Στις 27 Ιουλίου 1890 ο Βαν Γκογκ, βιώνοντας έντονη κατάθλιψη, αυτοπυροβολήθηκε στο στήθος. Δυο μέρες αργότερα έφυγε απ’ τη ζωή. (Vincent van Gogh, «Self-portrait with Grey Felt Hat», September 1887- October 1887 – detail. Wikimedia Commons).

[…] «Λοιπόν, Τεό», είπε ο Βικέντιος.
Ο Τεό έπεσε γονατιστός πλάι στο κρεβάτι και πήρε τον Βικέντιο στην αγκαλιά του σαν μωρό παιδί. Δεν μπορούσε να μιλήσει.
Όταν έφτασε ο γιατρός, ο Τεό τον πήρε έξω στο διάδρομο. Ο Γκασέ κούνησε το κεφάλι του με θλίψη.
«Δεν υπάρχει ελπίδα, φίλε μου. Δεν μπορώ να τον χειρουργήσω για να βγάλω τη σφαίρα επειδή είναι πολύ εξαντλημένος. Αν δεν ήταν έτσι φτιαγμένος από ατσάλι, θα είχε πεθάνει εκεί έξω στα χωράφια».

Όλη εκείνη την ατελείωτη μέρα, ο Τεό καθόταν πλάι στο κρεβάτι του, κρατώντας το χέρι του Βικέντιου. Πέφτοντας η νύχτα, και καθώς έμειναν μόνοι στο δωμάτιο, άρχισαν να κουβεντιάζουν σιγανά για την παιδική τους ηλικία στο Μπραμπάντ.
«Θυμάσαι το νερόμυλο στο Ρύσβικ, Βικέντιε;»
«Ήταν ένας παλιός όμορφος μύλος, ε, Τεό;»
«Μας άρεσε να παίρνουμε το δρομάκι, πλάι στο μικρό ποτάμι και να κάνουμε σχέδια για τη ζωή μας».
«Κι όταν παίζαμε ανάμεσα στα ψηλά καλαμπόκια, το μεσοκαλόκαιρο, συνήθιζες να κρατάς το χέρι μου, όπως τώρα. Θυμάσαι, Τεό;»
«Ναι, Βικέντιε».
«Όταν ήμουνα στο νοσοκομείο στην Αρλ, σκεφτόμουν πολύ συχνά το Ζούντερτ. Περάσαμε όμορφα παιδικά χρόνια, Τεό, εσύ κι εγώ. Πηγαίναμε να παίξουμε στον κήπο, πίσω από την κουζίνα, κάτω από τις ακακίες, στη σκιά τους• κι η μητέρα μάς έφτιαχνε τυρόπιτες για μεσημεριανό».
«Φαίνεται να ’χει περάσει πολύς καιρός από τότε, Βικέντιε».

«Όταν ήμουνα στο νοσοκομείο στην Αρλ, σκεφτόμουν πολύ συχνά το Ζούντερτ. Περάσαμε όμορφα παιδικά χρόνια, Τεό, εσύ κι εγώ. Πηγαίναμε να παίξουμε στον κήπο, πίσω από την κουζίνα, κάτω από τις ακακίες, στη σκιά τους• κι η μητέρα μάς έφτιαχνε τυρόπιτες για μεσημεριανό». (Αριστερά: Αυτοπροσωπογραφία του Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Δεξιά: Το πορτρέτο του Τεό από τον αδελφό του, Παρίσι, 1887).

«… Ναι… ε, καλά… η ζωή είναι μεγάλη. Τεό, για το χατίρι μου, πρόσεχε τον εαυτό σου. Πρόσεχε την υγεία σου. Πρέπει να σκέφτεσαι τη Γιοχάννα και το μικρό. Πήγαινέ τους κάπου στην εξοχή όπου θα δυναμώσουν και θα ζήσουν υγιεινά. Και μη μένεις στους Γκουπίλ, Τεό. Σου πήραν όλη σου τη ζωή… και δε σου έδωσαν τίποτα γι’ αντάλλαγμα».
«Θ’ ανοίξω μια μικρή γκαλερί, δικιά μου, Βικέντιε. Και το πρώτο που θα κάνω είναι μια αναδρομική έκθεση με όλα τα έργα του Βικέντιου βαν Γκογκ… ακριβώς έτσι όπως τα τοποθέτησες στο διαμέρισμα… με τα ίδια σου τα χέρια».
«Α, καλά, το έργο μου… Σπατάλησα όλη μου τη ζωή γι’ αυτό… Κι έχασα σχεδόν τα λογικά μου»
Η βαθιά, ήσυχη νύχτα της Ωβέρ απλώθηκε στο δωμάτιο.

Λίγο μετά τη μία το πρωί, ο Βικέντιος έγειρε ελαφρά το κεφάλι του και ψιθύρισε:
«Θα ήθελα να πεθάνω τώρα, Τεό».
Σε λίγα λεπτά έκλεισε τα μάτια του.
Ο Τεό ένιωσε τον αδελφό του να τον αφήνει για πάντα.

 

«Λίγο μετά τη μία το πρωί, ο Βικέντιος έγειρε ελαφρά το κεφάλι του και ψιθύρισε: ‘‘Θα ήθελα να πεθάνω τώρα, Τεό’’. Σε λίγα λεπτά έκλεισε τα μάτια του». (Louis van Ryssel, «Vincent van Gogh on his deathbed», 1890. Wikimedia Commons).

