To Λεξικό

δημόσιο (το) 1. χώρος που τον χρησιμοποιούν όλοι χωρίς να ανήκει σε κανέναν: τα σκουπίδια σου πέτα τα εδώ, που είναι δημόσιο ΣΥΝ. χωματερή 2. αποθήκη ψηφοφόρων: θα θέλαμε να σας βάλουμε στο δημόσιο, αλλά δυστυχώς δεν χωράει άλλους 3. αυτό που δεν αλλάζει: έχει το ίδιο χτένισμα από το ’80, το κεφάλι του είναι δημόσιο ΣΥΝ. σκόρπιονς 4. ιερά και όσια: ο κυρ-Φώτης άντεξε πολλά, με την ΕΡΤ όμως ένιωσε ότι αμφισβητούν το δημόσιό του.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

εδτ (η)

11.07.2013

εθνική (η)

16.10.2013

ερτ (η)

12.06.2013

ζίζεκ (ο)

22.05.2013

Θεός (ο)

31.01.2014

ρομά (ο)

23.10.2013

σαμαράς (ο)

29.05.2013

Πιο πρόσφατα

3
Button to top