Πρώτη ματιά στην «Brasserie Lorraine»: το Κολωνάκι βγήκε από την κρίση

Σαλάτα Niçoise, βοδινό chateubriand και moelleux au chocolat. Το πολύβουο τρίστρατο της Δεξαμενής στο Κολωνάκι φιλοξενεί στο πρώην Mohnblumchen ένα μαγαζί με παριζιάνικη αύρα και πολυτέλεια "rive droite". Ο Δημήτρης Κιουσόπουλος δοκίμασε και γράφει.

 

Από αριστερά επάνω και δεξιόστροφα: Ο περιποιητής ανάβει τα κεριά καθώς πέφτει το φως. Ένα ποτήρι ροζέ Ruinart για το ξεκίνημα. Η ευειδής Χρυσιάννα Ανδριοπούλου (η φωτογραφία από το Instagram της @shopranoblog). Το μαυλιστικό μεδούλι. Κοκτέιλ για φινάλε.

Αν και άνοιξε μόλις την προπαραμονή των Χριστογέννων του 2019, η Brasserie Lorraine στην αρχή της οδού Σπευσίππου, στη θέση του παλιού Mohnblumchen (από το οποίο έχει κρατήσει σαν ανάμνηση το industrial χερούλι της πόρτας), έχει γίνει ήδη πολύ δημοφιλής. Το διαπιστώνει κανείς εύκολα από τα μεγάλα παράθυρα όποτε διασχίζει το πολύβουο τρίστρατο της Δεξαμενής.

Το καλό όμως είναι ότι από αυτή τη βοή στο εσωτερικό φτάνει μόνο η ευχάριστη διάθεση της ζωντανής πόλης, μια διάθεση αρκετά παριζιάνικη. Αυτή και η εξαιρετική γαλλική κουζίνα που σερβίρεται, και μαζί το ευχάριστο εσωτερικό και η καλή εξυπηρέτηση, εξηγούν την επιτυχία του νέου καταστήματος.

Ξεκινήσαμε τη δική μας γνωριμία με μια Σαλάτα Niçoise à ma façon («με τον τρόπο μου» – του chef δηλαδή, όχι τον δικό μου), διευκρίνιση κάπως περιττή όσο και αυτονόητη, αφού ως γνωστόν οι μόνοι που έχουν απόλυτη γνώμη για το τι πρέπει να περιέχει μια niçoise είναι όσοι την μπερδεύουν με τονοσαλάτα.

Η συγκεκριμένη σερβιρίστηκε σε επίπεδο πιάτο, με κομμάτια τατάκι (μορφή σούσι) από μαγιάτικο και δίπλα μια ωραία μίξη λαχανικών: ραπανάκι, μαρούλι, πατάτα, κάπαρη, τοματίνι, πολύ φίνα κομμένο κρεμμύδι. Φυσικά δεν μπορούσε να λείπει η αντζούγια. Το αυγό ήταν βρασμένο τόσο ώστε το ασπράδι να είναι σφικτό και ο κρόκος να έχει μια ημίσφικτη μελάδα που διατηρούνταν και στη θερμοκρασία δωματίου του πιάτου. Το κάθε υλικό συνεισέφερε στο παιχνίδι με ελαφρώς διαφορετική υφή, θερμοκρασία και αλμυράδα, ενώ το dressing ήταν πολύ ισορροπημένο και δεν περιόριζε την αυτονομία των γεύσεων ούτε κάλυπτε την αίσθηση της φρεσκάδας.

Άνοιξε μέσα στις γιορτές στο πάλαι ποτέ Mohnblumchen.

Μετά από την ευχάριστη εισαγωγή προχωρήσαμε σε μια πιο hardcore επιλογή, το μεδούλι. Δεν είναι από τα αγαπημένα μου, ομολογώ το παρήγγειλα από περιέργεια. Εμφανίστηκαν τρία μεγάλα μισά κόκαλα σχισμένα στη μέση και καλά ψημένα με μια λεπτή στρώση persillade (σάλτσα μαϊντανού) και από πάνω πυκνό λεπτοκομμένο μοσχαρίσιο carpaccio, και ισάριθμα ξεροφρυγανισμένα παραλληλόγραμμα ψωμάκια. Με ένα κουτάλι αφαιρείς το μεδούλι από τα κόκαλα και το τρως – αν θες – επάνω στα ψωμάκια. Το όλο ήταν ένας πολύ καλός συνδυασμός που μαλάκωνε τη δυνατή γεύση του μυελού των οστών, η οποία πάντως παρέμενε δυνατή, και ευχαριστήθηκα ότι το εστιατόριο δεν μπαίνει στη λογική της “διευκόλυνσης” αλλά επιμένει σε αυθεντικές δυνατές γεύσεις.

Περνώντας στα κυρίως, από τις επιλογές της θάλασσας δοκιμάσαμε ψάρι με σάλτσα Meunière, το οποίο έτυχε εκείνη την ημέρα να είναι μυλοκόπι αντί μπακαλιάρου, κομμάτι μέτριου μεγέθους, στο οποίο η τέλεια εκτελεσμένη σάλτσα ήταν αυτή που με τη γεμάτη βουτυράτη γεύση της έδινε τον τόνο. Αδικήθηκε λίγο  από τον δυναμίτη που είχε μόλις προηγηθεί, θα έπρεπε να είχα ζητήσει κάτι για ξεκαθάρισμα της γεύσης ενδιάμεσα.

