Youtube όπου ακούγεται το τραγούδι του Κώστα Μπέζου «Πάμε στη Χονολουλού».

Είναι σημαντικό να πούμε ότι το είδος των ρεμπέτικων που ηχογράφησε ο Μπέζος με κιθάρες δεν είχε ακόμη ηχογραφηθεί στην Ελλάδα με μπουζούκια. Δεν ήταν παρά το 1931 που το μπουζούκι ηχογραφείται στην Ελλάδα για πρώτη φορά (!), ενώ το 1932 ξεκινάει ο Βαμβακάρης την καριέρα του.

Το 2015, συνάντησα για τις ανάγκες ενός άρθρου για το σάιτ Popaganda, και πρωτομαγεμένη από το αινιγματικό μουσικό σύμπαν του Κωστή, δυο ανθρώπους που έκαναν τον Μπέζο cool ξανά: Έναν 66χρονο Βρετανό μουσικό και ψυχίατρο, τον Tony Κlein  και έναν 31χρονο Αμερικανό, τον Gordon Ashworth που μάζεψαν τα 12 ρεμπέτικα κομμάτια του Μπέζου και τα κυκλοφόρησαν σε ένα άλμπουμ για πρώτη φορά όλα μαζί με τίτλο «The Jail’s a fine school» (από το κομμάτι του Μπέζου «Η φυλακή είναι σχολείο»), στην αμερικάνικη δισκογραφική Olvido Records σε συμπαραγωγή με τη Mississippi Records.

Κάθε φορά που τον ακούω, μαστουρώνω κι ας μην πίνω τσιγάρο, κάθε φορά που τον ακούω μαυλίζομαι και κουρδίζομαι ερωτικά…

Ο σημαντικός μελετητής του ρεμπέτικου Κώστας Λαδόπουλος σημειώνει κάτι εύστοχο για τον Μπέζο: «Απ’ ότι ξέρω, δεν υπάρχουν τραγούδια που να αντιμετωπίζουν με ελαφριά διάθεση τη φυλακή, να την “υμνούν”, στο όνομα της μαγκιάς, του “νά’σαι μέσα”. Άλλο τ’ ότι θεωρούνταν εύσημο από πολλούς που την είχαν δοκιμάσει. Υπάρχει όμως ένα μοναδικό (;) παράδειγμα τραγουδιού, φτιαγμένο από κάποιον που δε νταλαβεριζόταν με τέτοια και, σαφώς, δεν είχε σχέση με τις φυλακές. Είναι ο Α. Κωστής και το τραγούδι «Η φυλακή είναι σχολείο» (1931, Orthophonic Αμερικής ORS-613 188 – Α.Κωστής/Δ. Σκόττι – ρεμπέτικο, ζεϊμπέκικος), με τους παρακάτω στίχους:

Στη φυλακή το μεσημέρι, έλα και φέρε ένα μαχαίρι

γιατί ένα μάγκα θα ξηγήσω, μπορεί και να τον καθαρίσω

Στη φυλακή ‘ναι τα παιδάκια που παίζουν τα μπαγλαμαδάκια,

έχουν και όμορφους λουλάδες που τους φουμάρουν δερβισάδες

Στη φυλακή νά ‘ρθεις να μ’ έβρεις, κοίταξε να τα καταφέρεις,

φέρε μαζί σου και μαυράκι γιά να φουμάρουμε λιγάκι.

Στη φυλακή όποιος δε πάει θα πεί, δε ξέρει ούτε να φάει.

Η φυλακή είναι σχολείο πού’χει δασκάλους μεγαλείο

Ο περί ου ο λόγος “Κωστής”, έκανε την πλάκα του. Δίνω τρία παραδείγματα τίτλων από άλλα τραγούδια που είναι στ΄όνομά του, για να καταλάβετε:

-Βίκι Βίκι (1933), HMV AO-2101 OT-1430, χαβάγιες Κ.Μπέζου και χορωδία/Κ.Μπέζος, ελαφρό φοξ.

-Μίκι Μάους (1934), HMV AO-2101 OT-1537.

-Μικρούλα Μπιμπί (1934), HMV AO-2107 OT-1548-2 – σλόου φοξ.

Οι τίτλοι “αριστοκράτης μάγκας” και άλλα χαζοχαρούμενα ψευτοδημοσιογραφικά τερτίπια γιά χάνους, είναι ξυσίματα στην πλάτη, ανούσια και “της πλάκας”», καταλήγει ο Λαδόπουλος.

Θα συμφωνήσω. Αισθάνομαι πως ο καλύτερος τρόπος να βυθιστεί κανείς, καμιά στην μαγεία του Κωστή Μπέζου, είναι απλά να ακούσει την μουσική του. Εικάζω ότι τα επόμενα χρόνια μπορεί να βρεθούν κι άλλα στοιχεία που θα αποκρυσταλλώσουν την σημερινή μας εικόνα για εκείνον: σκίτσα του, γραφτά του και ποιος ξέρει, ίσως και κανένα τραγούδι καταχωνιασμένο ακόμα.

