To Λεξικό

σόιμπλε (ο) 1. αυτός που φταίει για όλα: ο Μάκης είναι τόσο σόιμπλε, που κάθε φορά που γίνεται μια ζημιά κατσαδιάζουν αυτόν ΣΥΝ. μέρκελ, ομπάμα 2. απαγόρευση συγκεντρώσεων: θέλαμε να κάνουμε μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας, αλλά η κυβέρνηση κήρυξε σόιμπλε 3. νύφη : τα λέει στον σόιμπλε για να τ’ ακούσει η πεθερά 4. επιθεώρηση από ανώτερο αξιωματούχο σε διαλυμένο στρατόπεδο: δεν ξέρω τι θα κάνετε, αλλά όσο κρατάει ο σόιμπλε θέλω να φαίνεται πως όλα λειτουργούν σωστά.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close