To Λεξικό

ψεκασμένος (ο) 1. θύμα συνωμοσίας άγνωστης προέλευσης και σκοπού: δεν είναι τυχαίο που έβαλαν τον Κωστόπουλο να κάνει πρωινάδικο και ταυτόχρονα γέννησε η κόρη της Βίσση, θέλουν να μας έχουν όλους ψεκασμένους ΣΥΝ. χαρδαβέλας 2. ψηφοφόρος των Ανεξάρτητων Ελλήνων: ο Θανάσης θα ψηφίσει πάλι Καμμένο, είναι φανατικός ψεκασμένος ΣΥΝ χαϊκάλης, κουίκ 3. αυτός που, ενώ υποφέρει από αϋπνίες, πιστεύει πως του ρίχνουν ηρεμιστικά: ο Αγησίλαος είναι τόσο ψεκασμένος, που όλο το βράδυ, αντί να κοιμηθεί, γράφει στο Ίντερνετ για τα αεροπλάνα που ψεκάζουν ηρεμιστικά για να μας έχουν όλους κοιμισμένους ΣΥΝ. κυριακοςβελόπουλος 4. ανορθόγραφος με χαλασμένο το caps lock στον υπολογιστή: όταν είδα ότι ο Μηνάς έγραψε «ΔΗΑΔΩΣΤΑΙ ΤΟ», κατάλαβα πως ήταν ψεκασμένος 5. υποψιασμένος και περήφανος Έλληνας: ευτυχώς που είμαι ψεκασμένος και καταλαβαίνω πως ο θάνατος του Χριστόδουλου ήταν μια δολοφονία σχεδιασμένη από τους εχθρούς της Ελλάδας ΣΥΝ. λιακόπουλος 6. αναγνώστης της Ελεύθερης Ώρας: ρε Μενέλαε, εσύ που είσαι ψεκασμένος, για πες μας τι έλεγε το χθεσινό πρωτοσέλιδο για τον αντίχριστο;

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close