Από την «πουτάνα» στην «εργάτρια του σεξ»

Το αρχαιότερο επάγγελμα εξελίσσεται, αλλάζει «όνομα», αλλά παραμένει στο στόχαστρο της κοινωνίας μέσω ενός αδιάσπαστου πλέγματος προκαταλήψεων. Πώς νοηματοδοτούν τον εαυτό τους οι σημερινές sex workers. Γράφει ο Γιώργος Κωνσταντινίδης.

 

Υπολογίζεται πως υπάρχουν γύρω στα 42 εκατ. ιερόδουλες ανά τον κόσμο.

Όπως ειρωνικά ειπώθηκε, «οι πόρνες αποτελούν το μοναδικό προλεταριάτο του οποίου η μοίρα συγκινεί τόσο την μπουρζουζία». Ο όρος «πορνεία» αναφέρεται συνήθως σε μια χρηματική συναλλαγή η οποία αφορά στην παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών. Ένα τέτοιο δούναι και λαβείν μπορεί να είναι ρητό (τάδε ταρίφα για την τάδε παροχή) ή όχι (όπως στην περίπτωση του σεξουαλικού τουρισμού όπου το πράγμα δεν είναι προκαθορισμένο).

Σε νομικό επίπεδο, υποδεικνύει πράξεις κατά τις οποίες τα γεννητικά όργανα διεγείρονται διά της αφής επ’ αμοιβή. Η διάκριση αυτή καθιστά νόμιμη τη χορεύτρια ερωτικών χορών, όχι όμως τη μασέρ που αυνανίζει τον πελάτη. Ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις το στίγμα της «πουτάνας» βαραίνει αμφότερες. Η διαφορά έγκειται στο πολύ ή το λίγο.

Υπολογίζεται πως υπάρχουν γύρω στα 42 εκατ. ιερόδουλες ανά τον κόσμο.

Σχετιζόμενοι άμεσα με το έγκλημα, την ακολασία και την ανηθικότητα, οι όροι «πορνεία» και «πόρνη/ος» είναι πολύ αρνητικά φορτισμένοι. Για το λόγο αυτό, οι Αμερικανίδες εκδιδόμενες πρότειναν, ήδη από τη δεκαετία του ’80 τους όρους «Sex Work» και «Sex Worker». Σκοπός ήταν να ληφθεί υπ’ όψιν πως η πληρωμή για μια σεξουαλική υπηρεσία συνιστά εργασία για κείνες και κείνους που βιοπορίζονται απ’ αυτό, αλλά και να γίνουν αποδεκτοί από την κοινότητα, όπως και να επιτύχουν καλύτερες συνθήκες εργασίας. Προβληματική που έχει έρθει καβάλα στον όρο και στην Ελλάδα τελευταία.

Η συζήτηση ως προς την καταλληλότητα των όρων συνεχίζεται, αφού οι ριζοσπαστικές φεμινίστριες, πεπεισμένες ότι τα επαγγέλματα που έχουν να κάνουν με το σεξ αποτελούν την ύστατη έκφραση της σεξουαλικής και οικονομικής εκμετάλλευσης των γυναικών από τους άντρες, αρνούνται τη χρήση του όρου. Μιλάνε για βιομηχανία του σεξ και σκλάβες του σεξ.

Η επιλογή των λέξεων έχει μεγάλη σημασία εν προκειμένω, αφού καθεμιά τους κουβαλάει ολόκληρο συμβολικό φορτίο. Για τις εργάτριες του σεξ, οι όροι αυτοί είναι φορείς ταυτότητας.

Η αλήθεια είναι πως το στιγματισμένο άτομο γίνεται στόχος προκαταλήψεων και διακρίσεων. Η χορεύτρια και το call-girl δυσκολεύονται να βρουν δουλειά έξω από το «χώρο» τους, καθώς οι απογύρω πιστεύουν πως πρόκειται για ναρκομανείς, τεμπέλες, κλέφτρες κ.ο.κ. Κι η Πρόνοια συχνά τους παίρνει τα παιδιά τους, γιατί τις θεωρεί ακατάλληλες να τα μεγαλώσουν.

Από διαδήλωση ιερόδουλων στις ΗΠΑ (Kimberly White).

Υπολογίζεται πως υπάρχουν γύρω στα 42 εκατ. ιερόδουλες ανά τον κόσμο. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, ο κύκλος εργασιών υπερβαίνει τα 100 δις δολάρια το χρόνο. Όλος αυτός ο κόσμος υποφέρει από έλλειψη σεβασμού, νιώθει μειωμένος, κατώτερος, ντρέπεται για τον εαυτό του. Στο τέλος, το αποδέχεται, το βρίσκει αναπόφευκτο, το εσωτερικεύει.