Ο Ρουσσώ, ο μπαρμπα-Τανγκύ κι ο Εμίλ Μπερνάρ με τον Ωριέ ήρθαν από το Παρίσι για την κηδεία.
Οι πόρτες του Καφέ Ραβού ήταν κατάκλειστες και τα παραθυρόφυλλα κατεβασμένα. Η μικρή μαύρη νεκροφόρα με τα δυο μαύρα άλογα περίμενε μπροστά στην πόρτα.
Είχαν βάλει το φέρετρο του Βικέντιου πάνω στο τραπέζι του μπιλιάρδου.
Ο Τεό, ο Γκασέ, ο Ρουσσώ, ο μπαρμπα-Τανγκύ, ο Ωριέ, ο Μπερνάρ κι ο Ραβού στέκονταν τριγύρω, αμίλητοι. Δεν μπορούσαν ούτε να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον.
Κανένας δεν σκέφτηκε να καλέσει παπά.
Ο αμαξάς της νεκροφόρας χτύπησε τη μπροστινή πόρτα.
«Είναι ώρα, κύριοι», είπε. […]

Έβαλαν το σκέπασμα πάνω από το φέρετρο του Βικέντιου.
Οι έξι φίλοι του το σήκωσαν από το τραπέζι του μπιλιάρδου. Το έβγαλαν έξω από το καφενείο. Το ακούμπησαν απαλά στην άμαξα.
Βάδιζαν πίσω από τη μαύρη νεκροφόρα, κατεβαίνοντας τον ηλιόλουστο δρόμο. Προσπέρασαν τα αγροτόσπιτα με τις κεραμοσκεπές και τις μικρές επαρχιακές βίλες.
Στο σιδηροδρομικό σταθμό η νεκροφόρα έστριψε αριστερά κι άρχισε αργά να ανεβαίνει το λόφο. Πέρασαν μπροστά από την καθολική εκκλησία κι ύστερα ακολούθησαν τον ελικοειδή δρόμο ανάμεσα στα χωράφια με τα κίτρινα καλαμπόκια.
Η μαύρη νεκροφόρα σταμάτησε στην εξώπορτα του νεκροταφείου.
Ο Τεό βάδιζε πίσω από το φέρετρο που οι έξι άντρες το κουβάλησαν ως τον τάφο.

«Βάδιζαν πίσω από τη μαύρη νεκροφόρα, κατεβαίνοντας τον ηλιόλουστο δρόμο. Προσπέρασαν τα αγροτόσπιτα με τις κεραμοσκεπές και τις μικρές επαρχιακές βίλες». (Vincent van Gogh, «Houses at Auvers», 1890. Wikipedia Commons).

Ο γιατρός Γκασέ είχε διαλέξει, σαν τελευταίο τόπο ανάπαυσης του Βικέντιου, το σημείο όπου είχαν σταθεί την πρώτη εκείνη μέρα θαυμάζοντας την όμορφη, καταπράσινη κοιλάδα του Ουάζ.
Για άλλη μια φορά ο Τεό προσπάθησε να μιλήσει. Δεν μπόρεσε.
Οι νεκροθάφτες χαμήλωσαν το φέρετρο στο χώμα του λάκκου. Ύστερα φτυάρισαν και σκέπασαν τον τάφο.
Οι επτά άντρες στράφηκαν, βγήκαν από το νεκροταφείο και κατέβηκαν το λόφο.
Ο γιατρός Γκασέ ξαναπήγε σε λίγες μέρες να φυτέψει ηλιοτρόπια γύρω από τον τάφο.
Ο Τεό γύρισε σπίτι του στην Σιτέ Πιγκάλ. Ο χαμός του Βικέντιου έσβησε κάθε άλλο πόνο μέσα του, πλημμυρίζοντάς τον με μια απέραντη θλίψη μέρα και νύχτα.
Ώσπου το μυαλό του δεν άντεξε σ’ αυτή την υπερένταση.
Η Γιοχάννα τον πήγε σ’ εκείνη την ψυχιατρική κλινική της Ουτρέχτης όπου είχαν κλείσει και τη Μάργκοτ.
Ύστερ’ από έξι μήνες σχεδόν από την ημέρα του θανάτου του Βικέντιου, έφυγε απ’ τη ζωή και ο Τεό. Τον έθαψαν στην Ουτρέχτη.

«Όταν ο καυτός ήλιος της Ωβέρ πέφτει στο μικρό κοιμητήριο, ανάμεσα στα χωράφια με τα καλαμπόκια, ο Τεό ξεκουράζεται άνετα στην πλούσια σκιά των ηλιοτροπίων του Βικέντιου».

Λίγο καιρό αργότερα, καθώς η Γιοχάννα διάβαζε τη Βίβλο της για να βρει παρηγοριά, της έκανε εντύπωση ένα απόσπασμα από το Βιβλίο του Σαμουήλ:
Και δια του θανάτου αυτών, ουδέ διαχωρίσθησαν.
Μετέφερε το σώμα του Τεό στην Ωβέρ και φρόντισε να το θάψουν πλάι στον αδελφό του.
Όταν ο καυτός ήλιος της Ωβέρ πέφτει στο μικρό κοιμητήριο, ανάμεσα στα χωράφια με τα καλαμπόκια, ο Τεό ξεκουράζεται άνετα στην πλούσια σκιά των ηλιοτροπίων του Βικέντιου.

 

//Από το βιογραφικό μυθιστόρημα του Irving Stone «Πάθος για ζωή – Η ζωή του Βαν Γκογκ». (Αποσπάσματα από το κεφάλαιο IV, σελ. 565-566 και από το κεφάλαιο V, σελ. 566-568.) Μετάφραση: Δ.Π. Κωστελένος. Εκδόσεις Γκοβόστη, 1969. Επανέκδοση  2014.            

 

         

Διαβάστε ακόμα: Βαν Γκογκ – 373 μέρες στο άσυλο του Σεν-Ρεμί.

                

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top