Προσωπικά, πάντως, κάθε φορά που τον ακούω, μαστουρώνω κι ας μην πίνω τσιγάρο, κάθε φορά που τον ακούω μαυλίζομαι και κουρδίζομαι ερωτικά, θα ήθελα τόσο να μπορούσα να τον πάω μια βόλτα στη σημερινή Αθήνα, η οποία σίγουρα θα τον ξάφνιαζε, αλλά από την οποία σίγουρα θα είχε να λάβει καντάρια έμπνευσης για σκίτσα, γραψίματα και παιξίματα. Απόψε, θα πιω ένα ποτήρι στη μνήμη του κι ας φανταστώ ότι θα υψώνει ποτήρι από κάπου πολύ ψηλά ή πολύ βαθιά, στα βάθη μιας θαυμάσιας κόλασης φτιαγμένης στα ανατρεπτικά, αντι-κανονικά του μέτρα.

 

// Info: Ανακαλύψτε τους δύο δίσκους με τραγούδια, πληροφορίες και φωτογραφικό υλικό για τον Κώστα Μπέζο, που εξέδωσαν οι Tony Klein, Gordon Ashworth και Δημήτρης Κούρτης. Ο πρώτος, «Η φυλακή είναι σχολείο» κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του  2015 και περιέχει τα 12 ρεμπέτικα του Μπέζου. Ο δεύτερος, «Ο Κώστας Μπέζος και τα Άσπρα Πουλιά», βγήκε τον Ιανουάριο του 2017 και περιέχει 32 τραγούδια του Κώστα Μπέζου (“μοιρασμένα” σε ένα δίσκο βινυλίου κι ένα CD) τα οποία ερμηνεύονται από τον ίδιον και το συγκρότημά του “Τα Άσπρα Πουλιά”, χαβανέζικου ύφους, αν και όχι κατ’ ανάγκην ελαφριά.

 

Σημειώσεις:

*Ο Μεμέτης, κατά κόσμον Σωτήρης Γαβαλάς συμμετείχε στις λαϊκές ηχογραφήσεις δίσκων 78 στροφών, κυρίως κατά τα έτη 1932-1934. Ηχογράφησε σε μεγάλη ηλικία και σύμφωνα με τον Κ.Μπέζο, όταν τον βρήκε στην ταβέρνα, ήταν 67 χρονών, αλλά αυτή είναι μια επισφαλής πληροφορία. Επιτυχίες έγιναν τα τραγούδια «Απ΄του Μεμέτη το νερό», «Δυο γυφτοπούλες», «Δώδεκα χρονών κορίτσι», «Ο φθισικός», «Ηρωίνη και μαυράκι» κ.α. Έμεινε γνωστός στην ιστορία για τον Ζεϊμπέκικο χορό με δύο μαχαίρια και τις περίτεχνες κινήσεις με αυτά, όπως διηγείται ο ίδιος στον Κωστή Μπέζο.

 **Στη δεκαετία του 1930 εμφανίστηκαν δισκογραφικά τουλάχιστον άλλες έξι ορχήστρες με χαβάγιες, επί παραδείγματι αυτή του Αρίσταρχου Δημητρίου -που υπήρξε συνεργάτης του Κωστή Μπέζου-, του Γιώργου Μακρή, του Ζοζέφ Κορίνθιου, του Τάκη Παναγόπουλου, του Βασίλη Μαυρομιχάλη και του Σπύρου Τσόκαλη (οι περίφημες Αττικές Χαβάγιες).

***Στην αυτοβιογραφία της Δανάης (από γραπτά της της δεκαετίας του ‘ 50), κάποιος διεισδυτικός μπορεί να διαγνώσει πιθανό έρωτα ανάμεσα σε εκείνη και τον μποέμ, μερακλή Κωστή. Μιλάει πολύ θετικά γι’ αυτόν, αναφέρει ότι δούλευαν μαζί στο ίδιο μέρος, ότι τον έβρισκε πολύ σέξι, ότι την ενθάρρυνε στην μουσική της, ότι την γνώρισε στον Αττίκ. Ο Μπέζος σκιαγραφείται εδώ ως ένας άνθρωπος του κόσμου, σίγουρα όχι ως συνεσταλμένος, λιγομίλητος και μαχμουρλής ρεμπέτης «κατ’ επάγγελμα».

 

Διαβάστε ακομα: Ο Ιταλός τραγουδοποιός Βινίτσιο Καποσέλα αποτίει φόρο τιμής στην υπόγεια ταβέρνα «Δίπορτο».

 

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top