Όμως, αυτό που αποκαλούμε «παρέκκλιση» είναι οι κοινωνικές ομάδες που το δημιουργούν, καθιερώνοντας νόρμες των οποίων η παράβαση συνιστά την παρέκκλιση την οποία τιμωρούν. Το στίγμα αυτό υπερτερεί κάθε άλλης ιδιότητας. Ο καταλογισμός δε αυτός, με τη σειρά του, παρασύρει σε γενικεύσεις και στερεί από το πρόσωπο κάθε ηθική διάσταση. Φτάνει μάλιστα στο σημείο να δικαιολογεί επιθέσεις σε βάρος του, να επιτρέπει στο «όργανο» ή τον πάσα ένα να το ταπεινώσει.

Το να πουλάς σεξ σημαίνει να χάνεις την αξιοπρέπειά σου;

Κατά τον ευρωπαϊκό 19ο αι., η ανερχόμενη αστική τάξη ανησυχεί από τη μαζική άφιξη χωρικών στις πόλεις που ψάχνουν για δουλειά, αλλά συνήθως χωρίς αποτέλεσμα. Λογική συνέπεια, πολλές γυναίκες να καταφύγουν στην πορνεία για να επιβιώσουν. Αυτό, όμως, τις έφερε αντιμέτωπες με την «υγιή» και ηθική σεξουαλικότητα, εκείνη του γάμου και της αναπαραγωγής.

Έγιναν όχι μόνον οι υπαίτιοι της διάδοσης της σύφιλης, αλλά έδιναν και το κακό παράδειγμα, παρασύροντας στην ακολασία, άρα και στην παρακμή ολόκληρης της κοινωνίας. Έτσι, φτιάχτηκαν νόμοι για την προστασία των πελατών και των «αθώων» οικογενειών τους, μετατρέποντας τις εκδιδόμενες σε παρίες που παρακολουθούνται ιατρικά, ώστε να μη μεταδώσουν αφροδίσια νοσήματα. Φυσικό ήταν να απομονωθούν, καταφεύγοντας σε «προστάτες» ή μπλέκοντας με εγκληματίες. Είναι εκείνη την εποχή που κατασκευάζεται η νέα κοινωνική ταυτότητα για την πόρνη, οντολογικά διαφορετική από τις άλλες γυναίκες, από τον Άλλο.

Η ίδια συζήτηση απασχόλησε και την Αμερική το 19ο αι. και τις αρχές του 20ου. Όλοι αυτού οι νόμοι που προέκυψαν διατηρήθηκαν, κατ’ ουσίαν απαράλλαχτοι, ώς τις μέρες μας. Κάποια προσπάθεια πήγε να γίνει στον Καναδά το 1985, για νομιμοποίηση της πορνείας. Βρήκε αντιμέτωπες ολάκερες στρατιές ηθικολόγων, με την υποστήριξη συντηρητικών πολιτικών, σωμάτων ασφαλείας και φιλήσυχων πολιτών.

Νόθευσαν στατιστικές, έβγαλαν στα φόρα ιστορίες τρόμου. Για τους πολιτικούς, το διακύβευμα ήταν να δώσουν την εικόνα ότι η κοινωνία αμύνεται απέναντι στην αταξία. Για τους αστυνομικούς, ότι είναι χρήσιμοι πολεμώντας το Κακό. Και για τους κατοίκους, να συγκρατήσουν σε υψηλά επίπεδα τις τιμές των ακινήτων. Τη σκυτάλη θα παραλάβουν στη συνέχεια οι ΗΠΑ του Τζορτζ Μπους. Oι ενδιαφερόμενοι έχουν να επιλέξουν μεταξύ δύο κοινωνικών στιγμάτων: φτώχεια vs sex work. Φοιτητές κι από τις δύο όχθες του Ατλαντικού συχνά συμπεριλαμβάνονται.

Γενικά, η κυρίαρχη αντίληψη θέλει να υπάρχει μία εγγενής σύνδεση ανάμεσα στη σεξουαλικότητα και το Είναι. Το να πουλάς σεξ σημαίνει ότι πουλάς το Είναι σου και βλέπεις την «ουσία» σου να κενώνεται, να χάνεις την όποια ταυτότητά σου, άρα και την αξιοπρέπειά σου.

Αντίθετα, όταν πρόκειται για εργασία που δεν έχει να κάνει με το σεξ, το να ξέρεις «να πουλάς τον εαυτό σου» είναι όχι μόνον αξιεκτίμητο αλλά και ουσιώδους σημασίας, αφού πρόκειται για το κατεξοχήν μέσο ώστε να αποσπάσεις ένα συμβόλαιο, μια δουλειά ή μια προαγωγή. Η ανάπτυξη αυτής της «θεμελιώδους» δεξιότητας είναι εξάλλου το θέμα πολυάριθμων ευπώλητων βιβλίων.

Από την ανάγνωσή τους προκύπτει ότι η επιτυχία της προϋποθέτει τη χειραγώγηση του εαυτού σου. Οφείλεις να κατασκευάσεις μια σούπερ εικόνα, χαράζοντας δρόμο μέσα από τη μόδα, το παρουσιαστικό που σφύζει από υγεία και την ανθισμένη προσωπικότητα. Αλλά και να δίνεις μεγάλη προσοχή στο τι λένε για σένα, παραμένοντας ταυτόχρονα αυθεντικός, καθότι το τελευταίο αυτό προσόν γοητεύει τους άλλους.

