To Λεξικό

κασιδιάρης (ο) 1. Αυτός που έχει πολλά νευρικά τικ: είναι τόσο κασιδιάρης, που κάθε φορά που τον κοιτάζω νομίζω πως κάνει σεισμό 2. λάτρης της στρατιωτικής θητείας και του στρατού γενικότερα: από την πρώτη μέρα που κοιμήθηκε στο θάλαμο και μύρισε την ποδαρίλα άλλων 30 φαντάρων έγινε κασιδιάρης 3. διαταραχή η οποία οδηγεί σε αδυναμία συγκράτησης του θυμού: ο Ηλίας έχει κασιδιάρη, καλύτερα να του λες ναι σε όλα 4. Η αδυναμία κάποιου να καταπιεί το σάλιο του: η καημένη η Ελένη πάσχει από κασιδιάρη και φτύνει συνέχεια 5. επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια: φοβάμαι πως ο Κασιδιάρης είναι κασιδιάρης, με το που τον άφησαν επιτέθηκε σε έναν φωτορεπόρτερ κι έναν καμεραμάν.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close