To Λεξικό

πολυνομοσχέδιο (το) 1. είδος σαλάτας με αταίριαστα υλικά: πήρα ντομάτα, σοκολάτα και σαρδέλες κι έφτιαξα ένα πολυνομοσχέδιο που δεν τρωγόταν με τίποτα 2. τσαπατσούλικη προσπάθεια να τακτοποιηθούν ταυτόχρονα πολλά διαφορετικά ζητήματα: το σχέδιό σου δεν θα λειτουργήσει, είναι πολυνομοσχέδιο 3. ό,τι να ’ναι: σταμάτα να σκέφτεσαι τι θα φορέσεις, βάλε πολυνομοσχέδιο 4. παιχνίδι κατά το οποίο οι παίκτες προσπαθούν να κρατήσουν δυο καρπούζια στην ίδια μασχάλη: Αντώνη, πάψε να παίζεις πολυνομοσχέδιο, έχεις λερώσει παντού ΣΥΝ. κυβέρνηση.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close