Φωτογραφία: nkdx/Flickr

Χθες βράδυ, θρασύδειλοι επιτέθηκαν στο Δήμαρχο Καμίνη καθώς έβγαινε από τη συνεδρίαση της ΚΕΔΕ. Σε ανακοίνωσή τους οι συνδικαλιστές των δήμων (ΠΟΕ ΟΤΑ) έκαναν λόγο για προβοκατόρικη επίθεση ακροδεξιών, που στόχο έχει να σπιλώσει τον αγώνα τους ενάντια στην «κινητικότητα». Άσχετο, τι είναι πάλι αυτό το μεσοβέζικο φρούτο που πουλάνε στην τρόικα οι spin doctors της κομματοκρατίας; Από την «εφεδρεία» στην «κινητικότητα» για να μη γίνουν απολύσεις; Τι έρχεται μετά; Η «αναβλητικότητα»; Η «αισιοδοξία»; Η «φυσική επιλογή» (natural selection) του Δαρβίνου; Ή, απλώς, οι εκλογές;

Είχαμε μείνει στην ακροδεξιά προβοκάτσια. Άλλωστε, πριν λίγες εβδομάδες ο ακροδεξιός βουλευτής Γιώργος Γερμενής, ένας εμφανώς διαταραγμένος άνθρωπος που ανήκει στην εγκληματική οργάνωση «Χρυσή Αυγή», είχε επιτεθεί κι αυτός στον Καμίνη. Ο δήμαρχος έχει αντίθετη άποψη και μάλλον κάτι παραπάνω θα ξέρει. Σε ανακοίνωσή του κατηγορεί τους συνδικαλιστές και τον Πρόεδρό τους Θ. Μπαλασόπουλο, λέγοντας ότι η επίθεση εναντίον του «αποτελεί την πιο τρανή απόδειξη για τους επικίνδυνους δρόμους στους οποίους οδηγεί η συνδικαλιστική ηγεσία της ΠΟΕ ΟΤΑ τους εργαζόμενους στην τοπική αυτοδιοίκηση».

Κατά τη γνώμη μου δεν έχει τόση σημασία ποιος χτύπησε τον Δήμαρχο, ή ποιος γιαούρτωσε τον Πάγκαλο, ή ποιος άνοιξε το κεφάλι του Κωστή Χατζηδάκη (το θυμάστε;). Αλλά το πώς βλέπει τις επιθέσεις αυτές η κοινωνία. Και, δυστυχώς, τις βλέπει μάλλον θετικά.

Η επιχειρηματολογία του συμψηφισμού είναι αυτή του «ναι μεν αλλά». Το «ναι μεν» αποτελεί ένα disclaimer για το ουσιαστικό «αλλά», που ακολουθεί. Κάτι σαν το «δεν είμαι ρατσιστής, αλλά να φύγουν οι ξένοι».

Έχει ενδιαφέρον να δούμε πόσοι συμπολίτες μας από όλο το πολιτικό φάσμα, και κυρίως από το χώρο του μηδενισμού και της αντιπολιτικής, τρίβουν τα χέρια τους κάθε φορά που ένα δημόσιο πρόσωπο γλιτώνει το λιντσάρισμα. Πολλοί το κάνουν από χαιρεκακία, διότι τους προσφέρει μια διεστραμμένη διέξοδο από τη μιζέρια της καθημερινότητας. Είναι ψυχολογικά ερμηνεύσιμη και θα λέγαμε ανθρώπινη αυτή η αντίδραση. Είναι η ίδια περίπου χαρά που νιώθει μια κυράτσα στο κομμωτήριο όταν ξεφυλλίζει χρησιμοποιημένα περιοδικά, ψάχνοντας την κυτταρίτιδα στα μπούτια των ηθοποιών που φωτογραφίζουν στην παραλία οι παπαράτσι.

Υπάρχουν όμως αρκετοί –και αν κρίνουμε από τις αναρτήσεις σε δίκτυα όπως το Twitter είναι πάρα πολλοί, δεν θέλω να πιστέψω οι περισσότεροι– που πιστεύουν ότι με την αυτοδικία ενάντια σε πολιτικούς αποδίδεται κάποιου είδους δικαιοσύνη, με την ελληνική μέθοδο του συμψηφισμού.

Η μέθοδος του συμψηφισμού δεν απαντάται σε κανένα δικαιϊκο σύστημα και δεν στηρίζεται καν στην κοινή λογική. Θα λέγαμε ότι ανήκει στην πρωτόγονη επιθυμία για εκδίκηση. Η λογική του συμψηφισμού λέει ότι μια κακή πράξη αιτιολογείται όταν μέσω μιας ιδεολογικής διαδικασίας συμφηφίζεται και ισοφαρίζει μια άλλη κακή πράξη. Το καταπληκτικό είναι ότι αυτός που «τιμωρείται» δεν είναι απαραίτητο να ευθύνεται για τη συγκεκριμένη κακή πράξη. Εδώ η λογική του συμψηφισμού συναντά τη μέθοδο του αποδιοπομπαίου τράγου (πχ μετανάστες) ή/και της παράπλευρης απώλειας (πχ θύματα τρομοκρατίας).

