To Λεξικό

παπανδρέου (ο) 1. άχρηστος ή απρόθυμος κληρονόμος: πήρε την επιχείρηση τού μπαμπά του, αλλά ήταν τόσο παπανδρέου που σε πέντε χρόνια την είχε φαλιρίσει 2. άνθρωπος με ειδικές πνευματικές ικανότητες: ο Γιώργος είναι τόσο παπανδρέου, που όταν τoν ρωτάς πώς βλέπει τα μέλλον ψάχνει τα κιάλια του 3. ο ακροαριστερός επαναστάτης: ο Θανάσης έχει γίνει παπανδρέου και το μόνο που τον απασχολεί είναι η ανατροπή του παγκόσμιου καπιταλισμού.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close