Ταυτόχρονα, πρέπει να ξέρεις να χειραγωγείς και τους γύρω σου: δημιουργώντας, π.χ., δίκτυα επαφών, κάνοντάς τους όλους «φίλους», αναπτύσσοντας στρατηγικές ώστε να γίνεσαι αρεστός στους ανθρώπους που έχουν εξουσία. Κατά συνέπεια, το υποκείμενο πρέπει να ξέρει πώς θα «εργαλειοποιήσει» τον εαυτό του για να πετύχει κοινωνικά. Αυτό, στην περίπτωση της σεξουαλικότητας, απαγορεύεται.

Η εργάτρια του σεξ είναι σεξουαλικά διαθέσιμη ώστε να προσποριστεί οικονομικά οφέλη. Όμως, ακριβώς το ίδιο είδος συναλλαγής βρίσκεται στη βάση και του παραδοσιακού γάμου. Άρα, η ατίμωση που συνεπάγεται η πορνεία δεν προκύπτει από τη συναλλαγή, αλλά από το γεγονός ότι λαμβάνει χώρα εκτός του πλαισίου της νόμιμης σχέσης μεταξύ δύο ατόμων.

Ξέρουμε ότι, ιστορικά, ο στιγματισμός της «αντικανονικής» σεξουαλικότητας προέκυψε από την πατριαρχική βούληση να ελεγχθεί η αναπαραγωγή και να εξασφαλιστεί ότι η σύζυγος δεν κυοφορούσε παιδιά άλλων. Η γυναικεία ταυτότητα στην ουσία ορίστηκε μέσα από προσδοκίες και κοινωνικές απαγορεύσεις σε ό,τι αφορά τη σεξουαλική συμπεριφορά της. Δεν υπάρχει τίποτα το «φυσικό» εδώ.

Sex workers στους δρόμους της Μαδρίτης (Sipa via AP Images).

Δυστυχώς, πολλές φεμινίστριες, αντί να επεξεργαστούν τη διαδικασία που συνδέει την ταυτότητα με τη σεξουαλικότητα, προτίμησαν να υποστηρίξουν μια πιο ηθική σεξουαλικότητα, «φυσικά παρούσα» στις γυναίκες, και ερμήνευσαν την πορνεία και την πορνογραφία ως επιβολές από τη μεριά των αντρών μιας εκφυλισμένης σεξουαλικότητας, προσβλητικής για τη γυναικεία ταυτότητα.

«Οφείλουμε να είμαστε διαθέσιμες, καβλωτικές, όμορφες, κι όλα αυτά δωρεάν, 24 ώρες το 24ωρο. Ε λοιπόν, η προσπάθεια αυτή αναγνωρίζεται και αμείβεται».

Υπάρχουν, ωστόσο, και κάποιοι που νοηματοδοτούν διαφορετικά το Sex Work. Κατασκευάζουν ταυτότητες που το περιλαμβάνουν στην αφήγηση του εαυτού τους. Μια τέτοιου είδους εργασία γίνεται για κείνους πηγή αυτοεκτίμησης και ανταποκρίνεται σε μια αναζήτηση νοήματος, διότι διαθέτει κάποια ενδιαφέροντα πλεονεκτήματα (εισόδημα, αυτονομία, μέσο σεξουαλικής εξερεύνησης, ακόμα και αυτοπραγμάτωσης), χώρια ότι βοηθάει στην ανάπτυξη επαγγελματικών δεξιοτήτων.

Κάπου διάβασα και μου έκανε εντύπωση όσα λέει μια «εργάτρια του σεξ» από τη Γαλλία: «Έχοντας βαρεθεί να ξεφτιλίζομαι και να κακοπληρώνομαι κάνοντας τη σερβιτόρα και τη βοηθό, βρήκα σ’ αυτήν τη δουλειά τη δυνατότητα να εργάζομαι με τρόπο πιο ευέλικτο και να στέκομαι καλύτερα στα πόδια μου. Με θεωρούνε που με θεωρούνε αντικείμενο, καλύτερα να επωφεληθώ. Τώρα μπορώ και βάζω ένα πλαίσιο στην πρόσβαση που έχουν στο κορμί μου: θα μου πιάσεις τον κώλο μόνον άμα θέλω και η ταρίφα είναι αυτή. Η εργασία του σεξ είναι ένα μέρος όπου συνειδητοποίησα σε τι βαθμό η κοινωνία ελέγχει το σώμα της γυναίκας. Οφείλουμε να είμαστε διαθέσιμες, καβλωτικές, όμορφες, κι όλα αυτά δωρεάν, 24 ώρες το 24ωρο. Ε λοιπόν, στον τομέα μας, η προσπάθεια αυτή αναγνωρίζεται και αμείβεται. Κάνω αυτήν τη δουλειά περιστασιακά, ανά περιόδους, εδώ και 15 χρόνια, μεταξύ άλλων ασχολιών».

 

Διαβάστε ακόμα: Η τέχνη της ειρωνείας. Την αντέχετε;

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close