Κλείσαμε το κυρίως κομμάτι με φιλέτο chateubriand, το οποίο σερβίρεται και σε ατομική μερίδα (παραδοσιακά το σερβίρισμα είναι για δύο τουλάχιστον). Τα κομμάτια ήλθαν στο σωστό πάχος και σε πραγματικά άψογο saignant ψήσιμο. Πεντανόστιμο τρυφερό και ζουμερό κρέας black angus, γεμάτη γεύση, με το αλατάκι και το βουτυράκι της. Σερβίρεται με τρεις σάλτσες (poivre, café de paris, béarnaise) που τις λυπήθηκα, γιατί ήταν εξαιρετικές αλλά το κρέας τόσο πλήρες ως γεύση που θεώρησα ότι θα αφαιρούσαν παρά θα προσέθεταν.

Τα κυρίως συνοδεύονται κατ’ επιλογήν από πουρέ με λάδι τρούφας, λαχανικά ελαφρώς σωταρισμένα με ξύσμα λεμονιού – το μπροκολάκι ήταν το καλύτερο, φρεσκότατη πράσινη σαλάτα με φύλλα σπανακιού με διακριτική σως, και τηγανητές πατάτες σε μορφή alumettes. Ως γεύση ήταν όλα πολύ γενναιόδωρα.

Το moelleux au chocolat με σως αλμυρής καραμέλας και παγωτό κρέμα είναι ένα ποίημα γλυκού και αλμυρού με την ζεστή σοκολάτα να ρέει υπέροχα στην καρδιά του.

Για επιδόρπιο ο μαιτρ μας πρότεινε σχεδόν πιεστικά και ευτυχώς τον άκουσα το moelleux au chocolat με σως αλμυρής καραμέλας και παγωτό κρέμα. Ένα πραγματικό ποίημα γλυκού και αλμυρού με την ζεστή σοκολάτα να ρέει υπέροχα μέσα από το τραγανό περίβλημα. Επίσης δοκιμάσαμε brest με ολόφρεσκη κρέμα καφέ και στεγνή ζύμη, αλλά νομίζω ήταν μια μάλλον πρωινή/απογευματινή γεύση.

Εκτός από το εξαιρετικό φαγητό το κατάστημα έχει πολύ καλή κάβα με μεγάλη επιλογή κρασιών και σε ποτήρι, οπότε υπάρχει ευχέρεια για να διαλέγει κανείς ό,τι ταιριάζει καλύτερα σε κάθε πιάτο. Ήπιαμε ένα λεπτό viogner Delas Frères και ένα πλούσιο gewurztraminer Léon Beyer με τη σαλάτα, συνοδεύσαμε το μεδούλι με ροζέ By Ott των Les Domaniers, το ψάρι με chablis Moreau και το κρέας με Bourgogne Pinot Noir Louis Latour, ενώ συνοδεύσαμε το επιδόρπιο με γλυκό κρασί Sauternes Réserve Mouton Cadet. Όλα εξαιρετικά και το pairing ήταν επιτυχημένο, εκτός ίσως από το μεδούλι, που χρειαζόταν κάτι με πολύ μεγαλύτερο σώμα, ενδεχομένως και πέρα από κρασί.

Ο χώρος είναι όπως και οι γεύσεις γαλλικός, με τα λευκά/μικρά μαύρα πλακάκια, τις μπουαζερί στους τοίχους, την πολύ όμορφη ταπετσαρία. Μια παραδοσιακή αισθητική που μόνο η σύγχρονη υφή των υλικών προδίδει ότι πρόκειται για νέα κατασκευή, ενώ σε κάποιους τοίχους το λευκό μάρμαρο και ο καθρέφτης ανακουφίζουν και προσθέτουν φωτεινότητα.

Δεν είναι ούτε brasserie (δεν έχει μπύρες) ούτε lorraine (δεν έχει σουκρούτ), αλλά ένα μπιστρό πολυτελείας που προσφέρει αυθεντική γαλλική κουζίνα υψηλού επιπέδου.

Τα τραπέζια είναι ξύλινα με μαρμάρινη επιφάνεια για σερβίρισμα χωρίς τραπεζομάντηλο, τοποθετημένα σε πυκνή αλλά όχι στενή διάταξη, οι καναπέδες, καρέκλες, και πολυθρονίστες είναι σε πράσινες αποχρώσεις και άνετα. Η βαριά κουρτίνα στην είσοδο και τα κηροπήγια σε κάθε τραπέζι ενισχύουν τη ζεστή προστατευμένη ατμόσφαιρα.

Για το μπάνιο χρειάζεται να ανέβεις δυο σκαλοπάτια και είναι κάπως κολλητά στην κουζίνα – για να περάσω χρειάστηκε να ψαύσω σχεδόν μια κοπέλα που δίπλωνε πετσέτες. Η μουσική θα μπορούσε να είναι μια ιδέα πιο χαμηλή, θυμίζει γαλλική ταινία των 80’s. Πολλά βράδια έχει και live στο πιάνο.

Η Brasserie Lorraine προφανώς δεν είναι ούτε brasserie (δεν έχει μπύρες) ούτε lorraine (δεν έχει σουκρούτ), αλλά ένα μπιστρό πολυτελείας που προσφέρει αυθεντική γαλλική κουζίνα υψηλού επιπέδου, με μοντέρνες νότες, στο οποίο μπορεί κανείς να πάει εξίσου μόνος ή με παρέα, για ένα απλό πιάτο ή ένα κανονικό τραπέζωμα. Η εξυπηρέτηση είναι ευγενέστατη και το προσωπικό ενημερωμένο για το μενού και την κάβα, θα σας συμβουλεύσει με επιτυχία για να χαράξετε σε κάθε επίσκεψη τη γευστική σας στρατηγική.

 

//Brasserie Lorraine, Σπευσίππου 1 Κολωνάκι (21 0724 3009)

 

 

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close