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μαζικής υιοθέτησης της λογικής του συμψηφισμού ήταν η πτώση των δίδυμων πύργων: Για πολλούς συμπατριώτες μας ήταν μεν ένα τραγικό γεγονός, ταυτόχρονα όμως ήταν και άσκηση «θείας δίκης» για τον πόνο που έχουν προκαλέσει οι Αμερικάνοι στον κόσμο.

Βλέπουμε ότι η λογική του συμψηφισμού έχει την τάση να συνδυάζει ανόμοια πράγματα (το «οι Εβραίοι σταύρωσαν τον Χριστό άρα….» είναι αρχετυπικό παράδειγμα). Στην περίπτωση του Δημάρχου, διάβασα με ενδιαφέρον αρκετά tweets που έλεγαν όχι μόνο «καλά να πάθει, διότι το μνημόνιο μπλα μπλα», αλλά και πολλά που ήταν στη γραμμή «ενώ πεθαίνει ο Κώστας Σακκάς, δεν θα στενοχωρηθώ για την επίθεση στον Καμίνη». Με τον ίδιο τρόπο, βέβαια, ακούγεται το ανάποδο: «Δεν θα στενοχωρηθώ για τον Σακκά όταν κανείς δεν κλαίει για τους αστυνομικούς που δολοφονούν οι αντιεξουσιαστές».

Τον ανάλογο κυνισμό αντιμετωπίσαμε στην περίπτωση της ΕΡΤ: «Λάθος ο χειρισμός, αλλά, βρε αδερφέ, δεν θα στενοχωρηθούμε για τους δημόσιους υπαλλήλους ενώ κλείνουν καθημερινά ιδιωτικές επιχειρήσεις».

Ως πολίτης-ραγιάς, αντί να γίνεις μέρος της λύσης, προτιμάς την ευκολία της άρνησης. Τι να το κάνεις το win-win, που λένε τα χαζοαμερικανάκια, όταν υπάρχει το λεβέντικο «lose-lose»;

Η επιχειρηματολογία του συμψηφισμού ξεπερνά κάθε λογικό εμπόδιο μέσω του υπερβατικού σχήματος «ναι μεν αλλά». Το «ναι μεν» αποτελεί ένα disclaimer για το ουσιαστικό «αλλά», που ακολουθεί. Κάτι σαν το «δεν είμαι ρατσιστής, αλλά να φύγουν οι ξένοι». Έτσι έχουμε το «δεν συμφωνώ με την επίθεση του Κασιδιάρη στην Κανέλλη / το γιαούρτωμα στον Πάγκαλο / την επίθεση στον Καμίνη/ το μαύρο στο κανάλι των συνδικαλιστών/, αλλά τα ήθελε ο κώλος τους».

Είναι λοιπόν σαφές ότι οι οπαδοί του συμψηφισμού δεν θεωρούν απαραίτητα καλό πράγμα την αυτοδικία (ή την αυθαιρεσία, στην περίπτωση της κυβέρνησης), όμως την δικαιολογούν ως «στιγμιαίο έγκλημα», στο βαθμό που στο μυαλό τους σημψηφίζεται (βλέπε ισοφαρίζει), ένα άλλο, διαρκές έγκλημα.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το ζουμί που αποδεικνύει ότι η βαθύτερη ανάγκη του οπαδού της συμψηφιστικής νοοτροπίας δεν είναι η απόδοση δικαιοσύνης. Όταν παραδέχεσαι ότι η πράξη αυτοδικίας/αυθαιρεσίας δεν ήταν από μόνη της σωστή και πιθανόν δεν παράγει αποτέλεσμα αλλά αρνείσαι και να την καταδικάσεις, σημαίνει ότι θέλεις, απλώς, να εκτονωθείς.

Αναζητάς την προσωρινή ανακούφιση. Ως πολίτης-ραγιάς δεν σκοπεύεις να βάλει μπρος την ατομική σου ευθύνη για να γίνεις μέρος της λύσης. Προτιμάς την ευκολία της άρνησης. Χωρίς να το συνειδητοποιείς, έχεις συμβιβαστεί με τη μοίρα σου: Τι να το κάνεις το win-win, που λένε τα χαζοαμερικανάκια, όταν υπάρχει το λεβέντικο «lose-lose»;

Σήμερα οι δήμοι θα παραμείνουν κλειστοί.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top