To Λεξικό

εθνικιστής (ο) 1. αυτός που μπορεί να νιώσει σημαντικός μόνο μέσω της εθνικότητας την οποία έτυχε να έχει: ο καημένος ο Θανάσης έχει κόμπλεξ κατωτερότητας, οπότε έχει αναγκαστεί να είναι εθνικιστής ΣΥΝ χρυσαυγίτης 2. ντροπαλός φασίστας: όποιος βάζει πάνω από όλα την πατρίδα και τη θρησκεία δεν είναι υποχρεωτικά φασίστας, μπορεί να είναι εθνικιστής 3. αυτός που λατρεύει οτιδήποτε προέρχεται από την πατρίδα του: είναι τόσο εθνικιστής που όταν βλέπει αγώνες της εθνικής Ελλάδας νομίζει πως παρακολουθεί καλό ποδόσφαιρο ΣΥΝ χελάκης 4. ο αμόρφωτος και ακαλλιέργητος πατριώτης: ο φουκαράς ο Λάκης είναι εθνικιστής και πιστεύει πως υπάρχουν εθνικά DNA ΣΥΝ φανή χαλκιά.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close