To Λεξικό

σαμαράς (ο) 1. ψυχική διαταραχή η οποία εκδηλώνεται με φαντασιώσεις συνομιλίας με υπερφυσικές δυνάμεις: ο Αντώνης έχει κρίση σαμαρά και νομίζει πως μιλάει με τον Θεό 2. ικανότητα στην κομμωτική: πρέπει να πας στο κομμωτήριο του Τρύφωνα, είναι μεγάλος σαμαράς 3. εραστής της Άννας Βίσση: καλά δεν ήξερες πως και ο Νταλάρας ήταν κάποτε σαμαράς; 4. εξερευνητής που ανακαλύπτει την Κίνα ΣΥΝ. Μάρκο Πόλο.

ΔΕΘ (η)

06.09.2014

δημάρ (η)

30.05.2014

Πιο πρόσφατα

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close