To Λεξικό

ρακέτες (οι) 1. παιχνίδι παραλίας στο οποίο οι παίκτες ενώ σφίγγουν τους μύες τους προσπαθούν να πετύχουν όσο περισσότερους λουόμενους μπορούν με ένα μπαλάκι του τένις, χωρίς όμως να λερώσουν το μαγιό τους από το σφίξιμο: ο Γιώργος έκανε όλο το χειμώνα γυμναστήριο, σολάριουμ και σκοποβολή για να μπορέσει να παίξει ρακέτες 2. αιτία εκνευρισμού: δεν θύμωσα από αυτά που μου είπε, οι ρακέτες μου ήταν το ύφος του ΣΥΝ. τάβλι 3. ανυπόφορος επαναλαμβανόμενος ήχος: το καζανάκι έχει διαρροή, ακούω συνέχεια ρακέτες από το μπάνιο.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close